Τρίτη 3 Μαΐου 2022

H χήρα του Ernest Hemingway

 Όταν ο Ernest Hemingway έφθανε τον Μάιο του 1944 στο Λονδίνο για να κάνει ρεπορτάζ για τον πόλεμο, ήταν ήδη γνωστός για τα μυθιστορήματά του, για την χειμαρρώδη προσωπικότητά του, για την αγάπη του στη ζωή και στις γυναίκες. 



Ο τρίτος γάμος του με την δημοσιογράφο
Martha Gellhorn είχε ήδη μπει σε συγκρουσιακή φάση. Η επαγγελματική πρόταση του Colliers Weekly να καλύψει τις πτυχές αυτού του πολέμου, φάνηκε στον Hemingway σχεδόν… φυγή προς την ειρήνη.  Δυσφόρησε όταν αντιλήφθηκε ότι η Martha είχε τον ίδιο προορισμό, πήγαινε επίσης για να καλύψει τα γεγονότα στο Λονδίνο, όμως αποφάσισε ότι δεν θα την συναντά καθόλου εκεί. 

Στην πόλη βρισκόταν ήδη ο αδελφός του o Leicester, ο οποίος εργαζόταν σε συνεργείο κινηματογραφικών παραγωγών.  Την εποχή εκείνη πολλοί διάσημοι κι επώνυμοι πηγαινοέρχονταν στην βρετανική πρωτεύουσα. Ένα βράδυ o Leicester τον πήρε μαζί του σε ένα πολύ γνωστό εστιατόριο.  Του υποσχέθηκε ότι θα έχει την ευκαιρία να δει σημαίνοντες ανθρώπους όπως τον θεατρικό συγγραφέα Irwin Shaw να φλερτάρει με την ανταποκρίτρια του Time, Mary Welsh

 

Τί κι αν ήταν παντρεμένη ακόμα με τον Noel Monk, η Mary Welsh, ήταν αποφασισμένη να τελειώσει τον γάμο της με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.  Ο Irwin Shaw ήταν ένας περιζήτητος διανοούμενος γόης, αλλά ήταν παντρεμένος.  Ο Ernest Hemingway, γόης κι αυτός, ωστόσο ήταν σε διάσταση με την σύζυγό του.  Όταν τέλειωσε με τις υποχρεώσεις του και τα περιουσιακά του, προίκισε την 30χρονη δημοσιογράφο με εξαιρετική φήμη όταν δήλωσε δημόσια ότι την παντρεύεται γιατί την ερωτεύτηκε με πάθος με την πρώτη ματιά.  Εκείνη δεν δήλωσε κάτι τέτοιο, όμως σίγουρα όταν μεγάλωνε στην επαρχία της Μινεσότα, δεν φανταζόταν τέτοια τύχη βουνό.

 

Η ζωή του Ernest Hemingway έχει δώσει τροφή σε άρθρα και ντοκυμαντέρ (είναι γνωστή η πρόσφατη σειρά του Ken Burns για τη ζωή του), εδώ όμως πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο στην ουσία ολοκληρώνει τη μεγάλη συζήτηση για τις γυναίκες του συγγραφέα.  Ο Timothy Christian, συγγραφέας του  «Η Χήρα του Hemingway» μας βάζει σε θέση να δούμε τον Hemingway  με τα μάτια της  Mary WelshTo βιβλίο εκκινεί την ιστορία από το τελευταίο τρίτο της πολυτάραχης ζωής του. Εκείνη η τελευταία φάση έκλεισε με ψιθύρους, υπεκφυγές και διφορούμενες κουβέντες για το τί ακριβώς είχε συμβεί στο τέλος του.  Η υστεροφημία του κρεμάσθηκε από τον όρο «παράνοια» μια ψυχική ασθένεια που τον ακολουθούσε από νεαρό σε κάθε του βήμα συγγραφικό και προσωπικό, ενώ η τραγική του αυτοκτονία δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί ευθέως ως γεγονός και παρουσιάσθηκε ως ατύχημα.  Ήρθε λοιπόν αυτή η βιογραφία για να πει τα πράγματα με το όνομά τους, γιατί αυτό που κυρίως θα εκτιμήσουν οι θαυμαστές και οι μελετητές του μεγάλου συγγραφέα είναι κυρίως η αλήθεια γιατί αυτό ήταν που εκτιμούσε και ο ίδιος, η αλήθεια που γνωρίσαμε στα γραπτά του, στα δημοσιογραφικά του κείμενα, στις αφηγήσεις του. Δεν πρόκειται βέβαια για μια όμορφη κι ευχάριστη ιστορία.  Άλλωστε την αφηγείται μια γυναίκα που ναι μεν έζησε δίπλα του για τόσα χρόνια, ήταν όμως και αυτή ένας τύπος ανθρώπου, που προσομοίαζε στον ίδιο τον Hemingway

Ο Τimothy Christian συγγραφέας του «Η Χήρα του Hemingway» θεωρεί σε πολλά σημεία ότι ο Ernest είχε κατά κάποιο τρόπο επιτέλους γνωρίσει το ταίρι του σε αυτόν τον τέταρτο γάμο της ζωής του. Θεωρεί ότι πολλές φορές είναι ολόιδιοι και κυρίως τις φορές που η Mary υπερασπίζεται τον εαυτό της στην διάρκεια κάποιας διαφωνίας ή κάποιου καυγά με τον Ernest, συνήθως μετά από πολύ αλκοόλ και αναπόφευκτες, απανωτές συμφιλιώσεις.  Και οι δυο τους ήταν ευφυείς, ταλαντούχοι στο να γράφουν, να μιλάνε και να παίζουν με τις λέξεις, αλλά όταν όλο αυτό το πάθος «ξέφευγε», το παιχνίδι παρεκτρεπόταν  και μεταμορφωνόταν σε μάχη, γίνονταν και οι δυο εξαιρετικά ανώριμοι, σκληροί και μικροπρεπείς, σαν παιδιά από φτωχογειτονιές γεννημένα για να κλέβουν, να ζηλεύουν και να καταληστεύουν τον κόσμο γύρω τους.

