Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

Τέφρα και Σκιά, τότε και σήμερα

Οι μεγάλες ανθρωπιστικές καταστροφές τριγυρνούν αυτόν τον καιρό στο μυαλό μας, με τους πρόσφυγες να παλεύουν στα κύματα του Αιγαίου, με συγκρούσεις να μαίνονται, με πολιτισμούς να καταρρέουν και με τον ορισμό του όρου "γενοκτονία" να έχει γίνει σημειο αντιπαράθεσης.  Δεν είναι καινούργια η έριδα.  

Κάποτε ζητήθηκε απο τον Harold Pinter να γράψει ένα έργο που να αναφέρεται στο Ολοκαύτωμα.  Με το "Ashes to Ashes" (Στάχτες στις Στάχτες, επι το ελληνικότερον) στην ουσία απάντησε οτι η μαύρη αυτή πτυχή της ευρωπαϊκής ιστορίας μπορεί να περιγραφτεί μόνον αποσπασματικά, με μνήμες διάφορες εδώ κι εκεί, βασισμένες σε μαρτυρίες, όχι σαν βιβλίο με σελίδες που ακολουθούν η μια την άλλη, με μια συνέχεια, μα σαν εικόνες αποτρόπαιες, παρμένες απο διάφορα παλιά φωτογραφικά άλμπουμ σκορπισμένα σε διάφορες χώρες και διαφορετικές εποχές. Όπως ακριβώς συμβαίνει σε κάθε οδυνηρή μνήμη του παρελθόντος και σε κάθε τραυματική εμπειρία.



Με τον τίτλο "Τεφρα και Σκιά" επανήλθε ο Pinter με το μονόπρακτό του κοντά μας αυτόν τον θεατρικό χειμώνα, βάζοντας τη Ρεβέκκα και τον Ντέβλιν να μας θυμίσουν οτι η κακοποίηση είναι κάτι φρικτό που δεν ξεχνιέται, κάτι ανατριχιαστικό απο το οποίο δεν ξεφεύγεις ποτέ, αλλά ταυτόχρονα πως ο άνθρωπος δεν ξεφεύγει από τη φύση του, μέσα στην οποία το στοιχείο της βίας ζει, επωάζεται και αναπνέει.


Ο Δημήτρης Καραντζάς που σκηνοθέτησε την παράσταση που μας καθήλωσε στις "Ροές" χρησιμοποιεί με τρόπο απέριτο και αριστοτεχνικό το γνωστό βρετανικό φλέγμα και μας παρουσιάζει τα δυο πρόσωπα να συνδιαλέγονται, να σιωπούν και εντέλει να σφαγιάζονται μπροστά μας, δίχως να χυθεί σταγόνα απο αίμα.  Δυο χαρακτήρες, εκείνη (η Ρεβέκκα) κι εκείνος (ο Ντέβλιν) καταθέτουν τη μαρτυρία τους για το μαζικό έγκλημα, με τον τρόπο που ο καθένας το διαχειρίζεται απο την πλευρά του.


Εκείνη (Εύη Σαουλίδου) με επιλεκτιμή μνήμη και με απάθεια που σε κάνει να αναρωτιέσαι για τα υποκριτικά της όρια, περιγράφει την κακοποίηση της, αναφέροντας μόνον όσα επιθυμεί, σαν ένας απλός θεατής του αισχρού εγκλήματος. Εκείνος (Χρήστος Λούλης) με επιλεκτική αμνησία και  με ενδιαφέρον που κινείται μόνον στα όσα τον αφορούν, της θέτει τα ερωτήματά του με τρόπο που πάλι σου επιβάλει να αναρωτηθείς, εάν τον σύζυγο, τον ενδιαφέρει κάτι πιο ουσιαστικό αλήθεια εκτός απο το ότι η "κακοποίηση" είναι κάτι που εντάσσεται στο βίο της συζύγου του πριν απο τη σχέση και τη γνωριμία τους, ή όχι...

Με πόσο χιούμορ αλήθεια θέτει αυτό το στοιχείο του χαρακτήρα του Ντέβλιν ο Πίντερ! Εμβαθύνει δε ακόμη περισσότερο στο χαρακτήρα του άνδρα, που τον βάζει να γίνεται και ο ίδιος σαδιστής, ώστε να γίνει και εραστής της ξανά. Ταυτόχρονα ένα συναίσθημα υποδόροιας βίας κατακλύζει τα πρόσωπα -το νοιώθω σαν θεατής- και ο διάλογός τους μεταφέρει παντού την ανησυχία οτι  όλο αυτό το έγκλημα μπορεί και πάλι να συμβεί και να ξανασυμβεί, λίγο πιο πέρα, λιγο πιο μακριά, ή λιγο πιο κοντά μας, στη δική μας χώρα, στη γειτονική, ή σε μια άλλη στην άλλη πλευρά του πλανήτη.  Τελικά δεν είμαι σίγουρη εάν η ίδια η Ρεβέκκα ήταν θύμα -άλλωστε πολύ νέα είναι για κάτι τέτοιο- ή απλώς ταυτίζεται με τα θύματα της βίας και περιγράφει -με την απάθεια της κοινωνίας- τα δεινά τους...


Η πολιτική είναι ένα στοιχείο που διαπνέει το κείμενο όσο κι αν δεν το μαρτυράει ευθέως. Οι λέξεις κάνουν πως στέκονται σε μια προσωπική μνήμη, μα είναι κι εκείνες οι μακρές σιωπές που δεν μπορούν να κρυφτούν πουθενά και μαρτυράνε πως η μνήμη είναι συλλογική και όλους τους βαραίνει.

Το χώμα που πατούν οι πρωταγωνιστές, είναι μια άμμος ψιλή και κάπως ανοιχτόχρωμη.  Μου τραβάει την προσοχή και σκέφτομαι πως οι δυο τους κάπου περνούσαν καλά κι αμέριμνα, καθισμένοι σε αναπαυτικές πολυθρόνες, μα ήρθε εκείνη η κακιά στιγμή που λένε που το θερμόμετρο της κουβέντας ανέβηκε και ένα θέμα ταμπού τους εκνεύρισε.  Εντάξει όμως, είναι εύκολο να μιλάς για μεγάλα εγκλήματα του παρελθόντος κρατώντας ένα ποτό στο χέρι, φορώντας ένα μακρυ φόρεμα, ή κάτι τέτοιο, και να μην κρυώνεις στα κρεματόρια.... 

Η παράσταση έρχεται να μας τα θυμήσει όλα αυτά, να μας βάλει να σκεφτούμε, να σκεφτούμε τα λόγια που ο Ντέβλιν και η Ρεβέκκα δεν θέλουν να πουν γιατί ο καθένας τους θέλει να θυμηθεί κάποια συγκεκριμένα, ή τα ξεχάσει κάποια άλλα.  Το παιχνίδι της λήθης και της επιλεκτικής μνήμης έρχεται κι επανέρχεται και το -εκπαιδευμένο είναι η αλήθεια- κοινό συμμετείχε απόλυτα, τεντώνοντας τα αφτιά του στις καταιγιστικές σιωπές, παραμένοντας συνεχώς σε εγρήγορση, για να "ακούσει" όσο το δυνατό περισσότερα.