Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Ειρεσιώνη, το ελληνικό χριστουγεννιάτικο δένδρο

Οι "παίδες οι αμφιθαλείς" τριγύριζαν τα παλιά τα χρόνια απο σπίτι σε σπίτι κι εύχονταν στους οικοδεσπότες, τραγουδώντας ευχές.  Ήταν τα παιδιά που είχαν και τους δυο γονείς τους στη ζωή.

Κάποτε στη Σάμο, μια ομάδα παιδιών που τριγυρνούσε στις γειτονιές σε κάποια ανοιξιάτικη γιορτή του Απόλλωνα, κρατούσαν την Ειρεσιώνη , δηλαδή ένα κλαδί ελιάς, συνήθως αγριελιάς, που το στόλιζαν με καρπούς, φρούτα, κορδέλες, κομμάτια μαλλλιού, ή μικρά μπουκαλάκια με κρασί, μέλι και λάδι.  Τα παιδιά τραγουδούσαν στίχους που μοιάζουν με τα νεοελληνικά κάλαντα.  Με την ειρεσιώνη, που πολλά παιδιά φορούσαν και στο κεφάλι, άγγιζαν αρρώστους και ανήμπορούς, γιατί πίστευαν οτι τους θεραπεύει.

Κάποια άλλα παιδιά κρατούσαν θύρσους (δηλαδή ξύλινα ραβδιά, τυλιγμένα με φύλλα κισσού ή αμπελιού και κουκουνάρια πεύκου) , αλλά και τα γνωστά ομοιώματα πλοίων που συμβόλιζαν την ευημερία στις θάλασσες, τον ερχομό των ναυτικών για τις γιορτινές μέρες που ο Διόνυσος, κάνει παρέα και θέλει καλοπέραση....

Πάντως η ειρεσιώνη  στολίζεται ακόμη σε πολλές περιοχές της Ελλάδας συμβολίζοντας την ευημερία και τη γονιμότητα για τον καινούργιο χρόνο. 

Θεωρείται ο "πρόγονος" του χριστουγεννιάτικου δένδρου στην Ελλάδα. Η Ειρεσιώνη, αυτό το απλό κλαδί ελιάς στολιζόταν με σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα και ήταν έκφραση ευχαριστίας για την γονιμότητα του έτους που φεύγει και την παράκληση για ευφορία το έτος που έρχεται.  ηταν αφιερωμένη στην Αθηνά, τον απόλλωνα και τις Ωρες (Ευνομία, Δίκη και Ειρήνη).

Το έθιμο της ειρεσιώνης καταδικάστηκε ως ειδωλολατρικό απο το θεοκρατικό καθεστώς που ακολούθησε και απαγορεύτηκε η τέλεσή του.  Αιώνες αργότερα το ίδιο έθιμο επανήλθε με τη μορφή Χριστουγννιάτικου και Πρωτοχρονιάτικου δένδρου -δεν θα μπορούσαν να βρουν εύκολα αγριελιά, είναι η αλήθεια-  απο τους Βαυαρούς που συνόδεψαν τον Οθωνα στην Ελλάδα, ως δικό τους Χριστουγεννιάτικο έθιμο.  Πάντως, εύκολα υιοθετήθηκε η συνήθεια του Χριστουγεννιάτικου δένδρου στην Ελλάδα, αφού ο στολισμός ενός κλαριού, υπήρχε απο τα αρχαία χρόνια στην ιστορική μνήμη των κατοίκων αυτής της χώρας.


Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Περί Μνήμης...



 Κανένας απο τους εύπορους έλληνες σε εκείνο τον τόπο δεν είχε σκεφτεί οτι θα ερχόταν μια μέρα ο τρόμος της καταστροφής και της ερήμωσης.  Ποτέ δεν μπορείς να το προβλέψεις τόσο κακό. Οταν όλα είναι καλά τριγύρω, όταν η ευημερία είναι καθεστώς, το μυαλό δεν πάει στην πιθανότητα της συντριβής.....

Αυτός ο τίτλος "Ανοξείδωτη μνήμη" με προκαλούσε εδώ και καιρό.  Σα να μου έξυνε μια χορδή, χαλαρωμένη απο την απραξία, που όμως με προσμονή ανέμενε την ώρα της εγρήγορσης.  


Το βιβλίο της  Πολύμνιας Κοσσόρα είναι μια προσωπική ιστορία που περιγράφει το οδοιπορικό μας οικογένειας που ξεσηκώνεται απο το πάτριο Ναζλί για να συρθεί στα μονοπάτια της Ανατολίας, στα τάγματα εργασίας, σε ατέλειωτες πεζοπορίες ρακένδυτων και τελικά, σε μια περιπέτεια που την οδηγεί σε μια ζωή χωρίς αξία.  Το δίχτυ της αγάπης και της ανθρωπιάς τους σώζει, σαν απο μηχανής θεός και μετά απο μεγάλο σιδηροδρομικό ταξίδι, η οικογένεια καταλήγει στην καμένη Σμύρνη.

Τα αποκαϊδια της ιστορίας και τα ίχνη του διωγμού της σφαγής είναι η εικόνα που αντικρύζουν στις περιπλανήσεις τους.  Προσφυγιά στη νέα πατρίδα, μαζική ταπείνωση, άγνωστος τόπος και αβέβαια βήματα προς το μέλλον καθώς το όνειρο για μόρφωση και για ανοιχτούς ορίζοντες συρρικνώνεται και χάνεται μπροστά στην ανάγκη για μεροκάματο.  Μια ματαιωμένη εφηβεία που βιάζεται λόγω των συνθηκών να ενηλικιωθεί.

Ευτυχώς όμως, υπάρχει η αγάπη, καταλύτης για όλα.  Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι ο Αρίστος.  Ενας πραγματικός ήρωας που απο παιδί γίνεται άντρας με γρήγορο ρυθμό, πολύ γρήγορο γιατί αναγκαστικά τον πιέζουν οι  μέρες και οι νύχτες της ζωής του. Ο αναγνώστης έχει την εντύπωση οτι μεγαλώνει μαζί του.  Ανακαλύπτει σιγά σιγά το χαρακτήρα του, τον γνωρίζει παιδί και στη συνέχεια τον ξέρει άντρα.  

Ο Αρίστος χτίζει την επιβίωση τη δική του και των άλλων με τα υλικά που έχει μέσα του.  Αντλεί δύναμη απο τον πλούσιο σε συναισθήματα κόσμο του, σφίγγει τα δόντια και προχωρεί. Μέσα απο τη ματαίωση και την ταλαιπωρία, τη δική του και των τόσων άλλων γύρω του, κρατάει ψηλά το κουράγιο και την υπερηφάνεια του.Αναζητεί , γιατί όχι, και τον έρωτα και προχωρεί για να χτίσει στέρεα την ευτυχία, να βγάλει κάτι όρθιο απο τα συντρίμμα γύρω του.  

Ο Αρίστος είναι ένας τυπικός έλληνας. Απο αυτούς που ανέσυραν τις ζωές τους απο τα συντρίμμια και τα αποκαϊδια της καταστροφής, απο αυτούς που δεν το έβαλαν κάτω.  Κι επειδή η ιστορία είναι  αληθινή, ας είναι οδηγός μας για το σήμερα που η συντριβή δεν ήρθε απο μια πυρκαγιά, ή έναν συνωστισμό σε ένα λιμάνι......

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Alarme! reveillez-vous !

Σε καιρούς χαλεπούς, δεν περνά απαρατήρητο το διαφορετικό, το κάτι που πετάει μια σπίθα δημιουργίας, το κάτι που σε πάει ένα βήμα πιο μπροστά, το κάτι που σε σηκώνει απο τον καναπέ, γι αυτό και κάποιες θεατρικές ομάδες ανοίγουν πανιά για το εξωτερικό.

Για όσους πρόλαβαν (ή προλαβαίνουν για λίγο ακόμη) την παράσταση ALARME στο θέατρο ΑΤΤΙΣ, δεν αποτελεί έκπληξη, ούτε και  είναι τυχαιο το γεγονός οτι ο Θόδωρος Τερζόπουλος θα την ταξιδέψει στην Ευρώπη.   Η Σοφία Χιλλ και η Αγλαϊα Παππά προσφέρουν στον υποψιασμένο θεατή το απόλυτο θέαμα.  Παρουσιάζουν στο κοινό τους, τη σχέση δύο γυναικών, της Βασίλισσας Ελισάβετ και της Μαριας Στιούαρτ, με όλες τις μεταπτώσεις και τα σκαμπανεβάσματά της,  χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα.....  το κορμί,  τα μάτια,  το ύφος,  τη φωνή, το γέλιο, το κλάμα,  την αναπνοή,  το ρυθμό τους,  τα χέρια,  την ανάσα τους.....


Οι ώρες επίπονης δουλειάς που σίγουρα απαιτούσε αυτό το αποτέλεσμα σίγουρα ήταν αμέτρητες.   Δεν επιτυγχάνεται τέτοιος συγχρονισμός, τέτοια ακρίβεια και τέτοια συγκέντρωση ενέργειας διαφορετικά. Χαίρομαι που το πρόλαβα, έστω και αυτές τις τελευταίες εβδομάδες στην Αθήνα.

Ομως δεν είναι η μόνη θεατρική παράσταση που "εξάγεται".  Ηδη , η ομάδα Blitz, αλλά και η Pequod συνεχίζουν να κάνουν βηματάκια εκτός ελληνικών συνόρων, αφού έτσι κι αλλιώς δεν βρίσκουν πια οικονομική στήριξη στην Ελλάδα.  Η Pequod μεταφέρει την επιτυχία που έκανε με το "Διπλό Βιβλίο" του Δημήτρη Χατζή, στο γαλλικό (Μασσαλία) αλλά και στο γερμανικό κοινό, που διόλου δεν μένει αδιάφορο στις περιπέτειες που πέρασε ένας έλληνας μετανάστης στη χώρα τους, εργαζόμενος για γνωστή βιομηχανία.....

