Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

Τέφρα και Σκιά, τότε και σήμερα

Οι μεγάλες ανθρωπιστικές καταστροφές τριγυρνούν αυτόν τον καιρό στο μυαλό μας, με τους πρόσφυγες να παλεύουν στα κύματα του Αιγαίου, με συγκρούσεις να μαίνονται, με πολιτισμούς να καταρρέουν και με τον ορισμό του όρου "γενοκτονία" να έχει γίνει σημειο αντιπαράθεσης.  Δεν είναι καινούργια η έριδα.  

Κάποτε ζητήθηκε απο τον Harold Pinter να γράψει ένα έργο που να αναφέρεται στο Ολοκαύτωμα.  Με το "Ashes to Ashes" (Στάχτες στις Στάχτες, επι το ελληνικότερον) στην ουσία απάντησε οτι η μαύρη αυτή πτυχή της ευρωπαϊκής ιστορίας μπορεί να περιγραφτεί μόνον αποσπασματικά, με μνήμες διάφορες εδώ κι εκεί, βασισμένες σε μαρτυρίες, όχι σαν βιβλίο με σελίδες που ακολουθούν η μια την άλλη, με μια συνέχεια, μα σαν εικόνες αποτρόπαιες, παρμένες απο διάφορα παλιά φωτογραφικά άλμπουμ σκορπισμένα σε διάφορες χώρες και διαφορετικές εποχές. Όπως ακριβώς συμβαίνει σε κάθε οδυνηρή μνήμη του παρελθόντος και σε κάθε τραυματική εμπειρία.



Με τον τίτλο "Τεφρα και Σκιά" επανήλθε ο Pinter με το μονόπρακτό του κοντά μας αυτόν τον θεατρικό χειμώνα, βάζοντας τη Ρεβέκκα και τον Ντέβλιν να μας θυμίσουν οτι η κακοποίηση είναι κάτι φρικτό που δεν ξεχνιέται, κάτι ανατριχιαστικό απο το οποίο δεν ξεφεύγεις ποτέ, αλλά ταυτόχρονα πως ο άνθρωπος δεν ξεφεύγει από τη φύση του, μέσα στην οποία το στοιχείο της βίας ζει, επωάζεται και αναπνέει.


Ο Δημήτρης Καραντζάς που σκηνοθέτησε την παράσταση που μας καθήλωσε στις "Ροές" χρησιμοποιεί με τρόπο απέριτο και αριστοτεχνικό το γνωστό βρετανικό φλέγμα και μας παρουσιάζει τα δυο πρόσωπα να συνδιαλέγονται, να σιωπούν και εντέλει να σφαγιάζονται μπροστά μας, δίχως να χυθεί σταγόνα απο αίμα.  Δυο χαρακτήρες, εκείνη (η Ρεβέκκα) κι εκείνος (ο Ντέβλιν) καταθέτουν τη μαρτυρία τους για το μαζικό έγκλημα, με τον τρόπο που ο καθένας το διαχειρίζεται απο την πλευρά του.


Εκείνη (Εύη Σαουλίδου) με επιλεκτιμή μνήμη και με απάθεια που σε κάνει να αναρωτιέσαι για τα υποκριτικά της όρια, περιγράφει την κακοποίηση της, αναφέροντας μόνον όσα επιθυμεί, σαν ένας απλός θεατής του αισχρού εγκλήματος. Εκείνος (Χρήστος Λούλης) με επιλεκτική αμνησία και  με ενδιαφέρον που κινείται μόνον στα όσα τον αφορούν, της θέτει τα ερωτήματά του με τρόπο που πάλι σου επιβάλει να αναρωτηθείς, εάν τον σύζυγο, τον ενδιαφέρει κάτι πιο ουσιαστικό αλήθεια εκτός απο το ότι η "κακοποίηση" είναι κάτι που εντάσσεται στο βίο της συζύγου του πριν απο τη σχέση και τη γνωριμία τους, ή όχι...

Με πόσο χιούμορ αλήθεια θέτει αυτό το στοιχείο του χαρακτήρα του Ντέβλιν ο Πίντερ! Εμβαθύνει δε ακόμη περισσότερο στο χαρακτήρα του άνδρα, που τον βάζει να γίνεται και ο ίδιος σαδιστής, ώστε να γίνει και εραστής της ξανά. Ταυτόχρονα ένα συναίσθημα υποδόροιας βίας κατακλύζει τα πρόσωπα -το νοιώθω σαν θεατής- και ο διάλογός τους μεταφέρει παντού την ανησυχία οτι  όλο αυτό το έγκλημα μπορεί και πάλι να συμβεί και να ξανασυμβεί, λίγο πιο πέρα, λιγο πιο μακριά, ή λιγο πιο κοντά μας, στη δική μας χώρα, στη γειτονική, ή σε μια άλλη στην άλλη πλευρά του πλανήτη.  Τελικά δεν είμαι σίγουρη εάν η ίδια η Ρεβέκκα ήταν θύμα -άλλωστε πολύ νέα είναι για κάτι τέτοιο- ή απλώς ταυτίζεται με τα θύματα της βίας και περιγράφει -με την απάθεια της κοινωνίας- τα δεινά τους...


Η πολιτική είναι ένα στοιχείο που διαπνέει το κείμενο όσο κι αν δεν το μαρτυράει ευθέως. Οι λέξεις κάνουν πως στέκονται σε μια προσωπική μνήμη, μα είναι κι εκείνες οι μακρές σιωπές που δεν μπορούν να κρυφτούν πουθενά και μαρτυράνε πως η μνήμη είναι συλλογική και όλους τους βαραίνει.

Το χώμα που πατούν οι πρωταγωνιστές, είναι μια άμμος ψιλή και κάπως ανοιχτόχρωμη.  Μου τραβάει την προσοχή και σκέφτομαι πως οι δυο τους κάπου περνούσαν καλά κι αμέριμνα, καθισμένοι σε αναπαυτικές πολυθρόνες, μα ήρθε εκείνη η κακιά στιγμή που λένε που το θερμόμετρο της κουβέντας ανέβηκε και ένα θέμα ταμπού τους εκνεύρισε.  Εντάξει όμως, είναι εύκολο να μιλάς για μεγάλα εγκλήματα του παρελθόντος κρατώντας ένα ποτό στο χέρι, φορώντας ένα μακρυ φόρεμα, ή κάτι τέτοιο, και να μην κρυώνεις στα κρεματόρια.... 

Η παράσταση έρχεται να μας τα θυμήσει όλα αυτά, να μας βάλει να σκεφτούμε, να σκεφτούμε τα λόγια που ο Ντέβλιν και η Ρεβέκκα δεν θέλουν να πουν γιατί ο καθένας τους θέλει να θυμηθεί κάποια συγκεκριμένα, ή τα ξεχάσει κάποια άλλα.  Το παιχνίδι της λήθης και της επιλεκτικής μνήμης έρχεται κι επανέρχεται και το -εκπαιδευμένο είναι η αλήθεια- κοινό συμμετείχε απόλυτα, τεντώνοντας τα αφτιά του στις καταιγιστικές σιωπές, παραμένοντας συνεχώς σε εγρήγορση, για να "ακούσει" όσο το δυνατό περισσότερα.

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Τί γυρεύει ο Σκύλος; δεν είμαι η Μητέρα του!

Είχα διαβάσει πριν απο χρόνια τη "Μητέρα του Σκύλου" του Παύλου Μάτεσι, και δεν είναι η πρώτη φορά που ανεβαίνει το έργο αυτό στο θεατρικό σανίδι. Μα όμως τούτη τη φορά μου φάνηκε σαν ύμνος, σαν δέηση σε μνημόσυνο, μια πονεμένη αιματοβαμένη ιστορία, ειπωμένη στο διψασμένο για αλήθειες κοινό την πιο κατάλληλη, την πιο καίρια στιγμή ...

Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλο τέτοιο πρόσωπο που να περιγράφει τόσο πιστά τη σημερινή Ελλάδα, αν και το έργο γράφτηκε το 1990.  Μια μισότρελη, που υπήρξε μεγάλη Φίρμα της αθηναϊκής επιθεώρησης -όπως λέει η ίδια η αφηγήτρια- η Ραραού, απο τις Επάλξεις της ελληνικής επαρχίας (όνομα συμβολικό που δόθηκε απο τον συγγραφέα)  είναι  το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας που μας αφηγείται τη ζωή της.  

