Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

....πόσο επίκαιρος !



Ποιός είδε κράτος λιγοστό
σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά’χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Νά’χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Γ. Σουρής

Ο Γεώργιος Σουρής (2.2.1853 - 26.8.1919) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους σατιρικούς ποιητές της νεότερης Ελλάδας, χαρακτηρίσθηκε μάλιστα ως «σύγχρονος Αριστοφάνης» αλλά και ως ''στιχοπλόκος''...

Γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου απο οικογένεια εύπορη και ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει παπά. Όταν η οικογένειά του χρεοκόπησε, ο πατέρας του τον έστειλε υπάλληλο στο κατάστημα ενός θείου του σιτέμπορου στη Ρουμανία. Ο Σουρής βέβαια, που μόνο για έμπορος δεν έκανε, έγραφε κρυφά τους στίχους του στα κατάστιχα, εκεί δηλαδή που γράφαν τότε τα βερεσέδια, και όπως ήταν αναμενόμενο, μετά δύο μήνες αποχώρησε. Όταν ήλθε στην Αθήνα γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή. Δεν κατόρθωσε ωστόσο να πάρει πτυχίο λόγω οικονομικών προβλημάτων και για να βγάλει τον επιούσιο παρέδιδε μαθήματα και δημοσιογραφούσε.

Στις 2 Απριλίου 1883 έκανε την πρώτη του εκδοτική απόπειρα και έβγαλε το πρώτο φύλλο του «Ρωμηού», που ήταν μια έμμετρη εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα. Τον Αύγουστο έδωσε εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, αλλά κόπηκε «μετά πολλών επαίνων», όπως σατιρίζει ο ίδιος, στη μετρική.

Ο «Ρωμηός» κυκλοφόρησε ως το 1918, λίγο πριν το θάνατο του Σουρή, για 36 χρόνια και 8 μήνες, σε 1.444 συνολικά τεύχη. Έγραψε και αρκετές έμμετρες κωμωδίες οι οποίες καυτηρίαζαν τα κακώς κείμενα της εποχής. Η επιτυχία της οφειλόταν προφανώς στην εξαιρετική ανάγκη της κοινωνίας να ''αντιδράσει'' με θετικό τρόπο στις δύσκολες μέρες που βίωνε.....

Με αφορμή την Εθνική Επέτειο, ας θυμηθούμε ένα σχετικό ποίημά του Γ.Σουρή

Οι Ήρωες
Μέσα σε βόλια κι οβίδων κρότους
έπεσαν νιάτα μες στον ανθό τους.
Πάνε λεβέντες, πάνε κορμιά
κι άγνωστα τα 'θαψαν στην ερημιά.

Κανείς δε ξέρει που τα 'χουν θάψει,
κανείς δε πήγε για να τα κλάψει,
κανείς δεν έκαψε γι' αυτά λιβάνι,
κανείς δεν έπλεξε γι' αυτά στεφάνι.

Ανώνυμ' ήρωες, άγνωστοι τάφοι,
κανένας όνομα σ' αυτούς δε γράφει,
μήτε το χώμα τους φιλούνε χείλη,
σταυρό δεν έχουνε μήτε καντήλι.

Μόνο μιας κόρης μαργαριτάρια
κυλούν σε τάφους που κάποια μέρα
θα γίνουν κόσμου προσκυνητάρια
και φάροι Νίκης για μια μητέρα
.

Ενθουσιάσθηκα όταν ανακάλυψα οτι ο Σουρής είναι ακόμη πιο επίκαιρος απο ότι νομίζουμε. Κάποιοι τον κατηγόρησαν οτι γράφει με τρόπο ''επιφανειακό''. Τί βάθος χρόνου έχει το πιο ''βαθύ'' αλήθεια; Εδώ, περιγράφει και το πώς βλέπει την.... Ευρώπη....

Ο Ρωμηός

Στον καφενέ από έξω σαν μπέης ξαπλωμένος,
του ηλίου τις ακτίνες αχόρταγα ρουφώ,
και στων εφημερίδων τα νέα βυθισμένος,
κανέναν δεν κοιτάζω, κανέναν δεν ψηφώ.

Σε μία καρέκλα τονα ποδάρι μου τεντώνω,
το άλλο σε μίαν άλλη, κι ολίγο παρεκεί
Αφήνω το καπέλο, και αρχινώ με τόνο
τους υπουργούς να βρίζω και την πολιτική.

Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί ουρανός ! τί φύσις !
αχνίζει εμπροστά μου ο καϊμακλής καφές,
κι εγώ κατεμπνευσμένος για όλα φέρνω κρίσεις,
και μόνος μου τις βρίσκω μεγάλες και σοφές.

Βρίζω Εγγλέζους, Ρώσους, και όποιους άλλους θέλω,
και στρίβω το μουστάκι με αγέρωχο πολύ,
και μέσα στο θυμό μου κατά διαόλου στέλλω
τον ιδιον εαυτό μου, και γίνομαι σκυλί.

Φέρνω τον νούν στον Διάκο και εις τον Καραΐσκο,
κατενθουσιασμένος τα γένια μου μαδώ,
τον Ελληνα εις όλα ανώτερο τον βρίσκω,
κι επάνω στην καρέκλα χαρούμενος πηδώ.

Την φίλη μας Ευρώπη με πέντε φασκελώνω,
επάνω στο τραπέζι τον γρόθο μου κτυπώ…
εχύθη ο καφές μου , τα ρούχα μου λερώνω,
κι όσες βλαστήμιες ξέρω αρχίζω να τις πω.

Στον καφετζή ξεσπάω… φωτιά κι εκείνος παίρνει.
Αμέσως άνω κάτω του κάνω τον μπουφέ,
τον βρίζω και με βρίζει, τον δέρνω και με δέρνει,
και τέλος… δεν πληρώνω δεκάρα τον καφέ.




Ο Σουρής μπορεί να σε πιάσει απο το ένα χέρι και να σε ταξιδεύει, ενώ απο την άλλη πλευρά θα σε κρατά ο Εμπεδοκλής, ο Δημόκριτος,ο Ηράκλειτος,ο Πυθαγόρας, ή ο Πλάτωνας, ή ο Δον Ζουάν, ή ο Σαίξπηρ, ή ο παπάς της γειτονιάς ή ο φιλάργυρος έμπορος, ή ο φιλόδοξος βουλευτής που θέλει να γίνει πρωθυπουργός, ή και ο ίδιος ο πρωθυπουργός και μέσα απο ένα πνεύμα αρχέγονο, να φτιάχνει και να ξαναφτιάχνει γελώντας την ιστορία του ανθρώπου και της ύπαρξής του.

Χαρακτηριστική η πληθωρική και ταυτόχρονα απλή γραφίδα του, πάντα καλοπροαίρετα σχολίαζε το λαό, τους άρχοντες, τους Βασιλείς, τους γύρω του, μα και τον εαυτό του τον ίδιο.

Δεν ''σοβαρεύτηκε'' ούτε και το 1908 που προτάθηκε για το Νόμπελ. Στο σπίτι του σύχναζαν οι Κωστής Παλαμάς, Γιάννης Πολέμης, Γιώργος Δροσίνης, Αριστομένης Προβελέγγιος, Ζαχαρίας Παπαντωνίου και πολλοί άλλοι διανοητές. Να τι έγραψε σε μια από εκείνες τις συναντήσεις για τον ποιητή Κωστή Παλαμά:

Σε συμβουλεύω Κώστα μου,
αντί να γράφεις στίχους,
άρπαξε το κεφάλι σου
και χτύπα το στους τοίχους.

Και για κάτι μέρες σαν τις σημερινές που περνάμε, εκείνος έγραφε και περιέγραφε, και μάλλον πρέπει, ενεστώτα να χρησιμοποιώ, και να λέω, γράφει και περιγράφει:

Με εκλογές εν όψη

Βάρδα να δράσωμε κι' εμείς για τα... συμφεροντάκια μας,
Βάρδα να διορίσωμε και τα .... πατριωτάκια μας,
Βάρδα κι' εμείς να κόψωμε,
Βάρδα κι' εμείς να ράψωμε,
Κι' αυτούς που δεν χωνεύομε με μιας να τους προγράψωμε!
Και ... κίτρινα υβριστικά «πανιά» να ξεδιπλώσωμε,
Κι' έπειτα τις αρίδες μας στον... ίσκιο τους ν' απλώσωμε!

Κάτι ήξερε, να υποθέσω; Κάτι μας συμβουλεύει; Πάντως κάτι έχει να μας πει....

Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010

...νέοι είμαστε ακόμη, θα στρώσουμε....



Στον τόπο μας θεσμοί και κανόνες λειτουργίας τους υπάρχουν και υπήρχαν. Συχνά όμως δυστυχώς, αγνοούνται, εξαφανίζονται και δίνουν τη θέση τους σε .... νέους κανόνες ηθικής.....