Οι Devised Theatre που ανέβασαν  το "Late Night" στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, πρόκειται να το μεταφέρουν λίγο αργότερα στο φεστιβάλ της Bordeaux στη Γαλλία.  Αυτοί βέβαια δεν μεταφέρουν τις μέρες της κρίσης, ούτε και νοσταλγούν τις εποχές της ευημερίας.  Ομως προβληματίζονται, αντιδρούν, ξεσηκώνονται, γιατί δεν ανέχονται την προσωπική ή την κοινωνική καταστροφή.

Είναι η Ελλάδα.  Είναι οι έλληνες που είναι ανήσυχοι μπροστά σε όλον αυτόν τον βομβαρδισμό.  Είναι όσοι δεν κοιμούνται, ή δεν αποκοιμούνται ήσυχοι στον καναπέ τους....



Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Ο παπαγάλος του Gustave Flaubert

Ένας παθιασμένος αναγνώστης είναι ο αφηγητής στο βιβλίο του Τζουλιαν Μπαρνς «Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ», ίσως γι αυτό με καθήλωσε, αν και δεν θα πρέπει να υποβαθμίσω τα εξαιρετικά αφηγηματικά τεχνάσματα που έχουν στόχο να φιλοτεχνήσουν το πορτραίτο ενός τόσο μεγάλου μυθιστοριογράφου, του Γουσταύου Φλωμπέρ
Ο Τζεφρι Μπρέιθγουέιτ είναι άγγλος, συνταξιούχος γιατρός, ο οποίος έχασε πρόσφατα τη γυναίκα του. Ρίχνεται μετά μανίας στο διάβασμα και την έρευνα. Είναι μελετητής του Φλωμπέρ, μάλιστα πολλές φορές αναζητά μανιωδώς λεπτομέρειες φαινομενικά επουσιώδεις για τη ζωή του. Μας τις σερβίρει αριστοτεχνικά, περνώντας από την πρωτοπρόσωπη στην τριτοπρόσωπη αφήγηση, σαν να παίζει θέατρο για δύο πρόσωπα μπροστά σε έναν καθρέφτη. 

Ο Μπαρνς γοητεύει με αυτό το είδος της γραφής και βάζει τον αφηγητή του σχεδόν σε ρόλο πρωταγωνιστή, αφού την ώρα που αφηγείται τη βιογραφία του Φλωμπέρ, ο ίδιος ο κύριος Μπρέιθγουέιτ, αναμετριέται κι εκείνος με τη δική του αυτοβιογραφία, την κεντάει, παραθέτει ένα-ένα τα στοιχεία αφού τα ψαρεύει μέσα του και τελικά φτιάχνει έναν παράλληλο καμβά, με ένα έργο εξίσου ενδιαφέρον με το πρώτο…. 

Ο 65χρονος Μπαρνς ήταν τρεις φορές υποψήφιος για το βραβείο BOOKER μέχρι τελικά να το κατακτήσει πέρυσι, με το 150 σελίδων The Sense of an Ending, στα ελληνικά ΕΝΑ ΚΑΠΟΙΟ ΤΕΛΟΣ. Τότε, κατά την απονομή του βραβείου στην επίσημη τελετή στο Γκίλντχολ του Λονδίνου, δήλωσε «ανακουφισμένος και ενθουσιασμένος» για το βραβείο. 

Ευχαρίστησε επιτροπή και χορηγούς και είπε για το έργο του το οποίο καταγράφει τις αναμνήσεις ενός μεσήλικου άνδρα από τα φοιτητικά του χρόνια : «όσοι από εσάς έχετε δει το βιβλίο - πέραν των όσων πιστεύετε για το περιεχόμενό του - μάλλον θα συμφωνείτε ότι είναι ένα όμορφο αντικείμενο» συμπλήρωσε μάλιστα ότι «το βιβλίο ως αντικείμενο, αν θέλει να επιβιώσει απέναντι στο ηλεκτρονικό βιβλίο, πρέπει να μοιάζει με κάτι που αξίζει κάποιος να αγοράσει και να διατηρήσει».

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Ο μύθος της αμετροεπούς Αράχνης

Παλιά, πολύ παλιά, πριν απο τους αρχαίους καιρούς ζούσε μια αρχοντοπούλα όμορφη που την έλεγαν Αράχνη. Η Αράχνη γνώριζε πολύ καλά την τέχνη του αργαλειού και τα υπέροχα υφαντά της δεν τα έφτανε καμμιά απο τις φιλενάδες της στον τόπο της.
Η όμορφη Αράχνη καυχιόταν οτι ήξερε να υφαίνει καλύτερα ακόμα κι απο την Θεά Αθηνά. Κάποτε έφτασε να ζητήσει απο τη Θεά Αθηνά, να παραβγούν η μιά την άλλη, για να δουν ποιά θα φτιάξει το ομορφότερο υφαντό. Θα τα βάλεις με μια Θεά; της έλεγαν οι φίλες της. Κι εκείνη αγέρωχη με αυτοπεποίθηση τους έλεγε οτι θα τη νικήσει, γιατί τα δικά της έργα ήταν τα καλύτερα. Η Αθηνά δέχθηκε κι άρχισαν να υφαίνουν. Ύφαινε η Αθηνά και πάνω στο υφαντό της έφτιαχνε την πάλη της με τον Ποσειδώνα, πάνω στην Ακρόπολη, για την Αθήνα. Ύφαινε και η Αράχνη κι έφτιαχνε τα καμώματα του Δία και όλων των θεών του Ολύμπου. Η Αθηνά θύμωσε που μια θνητή, όχι μόνο τόλμησε να τα βάλει μαζί της, αλλά ειρωνευόταν και τους θεούς.
Ετσι αποφάσισε να την μεταμορφώσει σε έντομο και την καταράστηκε όλες τις μέρες της ζωής της, να κρέμεται ανάποδα και να κάνει πάντοτε αυτό που πολύ καλά γνωρίζει. Να υφαίνει τον ιστό της....

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

ΒΙΟΛΕΤΑ, όπως "Πορτογαλία" και όπως "Ελλάδα"


Η λογοτεχνία απο την χώρα των Φάντος, πάντοτε με μάγευε. Με μαγεύει ο Σαραμάγκου, ο Πίρες, ο Αντούνες, αλλά ίσως είναι και το γεγονός οτι η Πορτογαλία έχει να δείξει πολλά κοινά με την Ελλάδα.  Όχι δυστυχώς ιδιαίτερα ευχάριστα.   Με μάγεψε πάντως και η Dulce Maria Cardoso, με την αριστοτεχνική πρωτοτυπία της στο κτίσιμο των χαρακτήρων και το "ΒΙΟΛΕΤΑ, ή ΓΝΩΡΙΖΩ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΕΞ ΑΚΟΗΣ".   

Με ένα μυθιστόρημα - αλληγορία για την Πορτογαλία, ένα εγκώμιο για την ομορφιά της ασχήμιας, ένα αφηγηματικό επίτευγμα όπου η ηρωίδα, θα μπορούσε  κάλιστα να αναπαριστά και τη χώρα της, η "Βιολέτα" της Καρντόζο έλαβε το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας το 2009.

Πρόκειται για μια υπερβολικά χοντρή περσόνα, μια γόνο αστικής οικογένειας που απο τα μικρά της χρόνια έκανε έρωτα σε κάθε ευκαιρία, με όλα τα αγόρια της γειτονιάς.  Μεγαλώνοντας αναζητούσε την ηδονή στις αγκαλιές περαστικών και φορτηγατζήδων στα πάρκινγκ των εθνικών οδών.  Η βιολέτα πάντοτε αδιαφορούσε για τα χλευαστικά σχόλια της γειτονιάς, της έλλειψη συναισθημάτων και τρυφερότητας απο τους εφήμερους ερωτικούς της συντρόφους, τις ύβρεις και την απότομη συμπεριφορά τους.  Το κίνητρό της ήταν η προσφορά έρωτα προς ευτυχία των άλλων.  Ο θάνατος την βρήκε σε ένα χωράφι και το βιβλίο είναι μια ματιά στη ζωή της που πέρασε κι έφυγε.

Ψέματα και αλήθειες απο την οικογενειακή της ζωή, εμμονές των γονέων, ρατσιστικές αντιλήψεις, καταγγελίες κατά του πατέρα μετά την Επανάσταση των Γαρυφάλων, όλα τα στοχεία συνθέτουν την εικόνα  της πτώσης της παλαιάς αστικής τάξης και την άνοδο μιας  μεταμοντέρνας εικόνας της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, όπου θριαμβεύουν η ανεργία, ο μίζερος καταναλωτισμός, η εξαθλίωση των πενιχρών εισοδημάτων. Τόσα κοινά. Τόσα ίδια..... Απο τις εκδ.ΝΗΣΟΣ, σε μετάφραση Μαρίας Παπαδήμα

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Πού "χάθηκε η ψυχή" της Ελιζα Λυντς;


"Σήμερα ρώτησα και πάλι το όνομα του πουλιού.   Alma Perdita μ' ενημέρωσε ο λοχαγός Τόμσον, σημαίνει χαμένη ψυχή.  Ξάφνου θροϊζουν οι κλώνοι, όταν όμως κοιτάζω, δεν υπάρχει τίποτα.  Στο δάσος, αν ακούσεις κάτι, έχει ήδη προσπεράσει.  Ωστόσο μας ακολουθεί παντού ο ρευστός του απόηχος, πάντα μακρινός".


Δεν χωράει αμφιβολία οτι ο τίτλος του πρωτότυπου "The pleasure of Eliza Lynch" ήταν πολύ πιο εύστοχος απο το Alma Perdita που χρησιμοποιήθηκε στην ελληνική έκδοση του βιβλίου της Ann Enright, απο τις Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ.