 

Θα μπορούσε κανείς εύλογα να θέσει το ερώτημα, γιατί αυτός ο γάμος κράτησε μέχρι το θάνατο του Ernest.  Ο Τimothy Christian απαντά σε αυτήν την ερώτηση στον πρόλογο του βιβλίου με έναν τρόπο που προσομοιάζει σε ένα διήγημα του Hemingway.  Η ιστορία εκείνη μιλούσε για ένα ανώνυμο ζευγάρι κολλημένο σε μια μικρή πόλη στο Wyoming.  Όταν η έγκυος σύζυγος αιμορραγεί από ρήξη σάλπιγγας, οι γιατροί που αναλαμβάνουν να τη σώσουν δεν μπορούν να εντοπίσουν την φλέβα για να της μεταγγίσουν αίμα. Μετά από πολλαπλές προσπάθειες, ο σύζυγος συνειδητοποιεί ότι οι προσπάθειες εγκαταλείπονται και παρεμβαίνει ο ίδιος με τη δύναμη που του δίνει η σχέση τους και όχι κάποια ιατρική γνώση, εισάγει τη βελόνα ενδοφλεβίως και σώζει έτσι τη ζωή της.  Αυτός ο σύζυγος και η σύζυγος ήταν ο Ernest και η Mary.  Πράγματι, μετά από κάποια ατυχή κύηση ήξεραν ότι δεν θα έκαναν ποτέ παιδί, το οποίο δήλωναν και οι δυο πως ήθελαν πολύ.  Όμως ο Ernest της είχε σώσει τη ζωή και η Mary δεν θα το ξεχνούσε ποτέ. Ο συγγραφέας βλέπει εκείνο το επεισόδιο του 1946 να δημιουργεί έναν άρρηκτο δεσμό μεταξύ τους.

 

To βιβλίο είναι μια βιογραφία που ξεκινά με την ιστορία της Mary, μιας δυναμικής νεαρής γυναίκας που από τις ΗΠΑ καταφθάνει στο Λονδίνο στα τέλη της δεκαετίας του ’30 ως ανεξάρτητη ανταποκρίτρια. Οι σκηνές του Λονδίνου στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου είναι συναρπαστικές κι ενδιαφέρουσες καθώς σιγά-σιγά μετατρέπεται σε μια σοβαρή, αξιόλογη ρεπόρτερ, πράγμα δύσκολο να κατακτηθεί από μια γυναίκα της εποχής. Επίσης σταδιακά ωριμάζει, ανοίγει νέους δρόμους, αποκτά επίγνωση και συνειδητοποιεί τί είναι αυτό που δεν άφησε τον πρώτο της γάμο να ανθίσει. Γνωρίζει τον Ernest ο οποίος είναι κάπως πιο αφελής από αυτό που θα περίμενε κανείς από έναν σκληραγωγημένο πολεμικό ανταποκριτή και καρδιοκατακτητή κοντά στα 40.  Η προσωπικότητά του και το παρουσιαστικό του την παρασύρει. Διαθέτει γοητεία, χρήματα, φήμη και όλα αυτά μαζί υπόσχονται μια ευκολότερη ζωή από αυτή που θα μπορούσε να ζήσει ως διαζευγμένη δημοσιογράφος.  Έτσι αποφασίσει να προχωρήσει σε αυτόν τον γάμο, τον τέταρτο, για τον διάσημο ρεπόρτερ και συγγραφέα.

 

Το βιβλίο περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο κατακτά την πεποίθηση ότι δεν οφείλει πλέον στον εαυτό της και τη δουλειά της, αλλά ότι το καθήκον της είναι ο Ernest. Περιέχει λεπτομέρειες για το πώς γίνεται «νοικοκυρά» στην Κούβα, βρίσκοντας καταφύγιο και ηρεμία στο σπίτι που είχε αγοράσει η πρώην συζυγός του και συνάδελφος της δημοσιογράφος Martha Gellhorn, πώς ξέφευγαν από το ταραχώδες τοπίο της Αβάνας πηγαίνοντας για ψάρεμα με το Pilar, το σκάφος του Ernest.

 

O Timothy Christian παρουσιάζει μια ζωντανή και γλαφυρή εικόνα για τη ζωή και την καθημερινότητα του ζευγαριού, για το πώς η Mary συνεισέφερε ουσιαστικά στη δουλειά του διορθώνοντας και δακτυλογραφώντας χειρόγραφα, πώς ανέτρεψε την πλοκή της ιστορίας του «Ο Γέρος και η Θάλασσα», αλλά περιγράφει και τα κλειστοφοβικά της συναισθήματα, παρουσιάζοντάς την ως θύμα, όταν ο σύζυγός της γίνεται συχνά σκληρός, βίαιος και χειριστικός. Αφηγείται τα σεξουαλικά τους παιχνίδια, τα απολαυστικά τους ταξίδια στην Αφρική και την Ευρώπη, επισημαίνοντας την υπομονή της Mary όταν ο Ernest φλερτάρει ανοιχτά μια νεαρή Ιταλίδα που θα μπορούσε να είναι ακόμα και εγγονή του. 