Δεν είναι μόνο δικό της αυτό το παρελθόν.  Ανήκει στον καθένα απο τους θεατές του Σύγχρονου Θεάτρου που συνέπασχαν με τη Δήμητρα Χατούπη, το απόγευμα της Κυριακής, σε μια παράσταση που κανείς δεν πρέπει να αμελήσει να δει.   Ανήκει στον κάθε έλληνα, στην κάθε ελληνική οικογένεια που στερήθηκε τα πάντα προκειμένου να γράφεται με ασημένια γράμματα στα σχολικά βιβλία οτι βροντοφώναξε κάποτε ΟΧΙ, μαζεύει όμως συνεχώς τα βρώμικα κουρέλια της, μεταποιεί τη γαλανόλευκη σημαία και τη ράβει σωβρακάκια για τα ξεβράκωτα παιδιά της, στέκεται Προσοχή και σηκώνει όποια σημαία της επιβάλουν οι πάτρωνες, πηγαίνει με τους ισχυρούς ακόμα κι αν αυτό φέρνει αντιμέτωπο αδελφό με αδελφό, πέφτει στο κρεβάτι με τον καθένα που της ρίχνει στο τραπέζι μια κονσέρβα, διαπομπεύεται, χάνει τους αγαπημένους της στις εσχατιές και στα βουνά, αλλά επισήμως δεν τους ξεχνά και τους βαφτίζει ήρωες, και κάνει πως δεν ξέρει, οτι δήθεν αγνοεί, οτι αυτοί, το σκάνε για κάπου καλύτερα, όπου νά 'ναι, φτάνει να είναι μακριά, μακριά απο τη μιζέρια και την ανέχεια.


Εσκεμμένα δεν βάζω πολλές τελείες.  Ακατάσχετες είναι οι σκέψεις για τις ακατάσχετες πράξεις και εικόνες που ανήκουν στην ιστορία, μα επαναλαμβάνονται καθημερινά γύρω μας.

Με τη σκηνοθετική ματιά του Σταύρου Τσακίρη, ο θεατής μεταφέρεται στην εποχή της Κατοχής, τη μεταπολεμική Ελλάδα και στα γεγονότα που ακολούθησαν.  Μια ελληνίδα μάνα, προσπαθεί να αντιμετωπίσει την πείνα. Κάνει τα πάντα για να επιβιώσει εκείνη και τα παιδιά της.  Τα πάντα.  Η κόρη της δεμένη μαζί της σε ένα δεσμό που δεν λύνεται ποτέ, αποδέχεται κι εκείνη τη μοίρα και παίζει το παιχνίδι χωρίς να εναντιώνεται, χωρίς να αντιδρά. Έχει μια σχέση σχεδόν εξουσιαστική με τη μητέρα της, αλλά αυτό δεν δείχνει να την ενοχλεί.  Ενα έχει μόνο στη σκέψη της, να γίνει ηθοποιός. Έχει βάλει πλώρη για το σανίδι και ονειρεύεται, μόνο ονειρεύεται.  Και νομίζει η δύστυχη, οτι φορώντας ένα κραγιόν κόκκινο κι έχοντας "υψηλές γνωριμίες" θα το πετύχει.   

Σε κάθε ελληνική τραγωδία ελοχεύει η πελατειακή σχέση, πολύ περισσότερο δε στη μεταπολεμική περίοδο, έτσι και στο έργο αυτό του Παύλου Μάτεσι ο τοπικός "βουλευτής" παίζει σημαντικό ρόλο.   Ο βουλευτής Μανώλαρος με αντάλλαγμα την εξασφάλιση ψήφων, γίνεται ακόμα και "προστάτης" της Ραραού (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της Ρουμπίνης Μέσκαρη) και της μητέρας της μετά την απελευθέρωση, όταν πλέον αυτές "βοηθούν" έναν ανάπηρο ο οποίος τις εκμεταλλεύεται για να επαιτεί.

Η Ραραού όμως έχει τραυματισθεί ψυχικά.  Οι εικόνες των βομβαρδισμών, των πεθαμένων, του φτωχικού τραπεζιού, της μάνας της που για να γλυτώσει τη διαπόμπευση προσπαθούσε να διαφύγει μαζί με άλλες πάνω σε ένα κάρο  κι εκείνη γαντζωμένη κι εξαντλημένη να φωνάζει σα να γαυγίζει, την έχουν σημαδέψει βαθειά. "Διώχτε το, Διώχτε το Σκυλί, πάρτε απο εδώ αυτό το Σκυλί που με πήρε απο κοντά, διώχτε -τι γυρεύει ο Σκύλος, δεν είμαι η Μητέρα του"... 

Το ψέμα και η αλήθεια εναλάσσονται στη ζωή της Ραραού, όπως εναλάσσεται η πρωτοπρόσωπη και η τριτοπρόσωπη αφήγηση στο κείμενο του Παύλου Μάτεσι. Η συνάντηση της Ρουμπίνης Μέσκαρη με το κοινό διαδραματίζεται σε ψυχιατρείο.  Γι αυτό και η αφήγησή της δεν φείδεται σκληρών λόγων και λεπτομερειών, μαζί με γέλιο και δάκρυ.  Γιατί η αλήθεια ξεχειλίζει κάποια στιγμή, άλλωστε ο ίδιος ο Μάτεσις είχε γράψει οτι ο λόγος υπηρετεί το έργο, τον μύθο.  Δεν είναι αυτοσκοπός και η καλλιλογία είναι περιττή και ενίοτε επιβλαβής.  

Η Δήμητρα Χατούπη φέρει το βάρος του έργου, με τη σκηνική της παρουσία κυριαρχεί και προβάλει την προσωπικότητα και τον πόνο της Ραραού με απόλυτο ρυθμό και με ένταση που μεταδίδεται στο θεατή και τον βάζει να συμμετέχει κι εκείνος στα δεινά της.  Χρειάζεται κάποιος χρόνος -διαφορετικός για τον καθένα- μετά την παράσταση, για την αποφόρτιση. Αν αυτό δεν είναι επιτυχία, τότε τί είναι;

 Σύγχρονο Θέατρο,
 Ευμολπιδών 45

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

Ανθρώπινο βλέμμα στη φρίκη του πολέμου

Πάνε χρόνια τώρα που γνωρίζω τον Τζεμίλ Τουράν, μα κάθε νέο βιβλίο του είναι μια έκπληξη για μένα.  Γιατί καθένα πάει πιο βαθιά, πιο πέρα, τη ζωντανή μάχη που δίνει δεκαετίες τώρα, για να κρατήσει ζωντανό το όνειρο για την πρώτη του πατρίδα.


Το "εκεί ο θεός κοιμόταν" είναι το πέμπτο μυθιστόρημα του Τζεμίλ και δεν είναι υπερβολή, οτι είναι κι αυτό όπως και τα προηγούμενα τέσσερα, ένα κομμάτι της ιστορίας του κουρδικού λαού.  Μιας ιστορίας πολύ παλιάς με σκορπισμένα κομμάτια σε χώρες διαφορετικές.

Ο Ντιβανέ, ο τυφλός ραψωδός, ζητιάνος, είναι ο αφηγητής. Με το μεντρίρ, τη φωνή του και τη μνήμη του μοιρολογά για τον πόνο που έζησε σε έναν πόλεμο, σε μια χώρα μακρινή, αλλά και τον πόνο που ζει και τώρα ο κουρδικός λαός.  Τα λόγια του είναι οι μνήμες, η ιστορία, οι παραδόσεις ενός λαού. Είναι όμως και κάτι ακόμα.  Μια πάντα επίκαιρη αντιπολεμική φωνή.  Είναι μια καλά ζωγραφισμένη εικόνα ενός ακόμη παράλογου πολέμου μέσα από τη ματιά ενός λογοτέχνη - δημοσιογράφου που δεν φοβάται να εκτεθεί στους αναγνώστες του, όπως εκθέτει και τους ήρωές του.  Γιατί γνωρίζει καλά ο Τζεμίλ Τουράν οτι δεν γράφει μια περιπέτεια. Γράφει για το θάνατο, στιγματίζει τη βαρβαρότητα και τον κυνισμό εκείνων που αποφασίζουν να συντρίψουν ανθρώπους και λαούς. Αποτυπώνει και αναζητά τις αιτίες και τις επιπτώσεις τέτοιων συμπεριφορών δοκιμασμένων πάνω σε ανυποψίαστα θύματα.