Το μυθιστόρημα αυτό βασίζεται σε πραγματικά στοιχεία απο τη ζωή μιας Ιρλανδέζας του 19ου αιώνα η οποία είχε την τύχη να θεωρηθεί απο τον περίγυρό της,  η πιο όμορφη, η πιο τυχερή και πλούσια γυναίκα της εποχής της, κάτι σαν την Εβίτα Περόν της Παραγουάης.  Η ιστορία είχε αρχικά όλα τα εχέγγυα, και τις αναγκαίες δόσεις πολιτικής και ακραίων συναισθημάτων για τους πρωταγωστές της, ώστε να γίνει ένα επιτυχημένο ανάγνωσμα στην Ελλάδα.

Η Ελίζα Λυντς πρωτοσυνάντησε τον Φρανσίσκο Σολάνο Λόπες -διάδοχο στην εξουσία μιας χώρας που κανείς δεν είχε ακούσει ποτέ- σ' ένα κρεβάτι στο Παρίσι.  Λίγους μήνες αργότερα, έγκυος πια, διέσχιζε μαζί του τον Ατλαντικό, σ' ένα καράβι γεμάτο υπηρέτες, ρούχα, κοσμήματα και σαμπάνιες, για να διεκδικήσει το ένδοξο πεπρωμένο της στην Παραγουάη.   Ομως, στο τέλος του ταξιδιού, την περίμενε μια επαρχιακή πόλη, η Ασουνσιόν, με τον φτωχό , καταπιεσμένο λαό της και μια ξεπεσμένη αριστοκρατία, όπου οι γυναίκες θα περιφρονούσαν -όσο οι άντρες θα λάτρευαν- την "ιρλανδέζα πόρνη".

Μέσα σε λίγα χρόνια, ο Λόπες, που δεν θα την παντρευτεί ποτέ αλλά θα ορίσει κληρονόμο του τον γιό της, γίνεται δικτάτορας και ρίχνει την χώρα σε μια πολεμική περιπέτεια που θα εξοντώσει τον μισό πληθυσμό.  Δπίπλα του η περιβόητη Ελίζα -άγγελος που εμπνεέει τα στρατεύματα και δαίμονας που θρέφει τη φιλοδοξία του εραστή της -βλέπει το μέλλον να της ανήκει, αλλά και να γλιστράει τελικά μέσα απο τα χέρια της, σφραγίζοντας έτσι μια ιστορία μυθικού έρωτα και επικής καταστροφής.  Στο μακρύ ταξίδι της προς το μέρος αυτό του κόσμου, την Παραγουάη, η Ελίζα σέρνει μαζί της το μεγαλείο, το όνειρο, μα και την καταστροφή της "χαμένης ψυχής" της....

Δεν ευτύχησε η Enright να μεταφραστεί με τον καλύτερο τρόπο στην Ελλάδα.  Προερχόμενη απο τη χώρα των μύθων και των ιστοριών, που τόσα έχει προσφέρει στην προφορική και γραπτή αφήγηση, θα μπορούσε να τύχει μεγαλύτερης προσοχής, και προσεκτικότερης μετάφρασης.  Το υποψιάζεται βάσιμα, ο αναγνώστης που διάβασε κάποτε κάποιο διήγημα, ή μυθιστόρημά της στα αγγλικά και τώρα αναπόφευκτα, μετά την εμπειρία της μετάφρασης στα ελληνικά, απογοητεύεται.

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Πες μου μια ιστορία....

Απο τις πρώτες σελίδες σε ρουφάει μέσα του το ΠΕΣ ΜΟΥ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ της Τζάνετ Γουίντερσον.
Η ιστορία της Σίλβερ , που γεννήθηκε μισή από πολύτιμο μέταλλο και μισή από ψεύτικο, ξεδιπλώνεται από την ίδια, σε πρώτο πρόσωπο, χωρίς τον περιορισμό της αναγκαστικής σοβαρότητας αφού είναι ειπωμένη με λόγια απλά και σκληρά από το στόμα ενός παιδιού που τα βλέπει το σκληρό πρόσωπο της ζωής. Χωρίς μητέρα και χωρίς μέρος για να αγκυροβολήσει η Σίλβερ μπαίνει υπο την προστασία του αειθαλούς Πιού, φύλακα του φάρου Κέιτ Ραθ.

Ο Πιου διηγείται στην Σίλβερ παλιές ιστορίες για πόθους και απάτριδες, για άρρηκτους δεσμούς και για τα λάθη που γίνονται σε κάθε ζωή. Μια ζωή, αυτή του Μπέιμπελ Νταρκ, κληρικού του δέκατου ένατου αιώνα, ξεδιπλώνεται σαν χάρτης που η Σίλβερ πρέπει να ακολουθήσει. Παγιδευμένη στο δικό της ιδιαίτερο σκοτάδι, ξεκινάει μια οδύσσεια μέσα από τις ιστορίες που λέμε στον εαυτό μας, ιστορίες έρωτα και απώλειας, πάθους και πόθου, ιστορίες ατέλειωτων ταξιδιών μέσα στο χώρο και τον χρόνο και για το ψυχρό τέλος των ψευδαισθήσεων που προκαλεί η προδοσία. 

«Πιού, πες μου μια ιστορία. Τι είδους ιστορία παιδί μου; Μια ιστορία με ευτυχισμένο τέλος. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα σε όλον τον κόσμο. Δεν υπάρχει ευτυχισμένο τέλος; Δεν υπάρχει τέλος» 

Ο πρώτος μου ενθουσιασμός χάνεται στις τελευταίες σελίδες. Η Τζάνετ Γουίντερσον, την οποία οι θετοί γονείς της στην αγγλική εξοχή, την προόριζαν για ιεραπόστολο, αλλά εκείνη τους αιφνιδίασε με τις αποφάσεις της, με προδίδει.
Όχι γιατί η γραφή της δεν είναι εξαιρετικά ζωντανή κι επιθετική. Ούτε γιατί μειώνεται η λατρεία της στη διήγηση ιστοριών. Μα γιατί αφήνεται και κυριαρχεί επάνω της το δικό της βίωμα –θεμιτό για τον συγγραφέα ίσως- που μονοπωλεί το τέλος του βιβλίου. Όλες οι ιστορίες που πλαισιώνουν τη ζωή της Σίλβερ, μένουν στο κενό. Στο μυαλό της ίδιας της Γουίντερσον μπορεί και όχι, αλλά τι σημασία έχει αυτό για τον αναγνώστη; 

Το κορίτσι που το έσκασε ερωτευμένη στα 16 της με ένα άλλο κορίτσι, που σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στην Οξφόρδη και πήρε βραβείο από το πρώτο της μυθιστόρημα στα 24 χρόνια της , βιάστηκε να το τελειώσει το ΠΕΣ ΜΟΥ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ αν και η συνολική της προσφορά στη λογοτεχνία τιμήθηκε το 2006 με το παράσημο Order of the British Empire. 

 Η μετάφραση των 15 μυθιστορημάτων της σε 32 γλώσσες δεν με εκπλήσσει. Η γλώσσα της και η γραφή της, είναι καυτή, και αυτό είναι το μεγάλο της όπλο.

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Μια παράσταση, ρυθμική, σαν παρτιτούρα


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ηπειρώτικα μοιρολόγια, νανουρίσματα, παραμύθια: Με αυτά τα συστατικά η Ρηνιώ Κυριαζή έφτιαξε τη «Φεύγουσα Κόρη», μια παράσταση που θυμίζει παρτιτούρα και επιτρέπει στην ηθοποιό να αλλάζει ρόλους, φωνές, διαθέσεις, να μιλά, να αφηγείται, ή να τραγουδά, όρθια ή καθιστή, να επικοινωνεί με το κοινό της κινώντας το σώμα και τα χέρια.

Βασισμένη στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Η ψυχή»,  η «Φεύγουσα κόρη», που γεννήθηκε το 2005 στην Πάτρα, επιστρέφει για μια βραδιά στην Ελευσίνα, στο πλαίσιο των Αισχυλείων 2012. Ενδιαμέσως έχει παρουσιασθεί με τεράστια επιτυχία για όσους την πρόλαβαν, στην Αθήνα (θέατρο Φούρνος και Θέατρο του Νέου Κόσμου) καθώς και στην περιφέρεια.

Με την καθοδήγηση της σκηνοθέτιδας Μίρκας Γεμεντζάκη έχει στηθεί μια παράσταση όπου ο λόγος του συγγραφέα ακουμπά πάνω στην παράδοση.

Η Ρηνιώ Κυριαζή που έχει γεννηθεί στα Ιωάννινα αποφοίτησε από τη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου και έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο σανίδι το 1999, στο «Όνειρο Καλοκαιρνής Νυχτός» του Σαίξπηρ σε μιούζικαλ εκδοχή.

Είχε ήδη τελειώσει τη Σχολή Νηπιαγωγών, χωρίς ωστόσο να συνεχίσει επαγγελματικά στον χώρο της εκπαίδευσης, αν και οι δύο γονείς της είναι εκπαιδευτικοί. Εκτοτε έχει συνεργασθεί με ΔΗΠΕΘΕ καθώς και ελεύθερους θιάσους ενώ έχει ερμηνεύσει ρόλους και μονολόγους βασισμένα σε ποίηση ή λογοτεχνικά κείμενα.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

«Φεύγουσα κόρη» με τη Ρηνιώ Κυριαζή.
Σκηνοθεσία: Μίρκα Γεμεντζάκη
Κλαρίνο: Μανούσος Πλουμίδης
Κοστούμι: Μανώλης Καρυωτάκης

ΠΟΤΕ & ΠΟΥ

Αισχύλεια 2012 - Παλαιό Ελαιουργείο παραλία Ελευσίνας
Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου στις 20.30
Εισιτήρια: 12 ευρώ (φοιτητικό 5ευρώ)

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Παραμύθι χωρίς... μήνυμα

Τα νέα έφθαναν βασανιστικά στις πιο απομακρυσμένες παραλίες, στα ταβερνεία, στις αμμουδιές και στα μίζερα ιδρωμένα διαμερίσματα εκείνης της χώρας. Στην πρωτεύουσα μια ανίσχυρη κυβέρνηση έπαιρνε μέτρα «καθ’ υπαγόρευση» στραγγαλίζοντας το λαό και μια ανεύθυνη αντιπολίτευση καυγάδιζε μπροστά στον καθρέφτη με τον εαυτό της, λες και οι έριδες ανάμεσα στον νυν, τον πρώην και τους παρατρεχάμενούς τους, ενδιέφεραν καθόλου τους καθημαγμένους πολίτες….. 