 


Τα πράγματα περιπλέκονται όταν αποκαλύπτονται οι συνθήκες γύρω από τον θάνατό του. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, λόγω των γεγονότων στην Κούβα, ο Ernest και η Mary είχαν μετακομίσει στο Ketchum του Idaho. Ήδη τότε ήταν η περίοδος που έκανε την τελική επιμέλεια στα ημερολόγια του πολέμου από το Παρίσι με τίτλο «Μια κινητή γιορτή» (A Moveable Feast).  Εισήχθη για  κάποια θεραπεία με ηλεκτροσόκ στο Mayo Clinic -εκείνη την εποχή έτσι θεράπευαν ψυχικές και διανοητικές ασθένειες. Μετά την θεραπεία, κατάφερε κι έπεισε τους γιατρούς ότι είναι ικανός να πάει σπίτι του και ότι θα ήταν μάλλον κακό για την πορεία της υγείας του, να παραμένει μέσα στο νοσοκομείο χωρίς λόγο.  Επιστρέφει.  Κάποια στιγμή βρίσκει τα κλειδιά της ντουλάπας όπου φυλασσόταν το όπλο του στο ράφι της κουζίνας.  Ήταν το 1961, λίγες εβδομάδες πριν από τα 62α γενέθλιά του. Βάζει το όπλο στο στόμα του και αυτοπυροβολείται.

 

Είναι μεγάλος ο μύθος που συνοδεύει αυτόν τον άνδρα και οι εποχές δύσκολες και γεμάτες ταμπού. Επισήμως, η είδηση ήταν ότι ο Ernest Hemingway πέθανε σε ατύχημα ενώ καθάριζε το όπλο του. Δεν είχε καμιά σημασία εάν έγινε πιστευτό. Θα περνούσαν χρόνια για να βγει η αλήθεια. Στο βιβλίο αυτό, ο Christian εξερευνά τους λόγους για τους οποίους η Mary δεν προστάτεψε τον Ernest από τον εαυτό του, ρίχνοντας έτσι νέο φως στην ταραχώδη σχέση τους. 

Είχε πεθάνει νέος έχοντας ήδη αποκτήσει τεράστια φήμη, είχε λάβει ένα βραβείο Νόμπελ το 1954 και η αναγνωρισιμότητά του μετά το θάνατό του αυξανόταν κατακόρυφα αντί να μειωθεί, πράγμα που δεν συμβαίνει συνήθως. Έπρεπε κάποια χειρόγραφα να ολοκληρωθούν για να κυκλοφορήσουν στον κόσμο και να τροφοδοτήσουν τον θρύλο που άφησε πίσω του.  Ο Christian που  αναφέρει ότι η Mary έκανε καλά τη δουλειά της για τα επόμενα 20 χρόνια, εξηγεί πώς τα χρόνια που ακολούθησαν τον θάνατό του εκείνη αφοσιώνεται στην λογοτεχνική του κληρονομιά, πώς μπήκε σε διαπραγματεύσεις με τον Fidel Castro για να ανακτήσει τα χειρόγραφα που είχαν μείνει στην Κούβα, πώς τελικά το ένα τρίτο του έργου του δημοσιεύεται αφού εκείνος δεν είναι πια εν ζωή. 

Η Mary από το διαμέρισμά της στη Νέα Υόρκη, διαχειρίζεται πλέον την τύχη αυτού του θρύλου ακόμα κι όταν επιμελείται την βιογραφία που κυκλοφορεί το 1997 από τον Carlos Baker με τίτλο “A Life Story”, αλλά και όταν καταθέτει μήνυση στον A.Hotchner επειδή «καταχράστηκε» τη στενή του σχέση με τον Ernest και τόλμησε να γράψει περί «διανοητικής  παρακμής» του μεγάλου συγγραφέα στο βιβλίο «Papa Hemingway». 

Είναι φανερό στον έμπειρο αναγνώστη ότι το βιβλίο που είναι ιδωμένο με τα μάτια της Mary, αφορά τη Mary. Ο φακός του Timothy Christian εστιάζει σε μια γυναίκα αγανακτισμένη, γενναία, συναρπαστική, ικανή να «σπάσει» έναν μύθο, μια γυναίκα που πίνοντας τζιν και καπνίζοντας camel μπορεί να τραγουδήσει Edith Piaf, μια γυναίκα γεμάτη υπομονή κι επιμονή προκειμένου να δείξει ότι μια ζωή συνεχίζεται, ενώ έχει χαθεί.

Ο συγγραφέας της Χήρας του Hemingway μας δίνει την εικόνα μιας απολύτως ερωτεύσιμης γυναίκας, η οποία ωστόσο αποδείχθηκε συμφεροντολόγος και απολύτως αδιάφορη για τους γιους του Ernest από τους οποίους στέρησε την περιουσία που τους ανήκε. Το τέλος της είναι άσχημο. Βυθίζεται στον αλκοολισμό και πεθαίνει το 1986 έχοντας καταστρέψει τον εαυτό της. Δεν ξέρω αν οι αρετές της ήταν τόσες, όμως έμοιαζαν πολύ με τον Ernest, τουλάχιστον σε αυτό έχει δίκιο ο Τ.Christian.