Ο Τζεμίλ περιγράφει τη θηριωδία και τις φρικαλεότητες του πολέμου, στιγματίζει τη βαρβαρότητα και τον κυνισμό του και θρηνεί για μια γενιά ανθρώπων που καταστράφηκαν.  Μιλά για το σπίτι του, τη μάνα, τον πατέρα και τα αδέλφια του, τα χρόνια στο πανεπιστήμιο στην Άγκυρα.  προχωρεί λίγο ακόμα.  Γράφει και για όλους εκείνους που -χρόνια τώρα- προσπαθούν να μας πείσουν πως μόνο οι "δυνάμεις του Καλού" στη Δύση είχαν θύματα, κρατώντας καλά κρυμμένα τα μυστικά για τις δικές τους θηριωδίες.  


Όμως σε κάθε πόλεμο, όλες οι πλευρές έχουν πόνο και απώλειες.  Η οργανωμένη φρίκη αγγίζει νικητές και ηττημένους.  Στο βιβλίο του Τζεμίλ δεν ξεχωρίζεις λαούς, θρησκείες κι άλλες αντιλήψεις όταν διαβάζεις για τους απλούς στρατιώτες. Όλοι είναι θύματα που υπομένουν και βασανίζονται.  Ο κεντρικός ήρωας, ο Ντιβανέ αφηγείται τα βιώματά του απο τη συμμετοχή του στον πόλεμο στην Κορέα.  Ως κληρωτός στον τουρκικό στρατό στην αρχή της δεκαετίας του '50, βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του, σε έναν τόπο που πριν, δεν ήξερε πού βρίσκεται.  Ούτε κι αυτούς που πήγε να πολεμήσει εγνώριζε. Ούτε κι εχθροί του ήταν.  Κι όλες οι προσπάθειες των αξιωματικών του να κατασκευάσουν έναν εχθρό, πέφτουν στο κενό.  Οι κορεάτες αντάρτες γίνονται εχθροί του μόνον αφού σκοτώσουν και τραυματίσουν συντρόφους του Ντιβανέ. Λιτή και συγκλονιστική η περιγραφή: "Χάθηκαν πολλοί φαντάροι μας στην προσπάθεια να διασχίσουμε το φαράγγι και πολλοί τραυματίσθηκαν.  Αυτό μας έκανε να αισθανθούμε μίσος για τους αντάρτες.  Τώρα τουλάχιστον ξέραμε γιατί τους πολεμούμε, επειδή σκότωσαν δικούς μας στρατιώτες.  Τώρα, ήταν πραγματικοί εχθροί, εχθροί με αιτία".

Ο Ντιβανέ είναι ένας αντιήρωας.  Ένας απλός άνθρωπος που βλέπει τα δεινά του πολέμου.  Συχνά με φράσεις ειρωνικές αποκαλύπτει πόσο κενά είναι τα μεγάλα λόγια των υψηλόβαθμων αξιωματικών, οι οποίοι με συστηματικές αναφορές στην "υποχρέωση να βγάλουν ασπροπρόσωπη την πατρίδα" ενθάρρυναν τους στρατιώτες να είναι γενναίοι στις μάχες.  Διαβάζω κι σχεδόν ακούω, τη βραχνή του φωνή: "Τι κι αν η εντολή των Αμερικανών ήταν ξεκάθαρη, ότι όπου υπήρχε μεγάλη δυσκολία και μεγάλο εμπόδιο γυρίζουμε πίσω.  Οι δικοί μας αξιωματικοί δεν καταλάβαιναν απο τέτοια...  Καλύτερα να πεθάνει ένας Τούρκος, παρά να γυρίσει πίσω εγκαταλείποντας..."

Ο συγγραφέας δεν περιγράφει λαμπρά κατορθώματα ανδρείας, αλλά αναδεικνύει ξεχωριστούς ανθρώπους που επιβιώνουν.  Ο πόλεμος δεν φαίνεται να είναι αυτός που περιγράφουν οι ιστορικοί.  Δεν υπάρχουν επικά γεγονότα και τα ηρωικά κατορθώματα για τον Τζεμίλ είναι αυτά που αφορούν πράξεις αλληλεγγύης, συμπόνιας, συμμετοχής στον εφιάλτη.  Ο πυρήνας της ιστορίας βρίσκεται στη συνάντηση του -τυφλού και ζητιάνου πλέον- Ντιβανέ με έναν άλλο κούρδο, τον Γκερμό.  "Αντί να πολεμάς για την πατρίδα σου ήρθες με τη σημαία ενός κατακτητή, του δικού σου κατακτητή, για να πολεμήσεις για τα αμερικανικά συμφέροντα; Πάρε πρώτα τη δική σου πατρίδα κι άσε τους άλλους να κανονίζουν για τις δικές τους πατρίδες"...

Ντράπηκε ο Ντιβανέ, σκουπίδι αισθάνθηκε.  Εμείς πάλι, ποτέ δεν ντραπήκαμε για τα δικά μας και θέλουμε να ξεχνούμε οτι και οι δικές μας κυβερνήσεις τότε, έστειλαν έλληνες στρατιώτες να πεθάνουν στην Κορέα στο όνομα της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας.  Και βεβαίως, την ίδια στιγμή στο εσωτερικό της χώρας μας είχε μόλις λήξει ένας απίστευτα σκληρός εμφύλιος πόλεμος και ξεκινούσε ένας άλλος που στόχο είχε την εξαφάνιση του λεγόμενου "εσωτερικού εχθρού" με εκτελέσεις, δολοφονίες, εξορίες, καταπίεση...
 Εύχομαι στον Τζεμίλ το επόμενο βιβλίο του να βρεθεί ακόμα πιο κοντά στο όνειρο της "δικής του πατρίδας".  Δύσκολο το εγχείρημα, όπως δείχνουν τα διεθνή πράγματα στην περιοχή, αλλά και γιατί καμιά φορά το όνειρο, είναι πιο γλυκό από την πραγματοποίησή του...

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

Η Πόλη των πόλεων σε άλλη ανάγνωση

Καλογραμμένο, μα "ζορίζει" τον έλληνα αναγνώστη το ΑΝΤΙΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ της Αϊσέ Κουλίν.  Τον βάζει κατευθείαν απέναντι και μόνο έάν ο αναγνώστης είναι κάπως ώριμος, πολιτικά, θα μπορέσει να αφαιρέσει το συναίσθημα που ξεχειλίζει και να "ακούσει" τα υπόλοιπα, από όσα έχει να του διηγηθεί η συγγραφέας.


Πρόκειται για την ιστορία μιας οικογένειας, μετά τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο, στη διάρκεια των τελευταίων ημερών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σ' ένα αρχοντικό της Κωνσταντινούπολης, καθώς η πόλη βρίσκεται ήδη υπό κατοχή. Δεν είναι βέβαια μια τυχαία οικογένεια.  Είναι μια οικογένεια που έπαιξε ρόλο κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του τελευταίου σουλτάνου, μιας και ο πρωταγωνιστής της είναι ο Αχμέτ Ρεσάτ, υπουργός του των Οικονομικών, ένας διανοούμενος, πιστός στον προϊστάμενό του.   Απόδειξη της τεράστιας πάλης των αντιμαχόμενων δυνάμεων και τάσεων εκείνη την εποχή, είναι οι μεταπτώσεις στις σκέψεις και τα συναισθήματά του.  Ο άνθρωπος αυτός, διαβασμένος και σοβαρός, αισθάνεται να διαλύονται όσα πίστεψε όλα τα προηγούμενα χρόνια.  Νιώθει στριμωγμένος μεταξύ ενός κόσμου που γκρεμίζεται κι ενός καινούριου που με κάθε κόστος διεκδικεί το μέλλον.
Μέσα στο ίδιο του σπίτι, αρχικά χωρίς να το γνωρίζει, φιλοξενεί ταυτόχρονα και την "άλλη" άποψη.  Την επανάσταση. Την εναντίωση στον συντηρητισμό.  Την αγάπη και την τρέλα για το καινούργιο, το νέο, το νεωτεριστικό.  Ο ίδιος ο ανιψιός του, καταζητείται ως αντικαθεστωτικός, γιατί μετείχε σε δράσεις που καταδίκασαν την ύπαρξή του μέσα στο περιβάλλον του σουλτάνου.