Το καλοκαίρι ήταν το ίδιο βαρύ, όσο κι ο χειμώνας που είχε περάσει, αλλά τα αιρ κοντίσιον δεν δούλεψαν περισσότερες ώρες από τα καλοριφέρ του χειμώνα, τα οποία φέτος μάλλον έχουν σκοπό να σιγήσουν για τα καλά. 

Οι πολίτες, κουρασμένοι και αφυδατωμένοι αναζητούσαν λίγη δροσιά και άλλη τόση ελπίδα στις οάσεις της πόλης , και στα πατρικά τους σπίτια στα χωριά, που φέτος είχαν την τιμητική τους, λόγω του αξιοπρόσεχτου κύματος επισκέψεων της νεολαίας. Τέτοιες πιένες είχε καιρό να ζήσει η περιφέρεια. 

Τα νέα όμως έφταναν καταλυτικά, ακατάπαυστα και ορμητικά, δίχως έλεος για τους πολίτες, προειδοποιώντας τους για τις μαύρες, ολοένα και πιο μαύρες μέρες που έρχονται. Τα σενάρια για την τύχη της άμοιρης μακρινής χώρας, έδιναν κι έπαιρναν στις άλλες χώρες, γιατί εκείνες έπαιρναν το μήνυμα ότι οι προδομένοι πολίτες της, δεν επρόκειτο να σηκωθούν τελικά από τον καναπέ, για αντιδράσουν σε όλα αυτά. …. 

Πρώην κυβερνήτες επέκριναν ο ένας τον άλλο, κι έκαναν πως δεν ξέρουν ότι μαζί τα κατέστρεψαν όλα, μαζί «τα έφαγαν» όπως έλεγε κι ένας από δαύτους σε άλλο παραμύθι. Ποιόν ενδιέφερε άραγε ο καυγάς τους? Θυμίζει μάλιστα εκείνο το λαϊκό «δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα». 

Κάποιοι που αποφάσιζαν για τις τύχες των πολλών, βεβαιώθηκαν ότι οι κάτοικοι σε αυτή τη χώρα δεν θα σηκωθούν τελικά, και ύστερα προχώρησαν σε ακόμη πιο εγκληματικές πράξεις. 

Πόσο λάθος είναι να στέλνεις λάθος μήνυμα. Πόσο πιο λάθος είναι να μην έχεις μήνυμα να στείλεις…..

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

Πασαδόροι και Βαστάζοι, σαν και χθες


Συμβαδίζει απόλυτα με τις επιταγές της εποχής μας αυτή η ιδέα της Αθηνάς Κακούρη.  Δεν επανεξέδωσε κάποια παλιά της μυθιστορήματα για να δώσει τη δική της μάχη για επιβίωση, αλλά προτίμησε να «κεντήσει» σε ένα νέο καμβά, παλιά και ανακυκλώσιμα υλικά. Υλικά που δεν μπορούν να πάνε χαμένα. 

Ρετάλια και κομμάτια που εξανεμίστηκαν με τα χρόνια και τους καιρούς, έρχονται να στρογγυλοκαθίσουν σε μια ώριμη αφήγηση.

Το «Πασαδόροι και Βαστάζοι» είναι ένας ύμνος στη σημερινή τηλεοπτική εποχή που ζούμε.  Πρόκειται για ανακύκλωση ιστοριών οι οποίες ξαναχρησιμοποιούνται, με την παλιακή τους γλώσσα, με την αύρα της εποχής στην οποία γράφτηκαν,με το άρωμά τους, με την δράση τους, άλλοτε την αστυνομική, άλλοτε την αισθηματική, με τη δική τους προσωπική και ανυπέρβλητη σφραγίδα, το καθένα από αυτά, φέρει τα σημεία του καιρού του.

Μα το κολλάζ είναι τέχνη, δεν είναι παίξε –γέλασε !  Γιατί το κάδρο στο οποίο βάζει το νέο της κέντημα, είναι καινούργιο, σημερινό.  Τα διηγήματα συρράφτηκαν σε μια μυθιστορηματική ιδέα, μέσα στην οποία αυτά εν μέρει τουλάχιστον διατηρούν την αυτονομία τους , όμως ταυτόχρονα γίνονται εικόνες τις οποίες αφηγείται η συγγραφέας, σε μια ώρα δύσκολη…. 

Σε μια ώρα που μια ολόκληρη πόλη πέφτει στο σκοτάδι και οι κάτοικοι, εθισμένοι στην τηλεόρασή τους και στον υπολογιστή, «αναγκάζονται να ανακαλύψουν» την προσωπική αφήγηση.  Τί άλλον κάνουν;   Έτσι τους δίνεται η ευκαιρία από ακροατές να γίνουν και λίγο αφηγητές, και τούμπαλιν. Τους δίνεται η ευκαιρία να  συζητήσουν, να ανταλλάξουν ιδέες, να ακούσουν ο ένας τη φωνή του άλλου.

Βεβαίως η ιδέα δεν είναι καινούργια, η χρήση της όμως είναι συναρπαστικά μοναδική…..  Οι κάτοικοι της ταλαιπωρημένης πόλης δίνουν το παρόν γύρω από την οικογενειακή εστία, εκεί που μπορεί να τρεμοσβήνει ένα κερί, όπως παλιά, εκεί που η γιαγιά έγνεθε και έλεγε. Έλεγε. Έλεγε.

Εκεί μάθαιναν τι έπαθε ο γείτονας, πού χάθηκε το ζωάκι του, που βρίσκεται το κορίτσι με την κόκκινη σκούφια, έβαζαν διλήμματα και αναζητήσεις, στοχάζονταν και αμφέβαλαν για όλους και για όλα, εμβάθυναν και ρωτούσαν, με συγκίνηση, με γέλιο, με προβληματισμό, ή με σαρκασμό, μα πάντοτε με ενδιαφέρον για το τι κρύβεται πίσω από τις πραγματικότητες. Φανταστείτε λοιπόν τους κατοίκους της πόλης που μετά απο αυτή την ονειρική διαδρομή τους, αιφνιδιάζονται απο την ξαφνική ρευματοδότηση που σχεδόν "θαμπώνει" ξαφνικά της ζωή τους.

Είναι άσβεστη η φλόγα του παραμυθά που χρησιμοποιεί τέτοια δομή.  Είναι μεγαλειώδες το μήνυμα που στέλνει σε μια κοινωνία που λιώνει τη φαντασία της ανέξοδα μπροστά σε οθόνες ηλεκτρονικές.


Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

Το Διπλό Βιβλίο, σαν εικόνα μαγική...



Ξάφνιασε,  κάποτε,  το «Διπλό Βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή, εκείνη η έκφραση της αγωνίας για την Ελλάδα και τους Έλληνες στον σύγχρονο κόσμο.   Ξαφνιάζει και σήμερα ακόμα, όταν επιστρέφεις και το ξαναδιαβάζεις.  Τώρα, ο αναγνώστης  -σα να έχει μπροστά του μια μαγική εικόνα-  γυρίζει τις σελίδες, για να διαβάσει και να ξαναδιαβάσει μερικές από τις παραγράφους του –έκπληκτος- γιατί θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί για το σήμερα.
Ο καιρός της δικτατορίας βρίσκει πολλούς έλληνες μαζεμένους στην Ευρώπη.  Άλλοι κυνηγημένοι που κατάφεραν να ξεφύγουν, άλλοι έτοιμοι με δύναμη να τα ανατρέψουν όλα, άλλοι που ζητούσαν δουλειά για να θρέψουν την οικογένεια, άλλοι μπαγκαμπόντες, άλλοι ψευτοφιλόσοφοι κι άλλοι χαφιέδες του προξενείου.   Ο ήρωας του Δημήτρη Χατζή, ο Κώστας είναι μέρος «του ρωμαίικου της Στουτγκάρδης».  
Ο Κώστας δουλεύει σε ένα εργοστάσιο όπου παράγουν λάμπες για αυτοκίνητα.  Περνάει τις μέρες του μετρώντας κουτάκια, μεταφέροντας κιβώτια,  σπρώχνοντας  ένα καρότσι που κυλάει σε χρόνο που κυλά με μαθηματική ακρίβεια.  Το ασανσέρ ανεβοκατεβαίνει τους ορόφους την ίδια ώρα, το ίδιο λεπτό , κάθε μέρα.
«Ο Γερμανός τις λογάριασε τις διαδρομές μας, τα ‘χει κιόλας κανονισμένα από την πρώτη στιγμή, τα’ ανέβασμα, το κατέβασμα, όλη μας την κίνηση.  Νάτος  κιόλας ο μηχανισμός που στήθηκε κιόλας, λέω με το νου μου.  Τι θα πει μηχανισμός; ιδού λοιπόν, τι θα πει μηχανισμός, που δεν το’ ξερα τόσο καιρό: Χωρίς να μιλήσουμε, να καθίσουμε να τα συμφωνήσουμε κι εγώ και ο άλλος, ο τορεαντόρος με τις φαβορίτες –δεχόμαστε το Γερμανό να μας οδηγεί.  Και μηχανισμός  λοιπόν θα πει πως γίνεται κάτι, πας κι εσύ, μπαίνεις μέσα και δεν σε ρωτάνε, δεν τους ρωτάς.  Και μας οδηγεί σωστά το μπουλντόκ…»   

Τόσο απλά και τόσο καταιγιστικά μας περιγράφει την εικόνα ο Δημήτρης Χατζής. Την εικόνα του έλληνα και του ισπανού που εργάζονται για τον μηχανισμό της ισχυρής Γερμανίας με τις μεγάλες βιομηχανίες που στήριξαν την παραγωγή τους σε ξένους εργάτες.