Μ.Σ.


Πέμπτη 3 Μαρτίου 2022

Δυστοπικό περιβάλλον και αποκλεισμός

 Η πανδημία μας «γνώρισε» τι σημαίνει δυστοπικό περιβάλλον από πρώτο χέρι. Πριν από αυτό, η μόνη επαφή μας με τέτοιες καταστάσεις προερχόταν από τα βιβλία, ή τις ταινίες, αλλά στη ζωή μας δεν το είχαμε γευθεί. Τώρα μάθαμε να ζούμε σε συνθήκες εγκλεισμού, με καθημερινοτητα που ξεφεύγει από το χρόνο και δεν έχει τόπο, ενώ ταυτόχρονα καταφέραμε να αποκοπούμε βίαια από τη ρουτίνα μας, τις συναναστροφές μας και τις εξωστρεφείς μας συνήθειες υιοθετώντας έναν διαφορετικό τρόπο ζωής.

Κάτι ανάλογο βιώνει η Μάρτα, ηρωίδα του Λουίτζι Πιραντέλο, στο μυθιστόρημα «Η Αποκλεισμένη» κάπου στα τέλη του 19ου αιώνα. Η Μάρτα έζησε τον αποκλεισμό από την κοινωνία για άλλους λόγους: Για λόγους ηθικής τάξης.

Όπως σε κάθε περίπτωση αποκλεισμού, τα ημερολόγια καραντίνας είναι ο καθρέφτης, η ιστορία, το ψυχογράφημα και το πορτραίτο των ηρώων της. Ακριβώς όπως τα βιβλία που παράχθηκαν από συγγραφείς οι οποίοι είτε σκιαγραφούν τις δύσκολες μέρες που περνάμε τα τελευταία δυο χρόνια, είτε οικοδομούν ιστορίες που ξεφεύγουν απο αυτόν τον αποκλεισμό.  Το μέσον μπορεί να διαφέρει, αλλά τελικά ο σκοπός είναι ίδιος: σκοπός παραμένει η διαφυγή, το ταξίδι, η απόδραση, ή το όνειρο.

«Η Αποκλεισμένη» -το πρώτο μυθιστόρημα του Ιταλού νομπελίστα Λουίτζι Πιραντέλο πλουτίζει την παγκόσμια λογοτεχνία με το πορτραίτο μιας δυναμικής και αποφασιστικής γυναίκας η οποία αντιστέκεται στην άγνοια και στις κοινωνικές προκαταλήψεις της εποχής της.  Η ηρωίδα, με το έντονο πάθος για χειραφέτηση που τη διακρίνει, αντιπροσωπεύει πλήρως το πρότυπο της σύγχρονης γυναίκας μολονοτι βρισκόμαστε στα τέλη του 19ου αιώνα.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η «αμαρτία» της Μάρτας να αλληλογραφήσει με έναν άνδρα, ή να «αναγνώσει» επιστολή του, ενώ είναι παντρεμένη. Εκείνος δεν είναι άξεστος και απλός. Δεν δουλεύει σε βυρσοδεψείο, είναι φιλόδοξος, μορφωμένος και εκλέγεται  στην πολιτική. Χρησιμοποιεί όμορφες λέξεις, περιγράφει με γλαφυρό τρόπο συναισθήματα και όμορφες εικόνες, κάτι ιδιαιτέρως ασυνήθιστο για την εποχή, ενώ η… απόσταση με την πεζή ζωή της Μάρτας, την οποία πολιορκεί, λειτουργεί με έναν τρόπο μαγικό.  Ο Πιραντέλο δεν μιλάει για μια «παραστρατημένη» σύζυγο. Δεν σχολιάζει τις πομπές της. Μιλά για τον φαρισαΪσμό του όχλου που την καταδικάζει στο όνομα της ηθικής, με μόνη απόδειξη μια ένδειξη ότι διέπραξε σφάλμα.  Η υπόθεσή της απασχολεί την μικρή κοινωνία στην οποία ζει, αλλά και φυσικά τη δική της οικογένεια η οποία την απορρίπτει και την περιθωριοποιεί μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Ο πατέρας της πεθαίνει μέσα στην ντροπή του, απομονωμένος μετά το συμβάν μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Απομένουν μόνες και δυστυχισμένες, η Μάρτα, η αδελφή της η Μαρία και η μητέρα τους. Μόνο μία φίλη σχεδόν ομοιοπαθούσα στο δικό της παρελθόν, μπαινοβγαίνει στο σπίτι τους, όλοι οι άλλοι τις έχουν εγκαταλείψει.

Για ποιο λόγο θα πρέπει η Μάρτα να μετανοήσει? Ποιο αμάρτημα διέπραξε ώστε να αξίζει την τιμωρία του αποκλεισμού, την ταπείνωση,τον εξευτελισμό, τον θάνατο του πατέρα και του παιδιού της, το συνεχές πένθος και την ένδεια?  Γιατί πρέπει να υποβάλλεται στο «μικροσκόπιο» μιας κοινωνίας υποκριτικής και «καθώς πρέπει» ακόμα και για να μπορέσει  να προσληφθεί για εργασία κάπου, ώστε να καταφέρουν να επιβιώσουν?