Ο παράγοντας "γυναίκα" παίζει το ρόλο του και στο σπίτι του υπουργού, η γυναίκα σύζυγος, η γυναίκα μάνα που κινεί τα νήματα, η γυναίκα ψυχοκόρη που τελικά διαμορφώνει και τις εξελίξεις για την προσέγγιση με τον ανιψιό, την πολιτική του μεταστροφή, η οποία οδηγεί τελικά και στην ίδια την εξορία του Αχμέτ Ρεσάτ απο τη νέα κυβέρνηση.

Μέσα από το κείμενο και την έξοχη μετάφρασή του στα ελληνικά, περιγράφεται η δραματική πτώση της μεγάλης αυτής αυτοκρατορίας, οι δυνάμεις που συνέβαλαν, τα λάθη της Υψηλής Πύλης, τα αίσχη των ξένων, μα ξεχειλίζει και η οργή της συγγραφέως.  Η Κουλίν γράφει ένα μυθιστόρημα - ποταμό, με ιστορικό υπόβαθρο και συναισθηματική ένταση, συνδυάζοντας με μοναδικό τρόπο την Ιστορία με τη μυθιστορηματική πλοκή, και σκιαγραφεί τελικά μία ιστορία της Κωνσταντινούπολης συναρπαστική, αληθινή και απρόσμενα οικεία στον αναγνώστη της άλλης πλευράς του Αιγαίου.

Μόνο που δεν καταφέρνει να ξεφύγει από τα στερεότυπα που της επιβάλει το σύστημα.  Το σύστημα που θέλει τις δύο πλευρές του Αιγαίου να μεγαλώνουν και να μαθαίνουν την ιστορία τους, η κάθε μια, με το δικό της τρόπο.  Και φαίνεται αυτό καθαρά, στο γραπτό της, γιατί ενώ κατακρίνει όλους εκείνους που έβαλαν πόδι στην Κωνσταντινούπολη και τις δράσεις των δυνάμεων κατοχής, δηλαδή τους Άγγλους, τους Ιταλούς, τους Γάλλους,  κάποια στιγμή βρίσκει για όλους μια δικαιολογία, ένα ελαφρυντικό, έναν καλό λόγο για να αποφύγει τους αφορισμούς στην Ιστορία και να εξομαλύνει τις ηλεκτροφόρες γραμμές που συνδέουν τη μυθοπλασία με τα γεγονότα.  Μόνον για τους Ρωμιούς, δεν φύλαξε πουθενά τέτοια κουβέντα.  Πουθενά στο κείμενο. Μάλιστα την πνίγει τόσο το συναίσθημα το προσωπικό της, που σε κάποια σημεία, όπως αυτό, δεν μπορεί να κρυφτεί : 
"... Ακριβώς έτσι κύριε. Για παράδειγμα, ένας πασάς πρέπει να χαιρετίσει έναν Άγγλο, Γάλλο, Ιταλός στρατιώτη, Ακόμη κι Έλληνα!
Από πότε ισχύει αυτό;Εδώ κι έναν μήνα.  Αυτή η κατάσταση είναι άκρως βλαβερή για την ψυχική υγεία των αξιωματικών.  Πάρα πολλοί ανάμεσά τους, για να μη βρεθούν σε αυτή την άκρως υποτιμητική θέση, δεν κυκλοφορούν με στολή". (σελ.250) 

Η Αισέ Κουλίν, γεννημένη στην Κωνσταντινούπολη το 1941 είναι απο τις πιο επιτυχημένες μυθιστοριογράφους στην Τουρκία σήμερα. Σπούδασε λογοτεχνία στο Αμερικανικό Κολέγιο Θηλέων του Αρναγουκιόϊ κι εργάσθηκε ως κειμενογράφος κι ως σεναριογράφος.  Γράφει βιβλία απο το 1984, διηγήματα, μυθιστορήματα, βιογραφίες, και πολλά από αυτά έχουν βραβευθεί και διακριθεί.

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2015

Σόδομα και Γόμορρα

Ταξίδι στα σύγχρονα Σόδομα δεκάδες αιώνες μετά την βιβλική καταστροφή με πήγε η Ιωάννα Μπουραζοπούλου με την πρωτότυπη ιστορία και το βιβλίο της "Τι είδε η γυναίκα του Λωτ", για το οποίο δεν έγινε πολύς λόγος  όταν είχε γραφτεί.  Μου αρέσει να διαβάζω τις ιστορίες όταν έχουν κρυώσει, όταν έχουν χάσει το άρωμα της δοξαστικής, ή σκληρής επικαιρότητας, γιατί τους δίνω το δικό μου άρωμα.  Έτσι λοιπόν, διάβασα σήμερα, αυτό το βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2007.

Συμφωνώ τελικά οτι "η πραγματικότητα μπορεί να μην είναι παρά μια ομαδική παραίσθηση" , όπως η εικόνα που στήθηκε από την συγγραφέα, όταν ένα ρήγμα, μια μετατόπιση στα έγκατα της Νεκράς Θάλασσας, προκαλεί κάτι σαν τσουνάμι και αλλάζει οριστικά το γεωγραφικό ανάγλυφο της γης, βυθίζοντας κάτω από το νερό όλες τις παράκτιες ασιατικές, αφρικανικές κι ευρωπαϊκές χώρες.  Ύστερα, μια νέα εξουσία αναδύεται, μια αποικία ανθρώπων δημιουργείται και οι κάτοικοί της την ακολουθούν, υποτάσσονται,  τηρώντας πιστά κάποιους κανόνες.  

Οι κανόνες καθορίζονται από μια απρόσωπη Κοινοπραξία που έχει έδρα στο Παρίσι, το οποίο είναι πλέον παραθαλάσσιο και στόχος είναι η εκμετάλλευση του μυστηριώδους βιολετί αλατιού που αναβλύζει στην περιοχή του ρήγματος.  Ολόκληρη η αποικία, οι κάτοικοι με τις ζωές τους και την καθημερινότητά τους λειτουργούν για να έρθει αυτός ο πλούτος στο φως, να κάνει τους πλούσιους πιο πλούσιους.  Οι ίδιοι, σαν άοκνα μυρμήγκια μέσα στην αποικία-κλουβί, συνεχίζουν υποταγμένα τη δουλειά τους όπως προβλέπεται και δεν διαταράσσουν την καταπιεστική ζωή τους, ούτε καν με μια σκέψη φυγής από το ζοφερό, υγρό και χωρίς οξυγόνο περιβάλλον στο οποίο βρέθηκαν.

Το σκηνικό θυμίζει Οργουελ και οδηγεί μετά από περιπλάνηση στο σκοτεινό σημείο όπου κρύβεται η συνειδητοποίηση οτι ο εφιάλτης δεν είναι εκεί έξω αλλά βαθιά μέσα στον καθέναν από εμάς.   

Έξι υψηλόβαθμοι υπάλληλοι, ένας Γάλλος, ένας Ισπανός, ένας Μαυροβούνιος, ένας Τούρκος, μια Βρετανίδα κι ένας Ιταλός, ζουν τις εφιαλτικότερες μέρες τους, αν και διακεκριμένοι πολίτες αυτής της ιδιότυπης "χώρας", όταν για πρώτη φορά μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια ταπεινωτικής υποταγής στον εξουσιαστή του τόπου, αναγκάζονται να αναλάβουν δράση όταν εκείνος θα βρεθεί νεκρός.  Μα και οι ίδιοι αυτοί δεν είναι τίποτε άγιοι.  Ένας πρώην απατεώνας είναι σήμερα δικαστής, ένας πρώην εγκληματίας είναι σήμερα ιερέας, μια πρώην πόρνη είναι η σύζυγος του βασιλιά.  Αυτή η εκδοχή του μέλλοντος δεν είναι καθόλου αισιόδοξη αλλά η συγγραφέας καταφέρνει να σε κάνει να αγαπήσεις του ήρωες της και να τους συμπονέσεις στη δύσκολη στιγμή τους -όταν ζουν μέσα σε κλίμα νοσηρής καχυποψίας, παράλογης ενοχής και ανεξέλεγκτου φόβου- παρά την αηδία που μπορεί να σε κάνει να νοιώσεις το σκοτεινό τους παρελθόν.