Σήμερα δεν είναι οι εργάτες, μα είναι οι αγορές.  Οι αγορές χωρών που σήμερα κατάντησαν φτωχές , μα πέρασαν μεγαλεία με ακριβά γερμανικά αυτοκίνητα, ηλεκτρικές συσκευές Miele, Siemens, Bosch, μηχανές κάθε είδους, από χλοοκοπτικά μηχανήματα που βολτάριζαν τους ατέλειωτους κήπους των Βορείων Προαστείων , μέχρι ανεμιστηράκια μέσα σε περίπτερα, από υποβρύχια  για πολέμους που ποτέ δεν έγιναν -γιατί αν είχαν γίνει θα είχαν βουλιάξει λόγω αστοχίας υλικού- μέχρι μπαταρίες για παιχνίδια παιδιών, που τώρα δεν παίζουν κλωτσοσκούφι, αλλά προτιμούν τα play station…..

Ο Κώστας, και οι συνοδοιπόροι του στο βιβλίο, ήταν άνθρωποι χωρίς πατρίδα, άνθρωποι που με αγωνία αναζητούσαν  το ρωμαίικο χαρακτήρα τους.   

Τσαλακωμένος από τα παιδικά του χρόνια, ο ήρωας μεγαλώνει με το φόβο μιας γενιάς που κρυβόταν από τον ίδιο τον εαυτό της.  Στη χαμένη γενιά της αντίστασης ανήκε ο πατέρας του, που δεν μιλούσε σε κανέναν στην οικογένεια για όσα ζούσε έξω από την εστία.   Ο φίλος του ο Σκουρογιάννης, γεμάτος νοσταλγία,  ένας άνδρας που νόμιζε ότι έκρυβε την Ελλάδα μέσα του , όταν επέστρεψε  από τα ξένα για να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα στο χωριό του, δεν την βρήκε πουθενά την Ελλάδα του.
Στις εννέα αφηγηματικές ενότητες, τα μισά τα διηγείται ο συγγραφέας,  που πορεύεται δίπλα στον Κώστα μέσα και  έξω από την Ελλάδα.  Βλέπει όσα δεν βλέπει ο ίδιος και μας τα αφηγείται. Συνδιαλέγεται μαζί του, ανταλλάσουν απόψεις και λυπούνται κι οι δύο βλέποντας να εξαφανίζεται στην ελληνική επαρχία η αδελφή του η Αναστασία, εκπρόσωπος  μιας γενιάς που είχε κι αυτή τα όνειρά της αλλά τα έπνιξε στο ρεαλισμό των συμβιβασμών της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.

Είναι τυχαίο άραγε ότι το βιβλίο, το Διπλό αυτό βιβλίο δεν ολοκληρώνεται?  Σα να περιμένει στο τέλος το επόμενο βιβλίο, εκείνο που μέλλεται να γραφτεί, σαν να ξέρει καλά ο συγγραφέας και συνοδοιπόρος του Κώστα στη Στουτγκάρδη, ότι  το μόνο που θα αλλάξει  είναι ο νέος τρόπος ζωής που θα διαδεχθεί τον παλιό, στο Βόλο, την Αθήνα, τη Στουγκάρδη ή όπου αλλού.
Το «διπλό βιβλίο» περιγράφει την Ελλάδα που καταρρέει.  Ακολουθεί το ρόλο της στην Ευρώπη,  ζει την αλλοτρίωση του μετανάστη, μετατρέπεται σε μετανάστη εσωτερικό και ξένο και σκορπίζεται μαζί με τα θραύσματα μιας μεγάλης έκρηξης που τα συντρίμμια της έφτασαν στις πέντε ηπείρους.
Λέγαν οι βιβλιοκριτικές ότι δεν αγαπήθηκε και πολύ το «διπλό Βιβλίο».  Τελικά η αγάπη είναι πολύ ώριμο συναίσθημα.   Ο χρόνος δούλεψε υπέρ του και ανέδειξε την αξία του.

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

"Το παν είναι να αντέξουμε"

Μια φορά κι έναν καιρό, σε κάποιο μέρος του κόσμου μακρινό,  οι άνθρωποι περπατούσαν με το σώμα στητό και τα χέρια ελεύθερα...... Ολοι εμείς, σε μια χώρα που οι άνθρωποι περπατούν με δεκανίκια αιφνιδιαστήκαμε, δηλαδή πέσαμε απο τα σύννεφα, όταν μας το αποκάλυψε χθες μια παραμυθού μοναδική, γητεύτρα του λόγου και των ιστοριών.

Η Λίλη Λαμπρέλλη μας μάγεψε όπως πάντα κάνει με τις αφηγήσεις της, χθες βράδι, στο Free Thinking Zone της οδού Σκουφά.   Την απολαύσαμε να μας λέει κάποιες απο τις ιστορίες που περιέχονται στο νέο βιβλίο της "Δέκα και ένα Παραμύθια σοφίας για καιρούς κρίσης και άλλων δεινών".

Μεγάλος ο τίτλος για ένα μικρό βιβλιαράκι έ; Ισως. Μεγάλο το θέμα το οποίο αποτελεί κοινό τόπο των ιστοριών όμως.   Εκεί κάπου, στο θάνατο, στο πένθος, στην καταστροφή, στην εξαφάνιση, υπάρχει ο σπόρος της ελπίδας. Αυτό ανασύρει ο ήρωας.  Αισθάνεται οτι έτσι κι αλλιώς είναι χαμένος.  Τί γίνεται όμως εάν για παράδειγμα , βρει στο δρόμο του ένα ρεβύθι, όπως συνέβη τον Πολυροβιθά;   Ο ήρωας μπορεί να ζήσει ανατροπές.

Γιατί σε όλες του τις μορφές, το λαϊκό παραμύθι στην ουσία μιλάει για ανατροπές με πρώτη και καλύτερη την ανατροπή της παιδικής ηλικίας.  Η ανατροπή, όπως βλέπουμε στα παραμύθια της αγαπημένης μας Λίλης Λαμπρέλη, είναι πλασμένη απο μικρούς θανάτους και συνεχείς αναγεννήσεις, η ανατροπή  προκαλεί μετακίνηση, απαιτεί αντοχή κι εμπιστοσύνη στη ζωή.  Μα μπορεί να φέρει το νέο, να αλλάξει τα πράγματα άρδην, να προκαλέσει μια νέα κατάσταση....

Νεα κατάσταση. Τί κατάσταση; Μαύρη; Ασπρη; Ευημερούσα; Φτωχή; Αγαπησιάρικη; Πολεμική; Χειρότερη ή καλύτερη; Αγνωστο. Κι όπως λέει o Ρίλκε "ποιός μίλησε για νίκες, το πάν είναι να αντέξουμε"!

Αλλωστε τί είναι η τύχη; Τί είναι η ατυχία; Ολα περνούν, κι όλα ξανάρχονται ... Κι αφού, όπως λέν τα παραμύθια, πολλά κακά βγαίνουμε σε καλό, μπορούμε να ελπίζουμε....

Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

Στην άγρια πλευρά της ζωής


Στον Κόσμο των Τεράτων επανέρχομαι ξανά και ξανά, σα να είναι μια σταθερή παράμετρος, σα να είναι, ο πιο γνώριμος και ο πιο ασφαλής κόσμος, απο τα χρόνια τα παλιά.....


Ο Maurice Sendak , που άφησε τον ανθρώπινο κόσμο  στις αρχές του Μάη, θεωρείται ο πιο σημαντικός εικονογράφος παιδικών βιβλίων του 20ου αιώνα, γιατί πήρε το εικονογραφημένο παιδικό βιβλίο από τον «ασφαλή, απολυμασμένο κόσμο του παιδικού δωματίου και το βύθισε στα σκοτεινά, τρομακτικά και βασανιστικά όμορφα κοιλώματα της ανθρώπινης ψυχής».


Το Where the wild things are αν και αμετάφραστο στην Ελλάδα έχει πουλήσει παγκοσμίως 19 εκατομμύρια αντίτυπα από τη στιγμή που πρωτοεκδόθηκε το 1963: Ο Μαξ, είναι ένα αγόρι που ξεκινάει ένα ταξίδι με τη φαντασία του στη χώρα των τεράτων, όταν η μητέρα του τον στέλνει τιμωρία στο δωμάτιό του να κοιμηθεί χωρίς βραδινό...


Εξηγώντας ο ίδιος έγραφε: «Ήμουν φιλάσθενος όταν ήμουν παιδί και έδειχνα προτίμηση στα βιβλία και τη ζωγραφική. Περνούσα ώρες στο παράθυρό μου, σχεδιάζοντας τα παιδιά της γειτονιάς καθώς έπαιζαν. Σχεδίαζα και πρόσεχα και αυτά τα σημειωματάρια έγιναν αργότερα το γόνιμο έδαφος της δουλειάς μου. Δεν υπάρχει κανένα βιβλίο που να έχω γράψει ή εικόνα που έχω ζωγραφίσει που δεν τους χρωστά με κάποιο τρόπο την ύπαρξή του. Αν έχω ένα ιδιαίτερο χάρισμα, δεν είναι ότι ζωγραφίζω καλύτερα από άλλους ανθρώπους – ποτέ δεν ξεγέλασα τον εαυτό μου με τέτοιες σκέψεις. Το χάρισμά μου είναι μάλλον πως θυμάμαι πράγματα που άλλοι άνθρωποι ξεχνούν: τους ήχους και τα συναισθήματα και τις εικόνες – τη συναισθηματική ποιότητα- ιδιαίτερων στιγμών της παιδικής ηλικίας. Ευτυχώς, ένα ουσιαστικό κομμάτι του εαυτού μου –η ζωή στα όνειρά μου- ζει ακόμη στο φως της παιδικής ηλικίας.