Η «αποσυνάγωγη» σύζυγος προσπαθεί να αντιπαλέψει αυτό το φαλλοκρατικό μεσαιωνικό τέρας -την κοινωνία- σε ένα χωριό της νοτιας Ιταλίας, έναν τόπο που προφανώς ποτέ δεν άγγιξε η αναγέννηση και ο διαφωτισμός.  Η Μάρτα αγωνίζεται να κερδίσει τη θέση που της ανήκει στην κοινωνία, αλλά όσο εκείνη δεν καταθέτει τα όπλα, τόσο αγριεύει και το περιβάλλον γύρω της.  Όσο επιχειρεί να μπει στον επαγγελματικό στίβο και δεν σταματά να πασχίζει, τόσο η κοινωνία την σπρώχνει  και την βυθίζει στο βούρκο της ανυποληψίας σαν τον εγκλωβισμένο σε κινούμενη άμμο.

Όταν -μέσω γνωριμίας- βρίσκει δουλειά ως δασκάλα σε Κολλέγιο και οι τρεις γυναίκες αναγκάζονται να μετακομίσουν, η Μάρτα πετάει στα σύννεφα. Ονειρεύεται μια καινούρια αρχή, σε έναν τόπο με ανθρώπους που δεν την γνωρίζουν, σε μια γειτονιά που δεν την πολιορκούν επικριτικά τα βλέμματα. Έχει την ανάγκη να αφιερωθεί στη δουλειά της και με τον τρόπο της να γίνει αγαπητή στις μαθήτριές της και στους συναδέλφους της, αλλά… μάταια.  Η μικρή χρονική περίοδος της «άνοιξης» που ξεκινάει με την αλλαγή και το ξεκίνημα σε μια νέα πόλη, περνάει γρήγορα και η θηλιά της κοινωνικής απόρριψης αρχίζει να σφίγγει και πάλι.  Η αδελφή της και η μητέρα της -γνήσια τέκνα της εποχής τους- κρέμονται από την ίδια κι εκείνη αισθάνεται ότι δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν χωρίς αυτήν. Η Μάρτα είναι η μοναδική τους ελπίδα, την ώρα που η «συγχώρεση» για το «βαρύ» της ατόπημα έρχεται με τη μορφή ενός συμβιβασμού.  Μέχρι την συγκεκριμένη στιγμή, οι τρεις γυναίκες ζουν η μία για την άλλη, ήσυχα, σιωπηλά, αποφεύγοντας κάθε ανάμνηση από το παρελθόν, κάθε τι που θα μπορούσε να ταράξει την ηρεμία ή να ξαναγυρίσει ακόμα και την σκέψη τους, στη γενέτειρά τους και σε όλα φρικτά έζησαν.

Οι πιραντελικοί χαρακτήρες δεν ξεφεύγουν εύκολα από τη μοίρα τους γιατί τη μοίρα στα περισσότερα έργα του, την καθοδηγεί κυρίως ο χαρακτήρας. Η κοινωνία απαιτεί από τους αμαρτωλούς να είναι ταπεινοί, να υποφέρουν, να σέρνονται ζητώντας συγνώμη, να μη σηκώνουν κεφάλι και γενικά να φυτοζωούν στο περιθώριο, να αποταβηχθούν στις παρυφές της ανυπαρξίας, αλλά όχι και να εξαφανισθούν στο χώρο του ανύπαρκτου, καθώς η «δικαιοσύνη» πρέπει να αποδοθεί και η τιμωρία πρέπει να επιβληθεί. Σε μια τέτοια κοινωνία η διαδικασία της απόλυτης ταπείνωσης περιλαμβάνει αναμφίβολα την σαδιστική διαγραφή όλων των επίζηλων αρετών του «αποκλεισμένου», όπως η ευφυία, η ομορφιά, η καλοσύνη,οι καλοί τρόποι, η εξυπνάδα. 

Η Μάρτα είναι μια γυναίκα που μάχεται για την ύπαρξή της και το δικαίωμά της να ζήσει ελεύθερη, με τη δική της βούληση, σε μια εποχή που κάτι τέτοιο είναι ανεπίτρεπτο και μάλλον άγνωστο. Όλες οι αρετές της είναι ανύπαρκτες για τους γύρω της, διαγράφονται στο όνομα της τιμωρίας γιατί αυτό είναι το δίκαιο να γίνει.

Το βιβλίο (κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κασταλία) είναι εξαντλημένο και αριστουργηματικό καθώς ο Πιραντέλο έφτιαξε μια θεατρική πράξη γεμάτη ένταση και ενδιαφέρον με χαρακτήρες περίτεχνους και πολύ πειστικούς, σχεδόν αφοπλιστικούς μπροστά στον καθρέφτη μιας κοινωνίας οπισθοδρομικής, δυστοπικής,  καχύποπτης, απολύτως  και σχεδόν εμμονικής.

Μαίρη Σάββα

 

 

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2022

Η εξαφάνιση της Μπέλλας υπόθεση όλων μας


Αν είσαι σαν τη Λένη που αγαπάει τα μυστήρια, θαυμάζει τον Ηρακλή Πουαρό και δίνει απόλυτη σημασία στην κάθε μικρή λεπτομέρεια προκειμένου να ερμηνεύσει τον κόσμο γύρω της, ή αν μοιάζεις λίγο με τον θαρραλέο και ομορφονιό Νικόλα που γυμνάζεται, αγαπάει την υγιεινή διατροφή, καμώνεται ελαφρώς τον αδιάφορο στα κορίτσια αλλά στο βάθος του είναι συναισθηματικός κι ευαίσθητος, αν τέλος πάντων αγαπάς τα μυστήρια και τα ζώα, τότε σίγουρα θα ταυτιστείς με την όμορφη αυτή εφηβικη ιστορία της Ζέφης Συρίβλη με τίτλο "Η εξαφάνιση της Μπέλλας".