Το τι ακολουθεί, αποτελεί ένα εκρηκτικό μείγμα φαντασίας, σύγχυσης και κινηματογραφικής διάθεσης με εναλλαγή δυνατών συναισθημάτων και  έντονων εικόνων με πλούσια τραγικότητα και χιούμορ ενίοτε, όπως το κάψιμο του πτώματος του κυβερνήτη και η αδυναμία του να καεί στο φούρνο των ανακτόρων, η κλοπή του θησαυρού  -που όλοι μέσα τους τελικά ονειρεύονταν, προς τιμωρία της Κοινοπραξίας που το εκμεταλλεύεται- καθώς μεγάλες ποσότητες από την παραγωγή του μυστηριώδους βιολετί αλατιού μεταφέρονται με βασανιστικό τρόπο μέσα στη φονική έρημο.  

Μα και ίδιο το πέρασμα τελικά αυτής της ερήμου, είναι σημειολογικά μια κορυφαία στιγμή της ιστορίας, μιας και ήταν το απαγορευμένο όριο, που προηγουμένως, θεωρείτο θανατηφόρο από τους αποίκους...  Ίσως τελικά τα Σόδομα και Γόμορρα είναι ταυτόχρονα πηγή πλουτισμού για κάποιους και αφορμή για υπέρβαση γι άλλους.  Τότε και τώρα.  

Όχι, δεν είναι μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας, αν και εύκολα θα μπορούσε. Είναι ένα απότομο ξύπνημα -όπως αυτό που έζησαν οι ήρωες της ιστορίας- μόνο που αυτή τη φορά αφορά το ελληνικό μυθιστόρημα, που σπανίως βλέπει τη συνολική εικόνα του κόσμου απο μακριά, σπανίως βλέπει τον κόσμο παγκόσμιο.  Συνήθως φοράει μεγενθυτικούς φακούς, κάνοντας την κουκίδα του χωριού μας το κέντρο του κόσμου.  

Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου ναι, μπορεί να καυχιέται οτι έβγαλε τους φακούς και μαθαίνει στον αναγνώστη της να το κάνει κι αυτός.



Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

Χαρακτήρες - γλυπτά

Δεν είναι τυχαίο που ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης συγκαταλέγεται στους σύγχρονους μάστορες του θεατρικού λόγου στα ελληνικά πράγματα.  Αυτό εύκολα φαίνεται εάν κανείς παρακολουθήσει μια παράστασή του.  Μα πιο περίτρανα επιβεβαιώνεται -οξύμωρο αλλά έτσι είναι- εάν διαβάσει ένα πεζογράφημά του.  Πριν αρκετό καιρό είχα παρακολουθήσει "Το Κέικ" στο Εθνικό Θέατρο, μα τώρα έπεσε στα χέρια μου το "Ο Φιλοξενούμενος" το οποίο είχε γράψει το 2004 και είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ.


Οι χαρακτήρες που πλάθει ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης είναι σαν γλυπτό.  Δουλεμένοι αρχικά με χοντρά, βαριά εργαλεία, διαμορφώνονται από μια άμορφη μάζα, σαν το αρχικό σχέδιο του ανάγλυφου που έχει ο γλύπτης μπροστά του. Στην περίπτωση του συγγραφέα το αντικείμενο βρίσκεται στη φαντασία του, αλλά καμιά διαφορά δεν κάνει αυτό. Ο συγγραφέας σχεδιάζει με ακρίβεια και λεπτομέρεια τον ήρωά του στο επιθυμητό μέγεθος, σκαλίζει το υλικό, αφαιρεί τα περιττά κομμάτια, λειαίνει την επιφάνεια κι ύστερα με λεπτεπίλεπτες σπάτουλες, καλέμια και ειδικά σμυρίγδια φτάνει τη μορφή εκεί που θέλει.  

Διαθέτει ιδιαίτερη υπολογιστική ικανότητα  εξαιρετική αντίληψη των διαστάσεων του χώρου και της ισορροπίας των όγκων, ικανότητα στον σχεδιασμό υλικών χρωμάτων και σχημάτων, ώστε να μην του διαφεύγει η λεπτομέρεια, μα συνάμα διαθέτει και την απαραίτητη αντοχή, ευκινησία και δεξιοτεχνία στις κινήσεις γιατί ο ήρωας έχει ευαισθησίες, μπορεί μια λάθος κίνηση να τον τραυματίσει, να τον τσαλακώσει, μπορεί πάλι να είναι εύκαμπτος, μπορεί και όχι, άλλες φορές πάλι, ίσως να είναι εύθραυστος, ή σκληρός που σημαίνει ότι πάλι ειδικό χειρισμό απαιτεί.


Κι όπως τα έργα κάποιου γλύπτη, που μπορεί και να σμιλεύτηκαν πολλές δεκαετίες πριν, έμειναν στο μυαλό μας ως παράξενα γλυπτά έξοχης πλαστικότητας και απαράμιλλου κάλλους έτσι και οι χάρτινοι ήρωες, εάν έχουν μέσα τους ψυχή δεν εγκαταλείπουν τη σκέψη μας και κατοικοεδρεύουν πάντοτε εκεί μέσα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Έτσι ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης αναζητεί και ανακαλύπτει πιστεύω διάφορους τρόπους να μελετάει και να φωτίζει από διάφορες πλευρές κάθε φορά, τους ανθρώπους.  Άλλωστε "Ο Άνθρωπος είναι το μεγάλο βιβλίο που πρέπει διαρκώς να μελετάμε" όπως συνηθίζει να λέει κι ένας από τους ήρωες του, ο Φίλιππος Αργυριάδης, στον "Φιλοξενούμενο".  Ακόμα κι όταν οι εργασίες των ηρώων του δεν είναι ανθρωποκεντρικές, ο συγγραφέας βρίσκει τρόπο να τους πλησιάζει διαφορετικά, ώστε να αναδειχθεί η πλευρά τους εκείνη που είναι κρυμμένη.

Η ιστορία στον "Φιλοξενούμενο" σκαλίζει ακριβώς αυτήν την ανθρωποκεντρική περιέργεια μιας παρέας και μαζί και τη δική μας περιέργεια.  Η παρέα θέλει να μελετήσει κάθε φορά ένα ενδιαφέρον πρόσωπο, ένα άτομο που με τον άλφα ή βήτα τρόπο προκαλεί το ενδιαφέρον τους.  Επιλέγουν το άτομο, γίνεται "ο φιλοξενούμενός τους", το προσεγγίζουν και το "ξεψαχνίζουν" ο καθένας με τον τρόπο του, με βάση τα δικά του ενδιαφέροντα και κλίσεις, αλλά και κάποια στιγμή όλοι μαζί, ταυτόχρονα, παίζοντας επικίνδυνα με τις ισορροπίες των σχέσεων τους και βεβαίως υπό το βάρος των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους. Πέντε άτομα, πέντε μικρές ιστορίες γύρω από μια μεγαλύτερη, ένα μυστικό για μια αρχαία θεότητα, ένας ιδιαίτερος τόπος, ένα ξενοδοχείο με τη μυρωδιά του παλιού και την ιστορία της πόλης να βαραίνει με το δικό της τρόπο...


Κάθε κεφάλαιο αφήνει την πόρτα ανοιχτή και προσκαλεί τον αναγνώστη να περάσει στον επόμενο χώρο. Και πας παρακάτω, αγωνιάς να πας, όπως και ο "φιλοξενούμενος" πήγε μολονότι ήξερε ότι κάτι δεν πάει καλά καθώς εισχωρούσε όλο και πιο βαθιά στο χώρο του ξενοδοχείου "Αινώ".  Τόσο σταδιακά, τόσο στρωτά και ήρεμα γίνονται όλα, που ένας φόνος -κάποια στιγμή- σου φαίνεται σαν κάτι απλό, όπως ο ήρωας θέλησε να το κάνει να μοιάσει...

Όχι, δε νομίζω ότι κάθε συγγραφέας γίνεται εύκολα δολοφόνος.  Είναι μαεστρία να γίνεσαι ο ήρωας, να μεταμορφώνεσαι πολλές φορές μέσα στην ίδια ιστορία, να γίνεσαι ο ένας, μετά ο άλλος και τελικά να γίνεσαι εκείνος πού τόσο απλά θέλησε να φθάσει στα άκρα, να το τραβήξει ως πέρα για να δει ως πού μπορεί να πάει, να διαπράττεις τελικά το φόνο και να το αντιμετωπίζεις όπως και οι συνεργοί του, οι φίλοι του, που ούτε για μια στιγμή δεν δείχνουν να σκέφτηκαν να του ρίξουν την ευθύνη, θεωρώντας αυτόματα ότι όλοι είναι υπεύθυνοι.