Και μετά ήταν τα βιβλία που αγαπούσα – αυτά τα φτηνά, από χαρτοπολτό, φανταχτερά σχεδόν κακόγουστα εικονογραφημένα κόμικς και ιστορίες. Καλύτερα απ’ όλα, ίσως, ήταν οι ταινίες της παιδικής μου ηλικίας – οι απολαυστικές ταινίες τρομερών τεράτων και οι εικονογραφικά ζωντανές, τόσο παράλογα χαριτωμένες φιγούρες του Μίκυ Μάους και του Τσάρλυ Τσάπλιν. Αυτές ήταν οι κυρίως επιρροές μου ως νέου καλλιτέχνη.


Η εικονογράφηση είναι μια μεγέθυνση, μια απόδοση του κειμένου, έτσι ώστε ο αναγνώστης να καταλάβει τις λέξεις καλύτερα. Ως καλλιτέχνης υπηρετείς πάντα τις λέξεις. Δεν πρέπει ποτέ να εικονογραφείς ακριβώς αυτό που είναι γραμμένο. Πρέπει να βρεις ένα χώρο στο κείμενο, απ’ όπου οι εικόνες θα κάνουν τη δουλειά τους. Κι ύστερα πρέπει να αφήσεις τις λέξεις να κυριαρχήσουν εκεί που εκείνες το κάνουν καλύτερα. Είναι ένα αστείο είδος ταχυδακτυλουργίας. Το καλλιτεχνικό ύφος είναι μόνο ένας τρόπος για ένα τέλος, και όσα περισσότερα στυλ διαθέτεις τόσο το καλύτερο. Αν παγιδευτείς μέσα στο ύφος σου χάνεις κάθε ευελιξία. Αν έχεις μόνο ένα στυλ, τότε θα κάνεις ξανά και ξανά το ίδιο βιβλίο, πράγμα που είναι λίγο βαρετό. Τα διαφορετικά στυλ εικονογράφησης σου επιτρέπουν να μπαινοβγαίνεις μέσα στα βιβλία. Έτσι λοιπόν ανέπτυξε ένα κομψό στυλ, ένα χοντροκομμένο στυλ, ένα λεπτεπίλεπτο στυλ και ένα πραγματικά άγριο στυλ.

Ως ένας επίδοξος καλλιτέχνης θα πρέπει να πασχίζεις να είσαι αυθεντικός. Πρέπει να έχεις κάτι να πεις και ένα φρέσκο τρόπο για να το πεις. Καμιά ιστορία δεν αξίζει να γραφτεί, καμιά εικόνα να φτιαχτεί, αν δεν είναι ένα έργο της φαντασίας και της σκέψης.»

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Εισιτήριο για το Μουσείο της Αθωότητας

Ένα μουσείο συναισθημάτων, ήρθε για να δώσει σάρκα και οστά στο «Μουσείο της Αθωότητας» μέσα σε ένα σκούρο κόκκινο αρχοντικό κτίσμα, στην καρδιά της Κωνσταντινούπολης, εκεί κάπου, στην αγορά με τις αντίκες.
Το «Μουσείο της Αθωότητας» είδε το φως της δημοσιότητας το 2008, δύο χρόνια αφού ο Ορχάν Παμούκ έλαβε το Νόμπελ. Ο ήρωας, ο Κεμάλ, γεννήθηκε όπως και ο συγγραφέας του , στην αριστοκρατική γειτονιά της πόλης.
Όταν αποφάσισε να «σπάσει» την κοινωνική συνθήκη, τι άλλο θα μπορούσε να είναι ο λόγος? Έρωτας. Ένα κορίτσι, πωλήτρια σε κατάστημα, πήρε τα μυαλά του Κεμάλ που αποφάσισε να τα εγκαταλείψει όλα για να την κερδίσει.
Τον αναγνώστη τον κερδίζει η ιστορία, αλλά σίγουρα δεν τον απατά. Δεν τον ξεγελάει. Ο Ορχάν Παμούκ έχει κάνει καλά για ένα μικρό –παλιότερα-- τη δουλειά του σεναριογράφου. Σίγουρα το φόντο της ιστορίας με τα 83 κεφάλαια, έχει κάτι από μελό τουρκικής σαπουνόπερας, όμως ο πόνος είναι κεντρικό θέμα στην πραγματική ζωή και έχει αποτελέσει αγαπημένο χώρο για τις νουβέλες. 

 Ο πόνος αυτός είναι πραγματικός, αυθεντικός και --συχνά στα γραπτά του Ορχάν Παμούκ— αναδεικνύει το άγχος που έχει κάποιος που γνωρίζει καλά ότι δεν φτάνει να υποδύεσαι ότι ζεις σε μια εκσυγχρονισμένη κοινωνία. Δεν αρκεί να προσποιείσαι, γιατί στο βάθος ξέρεις ότι ζεις σε μια κοινωνία οπισθοδρομική , που ζει «ψευδώς» και μιμείται τον δυτικόφερτο τρόπο ζωής .
Το «άγχος» αυτό το εντοπίζουμε και σε άλλα βιβλία του Νομπελίστα συγγραφέα και προδίδει το άγχος της κοινότητας των διανοουμένων στη χώρα του. Αντέχει η Τουρκία να βγει από την εικόνα της? Είναι αληθινό το πρόσωπο που δείχνει προς τα έξω?


 Όταν αγαπημένη του Κεμάλ πεθαίνει, εκείνος ζει σαν θηρίο στο κλουβί. Δεν βρίσκει πουθενά την ηρεμία του. Φτιάχνει λοιπόν ένα μουσείο, όπου στεγάζει όλα εκείνα τα αντικείμενα που εκείνη άγγιξε. Από τις αλατιέρες του πατρικού της σπιτιού, μέχρι το καθρεφτάκι της. Τα σκουλαρίκια της, τα χτενάκια από τα μαλλιά της, καθώς και το φόρεμα που φορούσε όταν την πρωτογνώρισε, βρίσκονται σε περίοπτη θέση στο μουσείο που , τελικά χτίστηκε μετά από πολλά προβλήματα με την τουρκική γραφειοκρατία…

 «Το Μουσείο αυτό μας μεταφέρει την ατμόσφαιρα του βιβλίου» λέει ο Ορχάν Παμουκ σε μια συνέντευξη του. Το Μουσείο, όπως άλλωστε και το βιβλίο, είναι ένα εγκώμιο για τη γενέτειρα του Ορχάν Παμούκ, αλλά ταυτόχρονα είναι και ένας θρήνος για μια χαμένη αγάπη. «Είναι νοσταλγικό Μουσείο» λέει , αλλά δεν μένει σε αυτό: «Είναι ακόμα κάτι. Εδώ προσπαθούμε να συντηρήσουμε κάποια πράγματα που έχουν μείνει κρυμμένα, την κοινή εστία, τις καθημερινές αρετές. Πιστεύουμε ότι πρέπει να τιμήσουμε όλα αυτά τα εφήμερα…». 


Στο μουσείο , ο επισκέπτης θα ακούσει ακόμη και τον ήχο από τα μικρά βαποράκια που χρησιμοποιούνται στο Βόσπορο, όπως στη Βενετία. Θα ακούσει ακόμη και το τικ-τακ του ρολογιού. Ο Κεμάλ επισκέφθηκε 1.743 μουσεία μέσα σε 15 χρόνια και τον συνόδευε βεβαίως σε αυτό ο συγγραφέας του ο Ορχάν Παμούκ.  


Έτσι πείστηκε ότι τα μουσεία, όπως και τα βιβλία, μπορούν να μιλήσουν και για ανθρώπινες ιστορίες, για τον καθέναν προσωπικά, και δεν πρέπει μιλούν μόνο για τα έθνη , την ιστορία τους, τους θεσμούς και τους λαούς στο σύνολό τους.

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

Η "δύναμη" και η "δόξα" είναι το ζητούμενο;

Καμιά φορά πέφτουν στα χέρια σου μικροί θησαυροί όταν σκαλίζεις τα ράφια της βιβλιοθήκης. Ενας τίτλος σε ένα μικρού μεγέθους βιβλίο μου τράβηξε την προσοχή. Μάλλον γιατί οι λέξεις που έφτιαχναν τον τίτλο είχαν πολύ ενέργεια. Διάβασα το "Η δύναμη και η δόξα" πρόσφατα, αρκετά χρόνια αφού είχα διαβάσει το "Τέλος μιας σχέσης" του Γκράχαμ Γκρίν. Ξαναθυμήθηκα το ύφος και το στυλ του. Με κυρίευσε. Με ταξίδεψε σε μια νότια πολιτεία του Μεξικού, δεν ξέρω ποιά....
Ένα κράτος βρίσκεται σε φάση διάλυσης, ερειπωμένο, φτωχό, σε κατάσταση αποσύνθεσης. Το Μεξικό είναι αστυνομικοκρατούμενο και στρατοκρατούμενο. Τα όργανα της τάξης έχουν τον πλήρη έλεγχο και εφαρμόζουν τους δικούς τους κανόνες, φτάνοντας πολλές φορές μέχρι τα άκρα. Κεντρικός χαρακτήρας ένας ιερέας. Στην ουσία ο τελευταίος καθολικός ιερέας που έχει απομείνει καθώς ο Χριστιανισμός ήταν υπό καθεστώς απαγόρευσης και διωγμού. Ένας ιερέας με πολλές ιδιαιτερότητες και αρκετά περίεργο χαρακτήρα, αρκεί να σημειωθεί πως χαρακτηρίζεται σαν "μπεκρόπαπας". Ακολουθούμε τον ιερέα στην περιπλάνησή του μέσα στη χώρα του Μεξικού. Είναι κυνηγημένος. Προσπαθεί να αποφύγει τη σύλληψη από τις αρχές καθώς αυτό θα σήμαινε και την θανατική του καταδίκη. Σκοντάφτει επάνω σε ενδιαφέροντα ηθικά διλήμματα. Το καλό και το κακό, η πίστη και η απιστία, το καθήκον και η θυσία σε αντιδιαστολή με την διαφυγή και την σωτηρία. Ιδιαίτερα "προκλητική" είναι και η εικόνα που δίνει ο συγγραφέας για την κατάσταση του κράτους. Κράτος σε αποσύνθεση, αλλά στιβαρό και ασφυκτικό για τους πολίτες.
Βαθειά πολιτικοποιημένος, με τη δύναμη και το κύρος του κλασσικού, έχοντας πίσω του περίπου τριανταπέντε τίτλους στο συνολικό του έργο, ο Γκράχαμ Γκρίν δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Ισως γι αυτό εκτιμάται ιδιαιτέρως και πολλοί υποστηρίζουν πως είναι ένας από τους μεγάλους αδικημένους του θεσμού των Βραβείων Νομπελ, καθώς ίσως θα έπρεπε να βραβευόταν κάποια στιγμή, αλλά κάτι τέτοιο δεν έγινε. Ωστόσο οι φήμες, πως μια προσωπική κόντρα με ένα μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα για αυτό το γεγονός, δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ.