Γνωρίζω την Ζέφη Συρίβλη απο τις ένδοξες ημέρες των σεμιναρίων στο ΕΚΕΒΙ, μας δένουν ιστορίες φαντασίας και παραμυθιακά μοτίβα, άρα όπως καταλαβαίνετε απόλαυσα την ιστορία της ως περίεργη έφηβη, που μένει στην πολυκατοικία της οδού Ιφικράτους 43 και αποκτά αίφνης ένα στόχο, να λύσει το μυστήριο!  Γράφει σε πρώτο πρόσωπο, εναλλάσσοντας τους αφηγητές οι οποίοι  -πότε η Λένη και πότε ο Νικόλας- δημιουργούν στον αναγνώστη αίσθηση οικειότητας και ταύτισης  στον αναγνώστη, έτσι ώστε να αποκτά περίπου τα ίδια κίνητρα, να έχει τα ίδια συναισθήματα,  ώστε να "συμπράτει" τελικά μαζί τους για να λυθεί το μέγα μυστήριο: να βρεθεί η Μπέλλα η όμορφη σκυλίτσα που ζούσε ήρεμα με τον Νικόλα και τον πατέρα του και εξαφανίσθηκε μέσα απο το διαμέρισμα κατά τρόπο ανεξήγητο.

Το βιβλίο είναι αφιερωμένο σε όσους σέβονται και αγαπούν τα ζώα και φυσικά αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει σε όλους τους ενοίκους της πολυκατοικίας. Ο πατέρας του Νικόλα ο Λεωνίδας έχει χωρίσει με την μητέρα του, είναι αρχιτέκτονας και απουσιάζει συχνά.  Το συναισθηματικό κενό του έφηβου αγοριού συμπληρώνεται με όμορφο και διακριτικό τρόπο απο την παρουσία της Μπέλλας που είναι η ψυχή της ιστορίας.  

Η μητέρα της Λενης, είναι μια δυναμική μάχιμη δικηγόρος που μεγαλώνει μόνη την κόρη της. Σε ένα διαμέρισμα ζει ο Βλαντιμίρ, ένας κάπως εκκεντρικός και σκυθρωπός τύπος, και σε ένα άλλο ο Αζαρίας, ένας ιδιοκτήτης γραφείου κηδειών τον οποίο τα παιδιά παρομοιάζουν με νυφίτσα.  Η κυρία Μπουκλέ είναι γνωστή στους ενοίκους της πολυκατοικίας για την φλυαρία της, τις φουσκωτές της μπούκλες και τα κάπως ιδιαίτερα καπέλα της τα οποία κοσμούν όλα τα έμβια όντα του ζωικού βασιλείου.  Σε κάποιο άλλο διαμέρισμα μένει ο κύριος Ραούλ που ασχολείται με εναλλακτικές θεραπείες, ασχολείται με τον εσωτερικό του κόσμο και αγαπά τα ταξίδια.  Στο μικρότερο διαμέρισμα της πολυκατοικίας  έχει μετακομίσει πρόσφατα η Μυρτώ, φοιτήτρια της Νομικής. Λίγο πιο πέρα στην ίδια γειτονιά μένει η κυρία Σμιθ, μια κάπως ηλικιωμένη συνταξιούχος που δεν λέει να το βάλει κάτω και μπλέκεται στην ιστορία σαν απο μηχανής θεός.

Η εξαφάνιση της Μπέλλας φέρνει μεγάλη αναστάτωση στον Νικόλα και τη Λένη, δυο παιδιά που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν έχουν πολλές επαφές.  Η κοινή τους αγωνία και η προσπάθειά τους να εξιχνιάσουν το μυστήριο θα τους κάνει "κολλητούς", παράξενες συμπτώσεις θα τους παραπλανήσουν, οι υποψίες τους θα στρέψουν τις υποψίες τους αρχκά σε λάθος πρόσωπα, συνειρμούς και υποθέσεις γύρω απο παράξενα μαύρα γλυφιτζούρια, ακατάστατα δωμάτια με τρομακτικές κούκλες, έναν περίεργο μαυροντυμένο άνδρα, έναν διεθνή ποδηλατικό γύρο στην πόλη όπου συμμετέχουν διάσημοι και πολλά άλλα ενδιαφέροντα και επιφανειακώς παράταιρα μα τελικά απολύτως ταιριαστά με την σημερινή κοινωνία που μας περιβάλει. 

Γρήγορη ροή, γλώσσα απλή σε αρκετά σημεία χιουμοριστική και καλά χωνεμένη μέσα στους εφηβικούς διαλόγους, αμεσότητα στις περιγραφές, χαρακτήρες της διπλανής πόρτας που σε κάνουν να τους αγαπήσεις ή να τους μισήσεις, μα το σίγουρο σε κάνουν να ψάχνεις κι εσύ τη Μπέλλα.  Θα τα καταφέρει τελικά η Λένη με τον Νικόλα?

Το κείμενο αναδεικνύει τη δύναμη της φιλίας και της συνεργασίας, την αξία της αλληλοϋποστήριξης και της υπομονής, της αποδοχής και του σεβασμού για κάθε πλάσμα που υπάρχει γύρω μας.  Στους καιρούς που η τρυφερότητα γίνεται το χαμένο ιδανικό στις σχέσεις των ανθρώπων, δυο παιδιά οπλισμένα με τις αρετές της ηλικίας τους -σίγουρα και με τα μειονεκτήματά της που εδώ όμως μάλλον θετική διάσταση έχουν- δίνουν ένα μάθημα ζωής στην μικρή κοινωνία της πολυκατοικίας της οδού Ιφικράτους.