Δηλαδή όπως όλοι λέμε σε απλά ελληνικά, λειτουργούν ‘’ως θεσμοί και ως νόμοι της πλάκας’’. .

Και αυτό το οικτρό κατάντημα θυμίζει την (κατά τον Πλάτωνα) αυστηρή παρατήρηση την οποία έκανε κάποιος ιερέας της Αρχαίας Αιγύπτου προς τον Σόλωνα:
“ ω Σόλων, Σόλων, Έλληνες αεί παίδές εστέ, γέρων δε Έλλην ουκ έστιν. Ακούσας ούν, πώς; Τί τούτο λέγεις; φάναι. Νέοι εστέ, ειπείν, τας ψυχάς πάντες • ουδεμίαν γαρ εν αυταίς έχετε δι' αρχαίαν ακοήν παλαιάν δόξαν ουδέ μάθημα χρόνω πολιόν ουδέν”

Πράγμα που σημαίνει: ‘’Ααχ, Σόλωνα, εσείς οι Έλληνες πάντα φέρεστε σαν τα παιδιά! Και κανένας Έλληνας δεν ενεργεί με τη φρόνηση που χαρακτηρίζει τους ώριμους άντρες. Κι εκείνος, καθώς τ' άκουσε, απόρησε και ρώτησε: γιατί και πώς το λές αυτό; Οπότε του είπε: όλων σας η ψυχή είναι σαν των μικρών παιδιών. Γιατί το φρόνημά σας δεν αντλεί τίποτε απ' τα παλιά, και κανένα σοβαρό μάθημα δεν έχετε αποκομίσει απ' τα γυρίσματα του χρόνου’’

Ο Πλάτωνας τα είχε πει όλα σε εποχές ανύποπτες. Οσοι χρόνοι κι αν πέρασαν απο τότε, η ρήση ισχύει. Στο σχολείο κάποτε το είχαμε ερμηνεύσει διαφορετικά, γιατί θεωρούσαμε οτι ο Αιγύπτιος εξέφραζε θαυμασμό για το ελληνικό είδος(μας βόλευε αυτό άλλωστε):

Θεωρούσαμε οτι εννοούσε ''έλληνες πόσο νέοι είστε όλοι στις ψυχές σας, γιατί δεν έχετε γνώσεις γερασμένες και κληρονομημένες απο το παρελθόν''.

Μα αυτό, άλλα ήθελε να πει. Σήμαινε ακριβώς την απουσία της μνήμης και της κρίσης απο τα μαθήματα του παρελθόντος...

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

Πήγαν για μαλλί και βγήκαν κουρεμένοι!


Μια από τις πιο σκοτεινές εποχές που έζησε η Ελλάδα, ήταν όταν στα παράλια της έκαναν επιδρομές οι διάφοροι πειρατές, προπάντος, όμως οι Αλγερινοί που περνούσαν από το μαχαίρι όλα τα γυναικόπαιδα, ή άρπαζαν τις όμορφες κοπέλες, για να τις πουλήσουν στα σκλαβοπάζαρα τους.

Στη Μήλο υπήρχαν τότε μεγάλα εργαστήρια ταπητουργίας, που έφτιαχναν χαλιά με ωραιότατα σχέδια με ένα ειδικό μαλλί. Τα χαλιά αυτά τα πουλούσαν πανάκριβα στους διάφορους πλούσιους της Πόλης, της Κύπρου ή της Βενετίας. Την εποχή εκείνη δρούσε στο Αιγαίο ένας φοβερός κουρσάρος, ο Αλή Μεμέτ Χαν. Μια κατασκότεινη νύχτα, λοιπόν βγήκε με τα παλικάρια του στη Μήλο, για να την κουρσέψει, και να της πάρει το πολύτιμο βιος της. Οι πειρατές μπήκαν και στα εργαστήρια των χαλιών, που βρίσκονταν εκεί.


Οι νησιώτες, όμως τους πήραν είδηση, τους κύκλωσαν και τους έπιασαν χωρίς αιματοχυσία. Αντί να τους σκοτώσουν, προτίμησαν να τους ξύρισαν το κεφάλι και τα γένια και τους έστειλαν ''δώρο'' στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Από τότε έμεινε και ο λόγος που λέμε συχνά και σήμερα "Πήγαν για μαλλί και βγήκαν κουρεμένοι".