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Στην Καρδιά της Νύχτας, με ρυθμό ...αραβικό...

Το ζήτημα δεν είναι αν καταλαβαίνει κανείς ή όχι, τη ζωή του Γκάαφαρ Ιμπραήμ Σάγιεντ ελ Ράουι. Το θέμα είναι ότι έζησε την πραγματικότητα γιατί είναι ένας τολμηρός, παθιασμένος και απερίσκεπτος άνδρας.
Μια απαστράπτουσα παραφροσύνη ήταν ο έρωτάς του για τη Μαρουάνα. Με απέχθεια για την επιτυχία τράβηξε απερίσκεπτα το δρόμο της καρδιάς κάνοντας παράτολμες κινήσεις. Δεν έμεινε κάτω από τα φτερά του παππού του, μολονότι αυτή ήταν η μόνη του ελπίδα από τότε που έχασε τη μάνα του. Θυσίασε ακόμη και τις σπουδές που του πρόσφερε απλόχερα ο ιδιόρρυθμος πάμπλουτος και συνάμα ολιγαρκής γέροντας, γεννήτορας του πατέρα που δεν πρόλαβε να γνωρίσει.

Προτίμησε να ζήσει την περιπέτεια και την παράφρονα αγάπη. Κι ήταν αυτό τόσο δυνατό, που δεν τον άφησε να απολαύσει αυτό που τόσο στερήθηκε, την οικογενειακή αγκαλιά, την στοργή και το ενδιαφέρον πατέρα και μητέρας μαζί. Όλα αυτά που του έλειψαν , τα διέγραψε και τα ξέχασε όταν άναψε η φλόγα μέσα του. Τα τρομακτικά κι απόκοσμα μέρη οδηγούσαν τα βήματά του. Η περιπέτεια και η τρέλα έγιναν ο στόχος του. Η γιδοβοσκός Μαρουάνα είχε μετατραπεί γι αυτόν σε ένα συναρπαστικό δυναμικό θηλυκό.

 Τον επιστήθιο φίλο του Σακρούν που τον συμβούλευε να μην χάσει τα πολύτιμα πράγματα που του χάρισε η ζωή, τον θεωρούσε φτωχό σε εμπειρίες και κυρίως, νικημένο από την μικρόνοια. Όμως η Μαρουάνα μισούσε τη μυρωδιά των σπιτιών και της στοργικής αγκαλιάς. Ήταν αθυρόστομη, απότομη και όταν η φλόγα σβήστηκε, ο έρωτας σώθηκε, κι εκείνη έδειξε ότι είχε χέρι βαρύ γιατί άλλωστε οι άνδρες, στη μικρή κοινωνία της εσωστρέφειας όπου ζούσε, δεν είχαν δυναμική θέση στη λήψη των αποφάσεων.

 Από την σαρκική απόλαυση ο Γκάαφαρ, πέρασε σιγά-σιγά στην αρρωστημένη περιοχή της απελπισίας. Η συζυγική εστία μετατράπηκε σε πεδίο μάχης κι εκείνη, σε λύκαινα που ούρλιαζε γιατί έβλεπε γύρω της μόνο εχθρούς. Όμως ήρθε ή ώρα που στάθηκε τυχερός, γιατί από την απόλυτη σύγχυση ο Γκάαφαρ πέρασε σε μια κατάσταση απόλυτης λογικής και τάξης.

 Μεσολάβησε μία εξαγνιστική περίοδος όπου βρήκε το χαμένο νόημα της ζωής στα τραγούδια του περιοδεύοντος θιάσου του φίλου του Σακρούν , μέχρι που επέστρεψε σε κατάσταση αξιοπρέπειας με αφορμή ένα πρόσωπο που μπήκε στη ζωή του. Ήταν η στιγμή που συνάντησε την απόλυτη στοργή στην αγκαλιά της αριστοκράτισσας Χόντα στην Αλ Χελμέγια. Η οικογένειά της την αποκλήρωσε, γιατί δεν περίμεναν ότι η Χόντα θα παντρευόταν τον Γκάαφαρ που είχε εκπέσει απόλυτα εδώ και καιρό από τους αριστοκρατικούς κύκλους που είχε την τύχη να προσεγγίσει λόγω του κοινωνικού κύκλου του εύπορου παππού του.

Η συγχώρεση του παππού όμως δεν ήρθε παρά τον πολλά υποσχόμενο γάμο που Γκάαφαρ. Παρά τις σπουδές που του επιφύλαξε η νέα του ζωή και παρά το γεγονός ότι άνοιξε ένας μεγάλο δικηγορικό γραφείο στο κέντρο της πόλης. Από εκεί περνούσαν οι φίλοι και οι συμφοιτητές του για να ανταλλάσσουν απόψεις και να φιλοσοφούν. Η κόλαση της Μαρουάνα είχε τελειώσει για πάντα και η αξιοπρέπεια ήταν τώρα οδηγός στη ζωή του. Από το αντίσκηνο της πάμφτωχης νομάδας βρέθηκε στο αρχοντικό και στο ιδιόκτητο γραφείο. Χάρη σε μια γυναίκα.

Αντιμετώπισε με στωικότητα κι ελπίδα τις δοκιμασίες της ζωής και ύστερα, όταν πλέον ωρίμασε συναισθηματικά, ήρθε η ώρα να αναζητήσει για τον ίδιο του τον εαυτό αλλά και για τους γύρω του , την κοινωνική δικαιοσύνη. Η ανάμειξη στην πολιτική ήταν το επόμενο βήμα του.

Ο ήρωας Γκάαφαρ του «Στην Καρδιά της Νύχτας» ονειρεύεται και γερνάει μέσα από την ιστορία της ζωής του την οποία διηγείται μια βραδιά σε ένα καφενείο στο παλιό Κάιρο. Ο Ναγκίμπ Μαφχούζ,  (Νομπέλ Λογοτεχνίας 1988) που γράφει σε ένα ρυθμό μοναδικό, και θεωρείται ο πατριάρχης της αραβικής λογοτεχνίας, είναι ο πρώτος λογοτέχνης της Αιγύπτου που έθεσε σε αμφισβήτηση την παραδοσιακή ηθική και τις κατεστημένες πεποιθήσεις στη χώρα του, διατυπώνοντας ερωτήματα. Τα έργα του εισάγουν τον δυτικό τρόπο σκέψης στην αραβική λογοτεχνία και κάνουν λόγο για τη δυνατότητα του ατόμου να αλλάξει το πεπρωμένο του σε αντίθεση με την κυρίαρχη μοιρολατρία.

 Μεταφρασμένο από την αγαπημένη μας Πέρσα Κουμούτση, μας βάζει στο ρυθμό και στην ψυχοσύνθεση ενός άλλου λαού, που βρίσκεται τόσο κοντά, και τόσο μακριά μας…

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

"Θα φωνάξω την Αστυνομία" ... μια ιστορία απώθησης και ανάκτησης

Η φράση «θα φωνάξω την αστυνομία» είναι το κλειδί για να ανοίξει η πόρτα που κλείνει ερμητικά τη διπλή ζωή του Μπομπ Μπεργκερ. Το κλειδί, το βρίσκει ο Ιρβινκ Γιάλομ, κουβεντιάζοντας μετά από ένα δείπνο με το φίλο του τον Μπομπ, που επιδεικνύει –κατά τον ίδιο τον καθηγητή της ψυχιατρικής- αξιοπερίεργη συμπεριφορά. 


Ο Μπομπ Μπέργκερ απωθεί τη μια ζωή του, την ώρα ακριβώς που ανακτά τη δεύτερη ζωή του. Χρόνια τώρα ζει ισορροπώντας σε ένα τεντωμένο σκοινί, χωρίς να θέλει, χωρίς να ξέρει γιατί, απλά επειδή το υποσυνείδητό του δεν τον αφήνει να πέσει προς, τη μία πλευρά, για να μην τον μονοπωλήσει αυτή, και ξεχαστεί η άλλη. Είναι μέσα του και λειτουργεί για να τον ταλαιπωρεί, να μην ξεχνιέται, να μην απελευθερώνεται ποτέ.
Ο ίδιος ο Μπομπ δεν κατανοεί γιατί του συμβαίνουν αυτά. Για πρώτη φορά αφηγείται στον Γιάλομ, τις φρικιαστικές εικόνες που έζησε στην παιδική του ηλικία. Εικόνες που μπορεί ο καθένας να έχει διαβάσει. Όταν τις έχει ζήσει όμως είναι διαφορετικά. Όταν τις έχει ζήσει τις απωθεί, τις διώχνει. Κι ύστερα έρχονται άλλες στη θέση τους. Για να απωθηθούν κι αυτές με τη σειρά τους και να ανακτηθούν στην πρώτη ευκαιρία. 