Το εξαιρετικό εικαστικό στο εξώφυλλο του βιβλίου που κυκλοφόρησε απο τις εκδόσεις Πατάκη, είναι της Λέλας Στρούτση και είναι άλλος ένας λόγος που σε κάνει να αγαπήσεις τους δυο ήρωες.  Δεν γνωρίζω αν υπάρχει συνέχεια στις ιστορίες κάτω απο αυτό που οι εκδόσεις τιτλοφόρησαν ως "Μυστήρια για δύο" , αλλά σίγουρα πρέπει.

Μαίρη Σάββα

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2022

Κάθε πόλεμος, ένας καθρέφτης για τα δεινά μας

 Έχουν κάποια ιδιαιτερότητα οι  γάλλοι συγγραφείς που γράφουν αστυνομικά. Ποτισμένα βαθιά με την υγρασία του Παρισιού, ημιφωτισμένα και μυστηριακά, τα περισσότερα μυθιστορήματα του Pierre Lemaitre στα οποία πρωταγωνιστεί ο φανταστικός χαρακτήρας αστυνομικός Camille Verhœven έγιναν αιτία να βραβευτεί πολλές φορές ο συγγραφέας που ήταν για πολλά χρόνια καθηγητής λογοτεχνίας πριν  ασχοληθεί με την συγγραφή.

Η θριαμβευτική έκπληξη ωστόσο έγινε με την είσοδό του σε ένα άλλο πεδίο, με  την τριλογία του Μεσοπολέμου, που ξεκίνησε το 2013 με το Au Revoir là-haut  (μετάφραση στα αγγλικά : The Great Swindle από τον Frank Wynne το 2015) το οποίο στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ με τίτλο «Καλή Αντάμωση εκεί-ψηλά». Από τον ίδιο εκδοτικό κυκλοφόρησε επίσης το «Τρεις μέρες μια Ζωή» (Τrois jours et une vie).  H επιτυχία του «Καλή Αντάμωση εκεί-ψηλά» που χάρισε στον συγγραφέα το μεγαλύτερο λογοτεχνικό βραβείο της Γαλλίας, το Prix Goncourt είναι μια ιστορία που εκτυλίσσεται στον απόηχο του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου.  Πρόσφατα ο ΜΙΝΩΑΣ κυκλοφόρησε και το τελευταίο του Lemaitre,  «Ο Καθρέφτης των δεινών μας» μια ιστορία που έρχεται για να κορυφώσει την επιτυχημένη τριλογία και να αναδείξει τον ανθρώπινο παράγοντα και την δύναμή του -μαζί και την αδυναμία του- στην εξέλιξη του ιστορικού γίγνεσθαι.  Η αφήγηση ξεκινάει λίγο πριν ξεσπάσει ο δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος, ένας πόλεμος που -παρά τη γενική επιστράτευση- καθυστερεί τόσο, που κανείς δεν πιστεύει ότι τελικά θα ξεσπάσει…

Οι χαρακτήρες που οικοδομεί ο Λεμέτρ είναι ακόμη πιο ισχυροί, πιο παρεμβατικοί και λιγότερο προβλέψιμοι από αυτό που μέχρι τώρα γνώριζαν οι αναγνώστες του.  Τα οικογενειακά μυστικά που καλούνται να διαχειριστούν τσαλακώνονται οδυνηρά μέσα στις πτυχές του πολέμου, ενός πολέμου που κανείς δεν ήθελε αλλά που εν τέλει, πολλοί τον μετέτρεψαν σε δικό τους προσωπικό πόλεμο.

Ο πόλεμος αυτός έγινε ο καθρέφτης της προσωπικής ιστορίας του καθενός και κανένας πόλεμος δεν είναι παράταιρος με τις παραφυάδες των οικογενειών που έζησαν την ίδια στιγμή της εξέλιξής του.   Όσοι νόμιζαν πως ο πόλεμος θα ξεκινούσε άμεσα  είχαν σχεδόν απηυδήσει περιμένοντας, όπως ο Ραούλ και ο Γκαμπριέλ, δυο κακομοίρηδες που ζούσαν υπηρετώντας το στράτευμα κατά την προετοιμασία του πριν την γενίκευση του μεγάλου πολέμου.  Τον Απρίλιο του 1940 Λουίζ, εργαζόταν ως σερβιτόρα στη Μικρή Μποέμ και το αφεντικό της ο κύριος Ζυλ της έλεγε ότι δεν πιστεύει σε αυτόν τον πόλεμο δείχνοντάς της τις αντιασφυξιογόνες μάσκες που τους είχαν μοιράσει απο το φθινόπωρο ξεχασμένες σε μια άκρη του μπουφέ.  Ο κόσμος κατέβαινε στα καταφύγια με διάθεση μοιρολατρική, σαν να τηρούσε μάλλον ένα άχρηστο πρωτόκολλο.