Έτσι μπλεγμένος στον ιστό της ιδιότυπης παρέας, πορεύεται ο "φιλοξενούμενος" που τελικά βρίσκει το δρόμο του μετά από παράξενες συναντήσεις, απειλές και γρίφους. Συναισθήματα αναδεύονται και πρόσωπα αποκαλύπτουν διαφορετικές πλευρές τους, όπως ο "σοφός" της παρέας που εύκολα αναλαμβάνει ολόκληρη την ευθύνη όταν το έγκλημα βγαίνει στην επιφάνεια κι όπως ο αφηγητής, ο ίδιος ο "φιλοξενούμενος" που παίζει με την ιδέα να σκεπάσει κι αυτός με τη σειρά του ένα φόνο, που γι αυτόν δεν ήταν τόσο απλό, όσο για τους άλλους.

Αν στο "Κέικ" ο θεατής έμεινε με τη μυρωδιά του κέικ στα ρουθούνια και με τη γεύση του στο στόμα, διαβάζοντας τον "φιλοξενούμενο" ο αναγνώστης, γίνεται πιο πλούσιος σε συναισθήματα, πιο ανοιχτός στο ανεξερεύνητο και σίγουρα πιο βέβαιος ότι "Ο Άνθρωπος είναι το μεγάλο βιβλίο που πρέπει διαρκώς να μελετάμε".
Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, ευχαριστώ.

Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Δυο δούλες


Στην ιδιαίτερη σχέση δύο γυναικών που είναι αδελφές και καταναλώνουν τη ζωή τους υπηρετώντας την πλούσια, και επηρμένη αριστοκράτισα Κυρία τους, βασίζεται το έργο του Ζαν Ζενέ, ΟΙ ΔΟΥΛΕΣ, ίσως το μοναδικό του με γυναίκες ηρωίδες.   Ενας απο τους σημαντικότερους εκπροσώπους του θεάτρου του παραλόγου, αγαπημένο παιδί της γαλλικής διανόησης που έζησε έναν σπαραχτικό έρωτα με έναν ακροβάτη και κατέληξε να ζει με παλαιστίνιους στρατιώτες στα στρατόπεδα του Λιβάνου, ως ακτιβιστής, καταφέρνει ακόμα να μας εκπλήσσει με την υπαινικτική του γραφή και το πολιτικοποιημένο, αλλά ταυτόχρονα και ανθρώπινο ύφος του.


Δεν βρίσκω τυχαίο οτι η Σολάνζ είχε επιλεγεί απο τον Ζενέ να είναι η πρωταγωνίστριά του. Στο κείμενο του, είναι η μεγάλη αδελφή, η δυναμική, η πρωτοπόρος που λόγω της καταπιεσμένης της σεξουαλικότητας σπέρνει τους σπόρους της αντίδρασης, θέλει να πετάξει την ταυτότητα της υπηρέτριας απο πάνω της, κι ας με διορθώσει όποιος το έχει διαβάσει, οτι είναι εκείνη που πρωτοστατεί στα "συνομωτικά" βήματα που κάνουν οι δυο δούλες...

Εχει σημασία να ξέρουμε λίγα λόγια για αυτόν τον μεγάλο συγγραφέα, συνομιλητή κάποτε του Ζαν Πωλ Σαρτρ στα καφέ και τα μπιστρό γύρω απο τον Σηκουάνα.  Μολονότι στα πρώτα χρόνια της παιδικής ζωής του μεγάλωσε σε στοργικό περιβάλλον, με δυο χωρικούς γονείς, ο Ζενέ είχε τάσεις περιθωριοποίησης. Διάφορες απόπειρες φυγής απο την οικογενειακή εστία και μικροκλοπές στους δρόμους του έβαλαν την ετικέτα του κλέφτη απο τα 12 χρόνια του.  Οι γονείς του όμως βλέποντας τα ιδιαίτερα χαρίσματα του παιδιού τους, τον έστειλαν σε μια τεχνική σχολή έξω απο το Παρίσι για να μάθει ένα επάγγελμα, αυτό του τυπογράφου.  Δεν έμεινε όμως για πολύ.  Το έσκασε γρήγορα για να κυνηγήσει το όνειρό του που ήταν ο κινηματογράφος. 
"Αποφάσισα να απαρνηθώ έναν κόσμο που με είχε απαρνηθεί" έγραψε για την τροπή που πήρε στη συνέχεια η ζωή του, σα να δικαιολογείται για το δρόμο που έμελλε να ακολουθήσει.  Πέρασε τα εφηβικά του χρόνια κλεισμένος σε αναμορφωτήριο κι εκεί γνώρισε καλά τη σκληρή δουλειά, την άσχημη όψη των ανθρώπων, την αδικία αρκετές φορές και σε προσωπικό επίπεδο τον ομοφυλοφιλικό έρωτα. "Βλέπω στους κλέφτες, στους προδότες, στους απόκληρους, στους δολοφόνους και στους μάγκες μια βαθιά ομορφιά, υπόγεια" είχε γράψει.  Το πρώτο του κείμενο η "Παναγία των λουλουδιών" υπήρξε ένα απο τα πιο εμπρηστικά μυθιστορήματα του 20ου αιώνα, το έγραψε και κομματάκια απο χαρτιά μέσα στο κελί του και αναγκάστηκε να το ξαναγράψει όλο απο την αρχή, όταν οι φύλακες για να τον βασανίσουν του το πήραν και το έσκισαν.  


Στις Δούλες που είδαμε απο το Εθνικό, ήταν απολαυστικός ο διάλογος -βαριά παρουσία του  αντιδραστικού και αντικαθεστωτικού Ζενέ- και τα σκηνικά ατμοσφαιρικά, μα δεν είδα τη δαιμόνια Σολάνζ που είχα φτιάξει στο μυαλό μου διαβάζοντας το έργο.    Η πρωταγωνίστρια σε αυτήν την παράσταση ήταν η μικρή της αδελφή, η Κλαίρ, ένας αίλουρος, μια παρουσία στη σκηνή πολύ πιο επιβλητική.  Οφειλόταν άραγε στη δεξιοτεχνία της ηθοποιού που την υποδυόταν; Ήταν, σαν κάποιο μαγικό χέρι να έχει αντιστρέψει τους ρόλους, σα να είχε ξαναμοιράσει τις ατάκες με άλλο τρόπο, δεν ξέρω.  Μπορεί αυτό να ήταν ο στόχος.  Μπορεί ο στόχος να ήταν να κυριαρχήσει, η μικρή, το αντίγραφο της αριστοκράτισας Κυρίας, ώσπου στο τέλος να στραγγαλιστεί απο τα χέρια της αδελφής της.  Προβληματισμός.  

Για την Κυρία, ούτε λόγος.  Ο ρόλος έπεισε απολύτως και παραπέμπει το θεατή σε γνώριμες τέτοιου είδους κυρίες που ζουν μεταξύ χλιδάτων διαμερισμάτων σε ευρωπαϊκές πόλεις, κυκλοφορούν μόνον με σινιέ συνολάκια και διοργανώνουν φιέστες δαπανώντας χρήματα των άλλων.    Ευχαριστούμε.


Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Απόβαση στο νησί των σκλάβων

«Το νησί των σκλάβων» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι το 1725, ως ιδέα μιας ομάδας ιταλών ηθοποιών.  Αμέσως, προκάλεσε τον θαυμασμό του Μπωμαρσαί που προφανώς αποφάσισε να διακωμωδίσει την αθηναϊκή (και όχι μόνον βέβαια) Δημοκρατία.  Το έργο, που αρχικά περιλάμβανε έντεκα σκηνές, ήταν μια κοινωνική σάτιρα με ηθικοπλαστικά στοιχεία που επιστράτευε τη μορφή σάτιρας της Commedia dell’ Arte (lazzi [1]) για να μεταφέρει το κοινό σε μιαν ουτοπία: κύρια χαρακτηριστικά αυτού του επινοημένου νησιού -που ήταν θέματα επίκαιρα στις αρχές του 18ου αιώνα, λόγω της δημοσίευσης του Ροβινσώνα και του Γκιούλιβερ- ήταν η αλλοτρίωση της ανθρώπινης υπόστασης από την εξουσία και η απογύμνωση των τάξεων από το περίβλημα των κοινωνικών τους ρόλων. 
alt
εργο του Αντουάν Βατώ
Το κείμενο είναι διαχρονικό, άρα επίκαιρο, επειδή διαδραματίζεται σε χώρο αθωότητας,αμόλυντο από την κοινωνική υποκρισία και τη βία των ανισοτήτων -που το εικαστικό του ανάλογο είναι ο πίνακας του Βατώ «Προσκύνημα στο νησί των Κυθήρων». Ο Ιφικράτης και η Ευφροσύνη, πλούσιοι αριστοκράτες της αρχαίας Αθήνας, έχουν μαζί τους στο πλοίο που τους μεταφέρει εκτός από τις βαλίτσες, τους υποτακτικούς τους, τον Αρλεκίνο και την Κλεάνθη. Ένα ναυάγιο τους ρίχνει σ’ ένα locum idealis, ένα νησί όπου ζουν μόνο σκλάβοι. Ποιοι είναι, όμως, οι «σκλάβοι»;

Ιφικράτης:  "Δούλοι της Ελλάδας! Πριν απο έναν αιώνα, έκαναν επανάσταση κι εγκαταστάθηκαν σε κάποιο νησί.  αυτό πρεπει να είναι.  Κι εκείνα εκεί τα σπίτια τους.  Λένε, αγαπητέ μου Αρλεκίνε, πως το χουν συνήθειο να σκοτώνουν ή να σκλαβώνουν όποιον αφέντη φέρνει εδώ η μοίρα"

Εδώ ο Μαριβώ ασκεί κριτική στην αθηναϊκή (και στην ευρωπαϊκή της εκδοχή βεβαια) Δημοκρατίας με πικρό χαμόγελο ειρωνείας.  Δεν είναι ακριβώς κωμικό το έργο λοιπόν.
Ιφικράτης:
«Ξεδιάντροπε δούλε!»
Αρλεκίνος:
«Να λοιπόν που θυμάστε πώς μιλάνε στην Αθήνα!»

Ο Τριβελίνος, επικεφαλής του νησιού, επιβάλλει νέους κανόνες στη νέα αυτήν πραγματικότητα: πρέπει και οι μεν και οι δε να διδαχθούν αυτά που πρέπει, ώστε να τους επιτραπεί η επιστροφή στην πατρώα γη. «Εκτός ορίων», λοιπόν, στο γνωστό «μεταβατικό» προς την Αγριότητα σημείο όπου η αριστοκρατική δόμηση της κοινωνίας δεν ισχύει, οι παραδεδομένοι ρόλοι (υποβαλλόμενοι από το κοστούμι του ηθοποιού) αντιστρέφονται, οι δούλοι δικαιούνται να υποτάσσουν τους κυρίους, επιδιδόμενοι σε μια fête champêtre άνευ προηγουμένου και ασκώντας βία λεκτική και σωματική στους έως τότε βασανιστές τους. Ο σαρκασμός ενσαρκώνεται στην απέκδυση του ενός ρόλου και στην ταυτόχρονη υπόδυση του άλλου:
Ιφικράτης:
«Δεν το ξέρεις λοιπόν; Σ' αγαπώ!»
Αρλεκίνος:
«Το ξέρω, πώς, όμως οι αποδείξεις της αγάπης σας είναι πάντα στην πλάτη μου. Θέλω να πω: σε λάθος μεριά τις καταθέτετε».

Το χιούμορ είναι βαρύ, μαύρο και αισθαντικό, ακριβώς γιατί εκπορεύεται από τον πολυπιεσμένο ψυχισμό του συμπλεγματικού δούλου. Αυτή είναι μια υπεροπτική αλλά και πραγματιστική διαπίστωση του συγγραφέα, που οδηγεί νοερά στα δυο ζευγάρια maîtresclave του «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ και στον «Αγώνα Νέγρου και Σκύλων» του Κολτές, ως άξιος προκάτοχός τους. Η υπεροψία του ξίφους και ο ευτελισμός του «ευγενούς» ανδρισμού κυριαρχούν ως μοτίβα της πανάρχαιας μάχης της εξουσίας, μα και της ειρωνείας της ίδιας της ζωής. Επίσης, η ματαιοδοξία του υποταγμένου σκλάβου που κολακεύεται από τη στιγμιαία σεξουαλική του επιβολή πάνω στον κύριο, σε ένα πλαίσιο εκδικητικής ταπείνωσης. Οι valets είναι γεμάτοι συμπλέγματα και ελαττώματα, όμως η κακία του σκλάβου δεν ενεργοποιείται απο την ανθρώπινη φύση του αλλά από την κοινωνική θέση του. 



Ο Μαριβώ χρησιμοποιεί με αριστοτεχνικό τρόπο ένα ζευγάρι κοινωνικά υποδεέστερων, φτωχων υπηρετών, για να υπαινιχθεί, να υποδηλώσει και να διακηρύξει τελικά τη μάχη της ζωής στην συγκεκριμένη χρονική στιγμή που όμως, μετατράπηκε σε αιωνιότητα, μιας και η αντιπαλότητα αυτή έχει πολλαπλά απασχολήσει θεατρικούς συγγραφείς έκτοτε, και μέχρι σήμερα.... 

«Α, εγώ σας το λέω: σας λυπάμαι ολοψύχως!»
Αρλεκίνος:
"Εσύ όμως που έγινες ελεύθερος και ευτυχισμένος δεν θα γίνεις τώρα και κακός, έτσι δεν είναι;"

Το έργο ανεβαίνει στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης σε μετάφραση και σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη.

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

Οι περιπέτειες του Μικρού αντώνη

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό παιδάκι που το έλεγαν Αντώνη, και ήθελε πάντοτε να βγαίνει νικητής. Στο παιχνίδι και στη ζωή.  Όταν έπαιζε ποδόσφαιρο με τους φίλους του ήθελε να είναι πάντα πρώτος.  Μια μέρα, όταν η τύχη τα έφερε έτσι που να του βάλουν γκολ οι αντίπαλοι, εκείνος σταμάτησε το παιχνίδι γιατί δεν ήταν "δίκαιο" αυτό που έγινε.  Φώναζαν οι φίλοι της αντίπαλης ομάδας, τσίριζε κι αυτός.   

Η δική του ομάδα τον στήριξε αλλά όταν το παιχνίδι αναγκαστικά σταμάτησε, κάποιος του ψιθύρισε οτι γκολ της αντίπαλης ομάδας ήταν αποτέλεσμα της προσπάθειάς τους, και δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί.  Ο μικρός Αντωνάκης επέμενε στη δική του άποψη και τσιρίζοντας πήρε το δρόμο για το σπίτι του...

Την άλλη μέρα ευτυχώς έπαιξαν κρυφτό και το συμβάν της προηγούμενης μέρας είχε ξεχαστεί.  Νέα μέρα, νέο παιχνίδι, όλοι αγαπημένοι.  Ένα-ένα τα παιδιά "τα φύλαγαν" κι έψαχναν την υπόλοιπη ομάδα που κρυβόταν σε διάφορα σημεία της πλατείας της γειτονιάς.  Όταν ήρθε η σειρά του Αντωνάκη να "τα φυλάξει" οι φίλοι του έτρεξαν να κρυφτούν, αλλά ένας, ο πιο στενός του φίλος, στάθηκε και τον παρακολούθησε.  

"Κάνεις ματάκι, μας παρακολουθείς για να δεις που πάμε να κρυφτούμε! Κλέβεις, Κλέβεις!" του φώναξε ο φίλος.  Τότε βγήκαν από τις κρυψώνες τους όλοι οι υπόλοιποι φωνάζοντας "Κλέβεις, Κλέβεις!".  Τον κυνήγησαν, τον σφαλιάρισαν και τα πράγματα για τον μικρό Αντωνάκη έγιναν σκούρα...

Δεν είναι ότι τα παιδιά ξεχνάνε γρήγορα, ούτε ότι συγχωρούν, απλά έχουν βρει μηχανισμούς για να προχωρούν, να πηγαίνουν παρακάτω, πιο εύκολα από τους μεγάλους που μένουν αγκυλωμένοι για χρόνια, φοβούμενοι τις αλλαγές. 