 Την ευκαιρία αυτή μπορεί να τη δώσει μια αντίδραση. Μια εικόνα. Μια φράση. Στην περίπτωση του Μπέργκερ είναι η φράση «Θα φωνάξω την Αστυνομία». Θέλησε να φωνάξει την αστυνομία, όταν αισθάνθηκε ανασφάλεια σε ένα ταξίδι που έκανε για επιστημονικούς λόγους, στη Βενεζουέλα. Συμπτωματικά, την ίδια αυτή φράση, είχε θελήσει να φωνάξει για να σωθεί από τους ναζί, όταν ήταν ακόμη παιδί, στην Ουγγαρία του Ολοκαυτώματος…
"Καθώς το αποχαιρετιστήριο δείπνο έφτανε στο τέλος του, ο Μπόμπ Μπέργκερ, ο φίλος μου από τα παλιά, έκανε νόημα ότι είχε ανάγκη να μου μιλήσει. Είχαμε ακολουθήσει διαφορετικές επαγγελματικές κατευθύνσεις, εκείνος χειρουργούσε καρδιές, εγώ θεράπευα ραγισμένες καρδιές μέσα από τη συζήτηση, κι όμως μεταξύ μας υπήρχε ένας στενός σύνδεσμος πού το νιώθαμε κι οι δύο πως θα διαρκούσε όλη μας τη ζωή. Όταν με πήρε απ' το μπράτσο για να με τραβήξει παράμερα, κατάλαβα πως συνέβαινε κάτι εξαιρετικό. Ο Μπόμπ πολύ σπάνια με άγγιζε. Κάτι τέτοια τα παρατηρούμε εμείς οι ψυχίατροι. Έσκυψε στο αυτί μου και είπε βραχνά: "Μου συμβαίνει κάτι πολύ βαρύ... ξεσπάει το παρελθόν... οι δύο ζωές μου, της νύχτας και της μέρας, γίνονται ένα. Έχω ανάγκη να μιλήσω σε κάποιον ". 

 Κατάλαβα. Μετά τα παιδικά του χρόνια, που τα πέρασε στην Ουγγαρία την εποχή του Ολοκαυτώματος, ο Μπόμπ ζούσε δυο ζωές: μια το πρωί, σαν ένας γλυκομίλητος, αφοσιωμένος και ακούραστος καρδιοχειρουργός, και μια άλλη τη νύχτα, όπου στα όνειρά του περιφέρονταν θραύσματα από φρικτές αναμνήσεις. Για την πρωινή του ζωή γνώριζα τα πάντα, για τη νυχτερινή όμως στα πενήντα χρόνια της φιλίας μας δεν είχε αποκαλύψει τίποτα. Ούτε ποτέ είχα ακούσει απ' το στόμα του ένα ξεκάθαρο αίτημα για βοήθεια: ήταν κλειστός, μυστηριώδης, αινιγματικός. [...] Δημοσίευε πυρετωδώς, δίδασκε και χειρουργούσε ακαταπόνητα. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος στον κόσμο πού εμφύτευσε τεχνητή καρδιά μερικής υποβοήθησης, εξασφαλίζοντας μακρόχρονη επιβίωση. Και όλ' αυτά απόλυτα μόνος στον κόσμο -είχε χάσει όλους τους δικούς του στο Ολοκαύτωμα. Για το παρελθόν του όμως δεν έλεγε τίποτα. Μ' έτρωγε η περιέργεια, γιατί δεν είχα γνωρίσει άλλον άνθρωπο που να έζησε από πρώτο χέρι τη φρίκη των στρατοπέδων, ο Μπόμπ όμως απόδιωχνε τις ερωτήσεις μου και με κατηγορούσε γιά ηδονοβλεψία."

 Λόγος απλός και φλύαρος από τον Ιρβιν Γιάλομ που θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή εκπροσώπους της υπαρξιακής σχολής. Η ιστορία είναι απλή, την χαρακτηρίζει όμως πολυλογία που είναι μάλλον άχρηστη στον αναγνώστη ο οποίος οδηγείται σχετικά εύκολα σε συμπεράσματα. Ίσως μάλιστα να βιάζεται να ξεφυλλίσει γρήγορα, γιατί το τι πέρασαν οι φυλακισμένοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι στ’ αλήθεια πολυδιαβασμένο……

 Στα θετικά του το «τέχνημα» της διπλής ζωής και της μαγικής φράσης-κλειδί, που ωστόσο οφείλεται –όπως δείχνει η εργογραφία του Γιάλομ-_περισσότερο σε διηγήσεις ψυχοθεραπείας, και λιγότερο σε λογοτεχνικό εύρημα …. 

 Το «Θα φωνάξω την Αστυνομία» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ σε μετάφραση Ευαγγελίας Ανδριτσάνου.

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Σαββατο βράδυ στην άκρη της πόλης, ξανά !

Είναι ωραίο να βρίσκεσαι Σαββάτο βράδυ στην άκρη της πόλης, ξανά, κάτι χρόνια μετά.  Όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια, επιστρέφεις πίσω.  Όπου και να σε έχει πάει η ζωή, ξαναβρίσκεσαι στο κέντρο του δυτικού κόσμου, και συγχρόνως στην άκρη του, στις φτωχογειτονιές της Νέας Υόρκης.  Παρέα με τη Σώτη Τριανταφύλλου.


Ακούς πάλι τις νότες και τη φωνή της Πάτυ Σμιθ που τραγουδά στο Κάτω Μανχάταν.  Ο ήχος του Rock and Roll αντηχεί στις προκυμαίες και μερικοί φοιτητές ξεκινούν την περιπέτειά τους, μέσα από δωμάτια φτηνών ξενοδοχείων  του Τσέλσι ή του Κάναρσι, όπου κάνουν βόλτες ανέμελες κατσαρίδες.

Μια νεαρή ελληνίδα, η Μπίμπι, ο Νίκυ, η Νάνσυ ο Κούκι και οι φίλοι τους, οι τζάνκι επίδοξοι ηθοποιοί του Broadway, οι Άγγελοι της Κόλασης  με τα θαυματουργά χαπάκια τους και οι γιάπις μας ξεναγούν σε μια πόλη ξεμυαλισμένη, πολύχρωμη, ασυλλόγιστη , μα ταυτόχρονα φιλική, συγκινητική κι αγαπησιάρα.   Μια πόλη που τις νύχτες χοροπηδάει στα μπαρ, έχοντας στο χέρι από φτηνή μπύρα μέχρι σαμπάνια, στους ρυθμούς των τραγουδιών του David Bowi, του Frank Zappa και του Carl Perkins.   Μια πόλη που  έχει κάτι να δώσει σε όλους, που προσφέρει ακριβά και φτηνά θεάματα.
 Την ώρα που η Marion Faithfull δίνει συναυλία στην κατάφωτη αίθουσα του Ριτζ, ένας  σωσίας του Τζον Τραβόλτα, κουνάει τους γοφούς του με πάθος μπροστά στο άγαλμα του Γκαριμπάλντι στην πλατεία Washington και είναι τόσο ίδιος , μα τόσο ίδιος με το ίνδαλμά του , που νομίζεις ότι χορεύει ο ίδιος ο Τραβόλτα στην ντισκοτέκ του Bay Ritz στο «Πυρετός το Σαββατόβραδο».


Ο χρόνος δεν είναι στάσιμος.  Για κανέναν απο εμάς, για κανέναν από τους ήρωες της Σώτης Τριανταφύλλου.  Τα χρόνια που έζησαν αυτά τα παιδιά στις σελίδες  του βιβλίου, είναι μεστά εμπειριών και στιγμών μεγάλων και μικρών.  Οι ήρωες της Σώτης ζουν την τρέλα, απολαμβάνουν έρωτες, γνωρίζουν την αληθινή φιλία, και συναντούν απροσδόκητα την απώλεια  και τον θάνατο.
Υποθέτω πως σήμερα, αν κάποιοι από αυτούς ήταν πρόσωπα υπαρκτά, θα βρίσκονται στην άλλη πλευρά της πόλης, μπορεί να περπατούν κρατώντας χαρτοφύλακα στη Wall Street,  ντυμένοι με κοστούμια  αγορασμένα από τους Brooks Brothers και  κάποιοι θα φορούν και αυστηρά κοκάλινα γυαλιά, ή ταγιέρ και ψηλοτάκουνες γόβες σε παλ χρώμα.    Η νεαρή φοιτήτρια σίγουρα θα είναι μια πολλά υποσχόμενη καθηγήτρια Ιστορίας, η Χόλι διάσημη ηθοποιός που ζει από το χειροκρότημα του κοινού της στα μεγάλα θέατρα, η Μπίμπι μια καλή σύζυγος αν και κάτι τέτοιο δεν το ονειρευόταν ποτέ εκείνα τα χρόνια της νιότης…

Έτσι είναι όταν μεγαλώνεις.  Θέλεις να κάνεις βόλτες στην παραλιακή λεωφόρο με γαλάζια ή λευκή Κορβέτ, όχι με διαλυμένες σακαράκες.  Αγοράζεις καλλυντικά από τα Bloomingdales , όχι προϊόντα της ανάγκης από το Πριζουνίκ.  Πηγαίνεις στα αξιοπρεπή μπαρ όχι σε καταγώγια  και πίνεις μόνο μπέρμπον, όχι πια φτηνές μπύρες.  Λες «τέλος» στην αγγελόσκονη και στις  φιλίες με αδύναμους που δεν κατάφεραν να ξεκολλήσουν από το κοινόβιο ισόγειο διαμέρισμα μιας φτωχογειτονιάς της Νέας Υόρκης. 

Όμως, όταν ξαναδιαβάζεις  το «Σάββατο Βράδυ στην άκρη της πόλης»  το μυαλό σου τρέχει πίσω –μπρος.  Ταξιδεύεις, όσο και να έχεις αλλάξει…