Οπότε την επόμενη μέρα οι φίλοι ήταν πάλι στην πλατεία έτοιμοι να τσουλήσουν πάνω στα σκέητμπορντ.   Είχαν πάρει θέσεις σε ένα ανηφορικό μέρος, έχοντας μπροστά τους την κατηφόρα που οδηγούσε στο συντριβάνι της πλατείας.   Τα γέλια τους πλημμύριζαν τη γειτονιά.  Τα κορίτσια που ήταν καθισμένα στα παγκάκια κουτσομπόλευαν τα αγόρια.  Ορισμένα φούσκωναν σαν παγόνια και ο μικρός Αντωνάκης είχε πάρει θέση για τη μεγάλη πορεία που θα του έδινε την πρωτιά και σε αυτό το παιχνίδι.  

Ένας από τους φίλους είχε στο χέρι του ένα κινητό τηλέφωνο, του το είχε δώσει ο Αντωνάκης για να μετράει με αυτό μετρούσε τους χρόνους του παιχνιδιού, τα δευτερόλεπτα της πορείας του καθενός πάνω στα ρουλεμάν.  "Μέτρα τώρα τη νικηφόρα μου πορεία" του φώναξε ο Μικρός Αντώνης.   "Πάμε!"  

Η πορεία του Αντώνη ήταν ένα σλάλομ το οποίο κατέληξε άδοξα στο κέντρο που παγωμένου βυθού του σιντριβανιού της πλατείας...   

Τα γέλια των κοριτσιών δεν τον πτόησαν.   Βγήκε γεμάτος μελανιές στο πρόσωπο και στο σώμα και φώναξε: "Φέρε πίσω το κινητό μου! Το παιχνίδι τέλειωσε. Νίκησα.  Είμαι ο ΝΙΚΗΤΗΣ.  Υπάρχει εδώ κανείς που δεν το πιστεύει;  "

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

Η Μεγάλη Χίμαιρα

Από την πρώτη εφηβική μου ανάγνωση, μεσολάβησαν μερικά χρόνια κι άλλες δυο ακόμα αναγνώσεις, για να συνειδητοποιήσω οτι η "Μεγάλη Χίμαιρα" του Καραγάτση δεν είναι μια συνηθισμένη αναφορά της ζωής μιας ξένης στην Ελλάδα, μα είναι ένα λεπτομερές γυναικείο ψυχογράφημα, εμπλουτισμένο με μυθολογικά στοιχεία γι αυτό και πλήρες, υπερπλήρες... Είναι το δεύτερο μέρος της αινιγματικής τριλογίας του συγγραφέα "Εγκλιματισμοί κάτω απο το Φόβο", "Λιάπκιν" και βεβαίως "Γιουνγκερμαν", όπου κυρίαρχο στοιχείο είναι ο ξένος, ο ξένος που αποτυγχάνει να προσαρμοστεί απόλυτα στη νέα πατρίδα και ζει την ήττα του, απολαμβάνοντας την ταυτόχρονα, κάτω από τον ελληνικό ήλιο.

Μια κοπέλα η Μαρίνα Μπαρέ, αφοσιώνεται με πάθος στις ελληνιστικές της σπουδές στο πανεπιστήμιο της Ρουέν, μετά το μεγάλο ψυχικό σοκ του ξεπεσμού της οικογένειάς της. Ο στρατιωτικός πατέρας πεθαίνει σε κάποιο αφρικανικό στρατόπεδο και η μητέρα για να μπορέσει να ζήσει ικανοποιητικά, μετατρέπει το αρχοντικό τους σε πολυτελή οίκο ανοχής.  Η κοπέλα βιώνει τις παιδικές της μέρες και νύχτες, με δραματικό τρόπο, γι αυτό και οι σχέσεις που κάνει με άνδρες καθώς μεγαλώνει, έχουν τα στοιχεία που "εισέπραξε" απο την κρεβατοκάμαρη της μητέρας της.  Η μοίρα όμως, την φέρνει να συναντηθεί με τον Γιάννη, έναν Έλληνα ναυτικό, ο οποίος καταφέρνει να γεννήσει μέσα της τον έρωτα και το πάθος. Του παραδίνεται αμαχητί, και τον ακολουθεί στην Σύρο, ενώνοντας την ζωή της με εκείνον, και την οικογένειά του. Μαζί τους μία χήρα παραδοσιακή ελληνίδα μητέρα και ένας καλά σπουδαγμένος, βαθιά καλλιεργημένος αδερφός. 

Ζώντας πια στην κλειστή κοινωνία της Σύρου, η Μαρίνα ανακαλύπτει έναν καινούργιο κόσμο, ιδιαίτερο και αντιθετικό, ερχόμενη σε ρήξη με ό,τι γνώριζε από τη χώρα της στο βορρά. Αφού περάσουν έξι χρόνια και γεννηθεί ένα κοριτσάκι, κάποιο περίεργο παιχνίδι του πεπρωμένου, θα αναγκάσει τον Γιάννη να μπαρκάρει στα καράβια για να καλύψει οικονομικές ζημιές, αφήνοντας μόνη την Μαρίνα, η οποία δεν αντέχει την απουσία συναισθημάτων και ανασύρει απο μέσα της τον παλιό της, νεανικό εαυτό. Την ίδια νύχτα που θα πέσει στην αγκαλιά κάποιου άγνωστου, θα αρρωστήσει βαριά το παιδί της, σαν τιμωρία για την ασυδοσία της, ενώ λίγο αργότερα, τη στιγμή που το μυστικό και ύπουλο πάθος της για το αδελφό του άνδρα της του Μηνά, θα βρει αντίκρισμα, η μικρή Άννα θα αφήσει την τελευταία της πνοή. Αυτή θα είναι η αρχή, ενός προδιαγεγραμμένου από το μύθο, τραγικού τέλους.

Η θεατρική απόδοση της Μεγάλης Χίμαιρας απο τον Δ.Τάρλοου στο Θέατρο ΠΟΡΕΙΑ  είναι πολύ προσεγμένη δουλειά με εξαιρετικές ερμηνείες, υπέροχη μουσική, σκηνικά, σκηνοθεσία.   Δεν είναι τυχαίο που η παράσταση έχει τόσο κόσμο κάθε βράδυ.

Ο θεατής της παράστασης βλέπει μπροστά του σχεδόν τις δυο τραγικές ηρωίδες του Ευριπίδη,τη Φαίδρα,που τυφλωμένη από πόθο για τον Ιππόλυτο τον εκδικείται και τον καταστρέφει, τιμωρώντας στη συνέχεια και τον εαυτό της.  Βλέπει και την Μήδεια που σκορπά την καταστροφή οργισμένη για την ερωτική προδοσία, δολοφονώντας ακόμα και τα παιδιά της λίγο πριν διαφύγει κυνηγημένη πάνω στο άρμα του ήλιου.  Η Φαίδρα είναι παρούσα ως προς τον ψυχισμό, την τελική τιμωρία ή κάθαρση, μα και τις επιπτώσεις του ανεξέλεγκτου πάθους της.

Έτσι τιμωρεί και η Μαρίνα τον εαυτό της, αφού αναζητεί το πάθος και την περιπέτεια, προδίδει την συμβατική συζυγική ζωή που η ίδια είχε επιλέξει και δίνεται σε δύο εραστές, με προδιαγεγραμμένη πορεία  προς το καταστροφικό τέλος.  Η συνταύτιση με τη Μαντάμ Μποβαρύ γίνεται πιο αισθητή, όταν η Μαρίνα, έχοντας ήδη εντοπίσει τα σημάδια αποτυχίας του εγκλιματισμού στην Ελλάδα, στρέφεται μετά από χρόνια θαυμασμού του ελληνικού πνεύματος, ξανά στους κλασικούς της πατρίδας της και ανακαλύπτει ξανά γραφές όπως του Φλωμπέρ. Οδηγείται στο αδιέξοδο μέσα από το μαρτυρικό μονοπάτι της υπέρβασης και η καλά κρυμμένη ύβρις, περιμένει χαιρέκακα τη στιγμή της εξωτερίκευσής της. 

"Μα τί άνθρωπος είστε; Μα τί άνθρωποι είστε;" ρωτά με πραγματική απορία η Αλεξάνδρα Αϊδίνη -υποδυόμενη τη Μαρίνα Μπαρέ- την πεθερά της,  την οποία υποδύεται με όση έμφαση χρειάζεται η ελληνίδα μάνα, η Σοφία Σεϊρλή.  Στο ερώτημα αυτό, κατα τη γνώμη μου, κλείνεται και κρύβεται και όλο το νόημα της ιστορίας του Καραγάτση, που τόσο πολύ εμπνευσμένα δίνεται απο τους συντελεστές της παράστασης....