Ενας μόνιμος και καθ’ όλα αξιοπρεπής πελάτης, γιατρός το επάγγελμα, εμφανιζόταν κάθε μέρα στις 12 το μεσημέρι στη Μικρή Μποέμ. Ευγενικός και πιστός στις συνήθειές του, κρατώντας πάντα την εφημερίδα Paris-Soir στο χέρι του καθόταν στην ίδια γωνία και έδινε καθημερινά την ίδια παραγγελία στην Λουίζ. Όταν εκείνη παρέδιδε ταμείο, εκείνος άφηνε φιλοδώρημα στο πιατάκι, χαιρετούσε κι έφευγε. Δεν της έκανε ακριβώς την ανήθικη πρόταση στην οποία εύκολα θα πάει το μυαλό του αναγνώστη, όταν μια μέρα την ώρα που του σερβίριζε την κρεμ-μπρυλέ, εκείνος έσκυψε και της ψιθύρισε κάτι.  Εκείνη απλώς τα έχασε!  Της είχε ζητήσει «μόνον» να την δει μια φορά γυμνή, έναντι αμοιβής.

Η Λουίζ αναρωτιόταν πώς μπορεί αυτός ο σεβάσμιος άνθρωπος τον οποίο γνωρίζει τόσα χρόνια να της κάνει τέτοια ανήθικη πρόταση! Θα έμοιαζε με αιμομιξία εναντίον μιας νεαρής ορφανής, σκεφτόταν και το μυαλό της πήγαινε κατευθείαν στην μητέρα της, την κυρία Μπελμον που είχε πεθάνει πριν από εφτά μήνες.

Οι δοκιμασίες που είχε περάσει η Λουίζ δεν ήταν λίγες. Είχε χάσει από το 1916 πατέρα και θείο, ενώ η μητέρα της είχε περάσει τα τελευταία της χρόνια σε βαθειά κατάθλιψη.  Ο αρραβώνας της που κράτησε τρία χρόνια δεν είχε θετική κατάληξη, καθώς η Λουίζ συνειδητοποίησε ότι η επιθυμία της να κάνει ένα παιδί θα έμενε ανικανοποίητη. Οι παροδικές σχέσεις που είχε μετά από τον αρραβώνα, απλώς επιβεβαίωσαν αυτό που ήδη ήξερε και της δημιουργούσε μεγάλο θυμό, ότι δηλαδή δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Το γεγονός αυτό ίσως την καθόρισε στη συνέχεια κι αυτό είναι κάτι που το ανακαλύπτει ο αναγνώστης σταδιακά, ως το τέλος.

Η περιέργεια της νεότητας την οδήγησε στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου όπου τελικά, παρά την αρχική της αντίδραση, ξεντύθηκε μπροστά στα μάτια του γιατρού Τιριόν. Του είχε γυρισμένη την πλάτη και δεν τον είδε όταν εκείνος έβγαλε ένα πιστόλι και τίναξε τα μυαλά του στον αερα.

Στον κοινωνικό περίγυρο, μετά από αυτό το φρικτό γεγονός, η Λουίζ γίνεται το μαύρο πρόβατο.  Ο γιατρός είχε σύζυγο, μια κόρη κι έναν γιο, αλλά πριν από αυτό είχε σχέση με τη μητέρα της, την Ζαν Μπελμόν. Ενώ πάει να τρελλαθεί αφού ποτέ δεν είχε ικανή την μητέρα της να έχει αγαπήσει παράφορα, αντιλαμβάνεται ότι η σύζυγος του Τιριόν με την οποία συναντήθηκε μετά το συμβάν δεν της λέει την αλήθεια.  Της αποκρύπτει ότι ο γιος τον οποίο μεγάλωσε, δεν ήταν δικό της παιδί. Ήταν ένα παιδί με το οποίο καμιά σχέση δεν θέλησε να έχει ποτέ.  Είχε αναγκαστεί να τον υιοθετήσει όταν ο σύζυγός της έφερε το αγόρι από κάποιο ίδρυμα, τον μεγάλωσε χωρίς ποτέ να του φερθεί με ανθρωπιά κι ενδιαφέρον. Αυτόν τον τρόπο είχε διαλέξει για να εκδικηθεί το παράνομο ζευγάρι. Δεν ήξερε πού είχε καταλήξει σήμερα αυτό το πλάσμα που κύριο χαρακτηριστικό του ήταν η παραβατικότητα και η αποστροφή για την δήθεν οικογένειά του.

Όλα αυτά κάτω από τους ήχους από τα πολεμικά αεροσκάφη των ναζί που εισβάλουν στο Παρίσι, δημιουργούν ένα καταιγιστικό περιβάλλον που κόβει την ανάσα και μια ατμόσφαιρα υποβλητική σχεδόν ανατριχιαστική.  Η Λουίζ ανακαλύπτει την αλληλογραφία της μητέρας της με τον γιατρό Τιριόν και έτσι μαθαίνει τις λεπτομέρειες μιας σχέσης που την κάνει σχεδόν να ζηλεύει.  Εκείνη δεν είχε ποτέ τέτοια σχέση φλογερή.  Ούτε είχε ευτυχήσει με ένα παιδί.  Ο καρπός του έρωτα της Ζαν με τον γιατρό είχε καταλήξει σε κάποιο ίδρυμα και εκείνη είχε αναγκαστεί να φύγει από το σπίτι του όπου εργαζόταν ως υπηρέτρια. Η σύζυγος θεώρησε ότι ο προσωπικός της εφιάλτης τέλειωσε εκεί.

Όμως αργότερα, η ωριμη ζωή τους, είχε φέρει και πάλι κοντά τον γιατρό και την Ζαν, εύθραυστη πλέον στην υγεία της.  Το μυστικό για εκείνο το άτυχο μωρό ποτέ δεν το αποκάλυψε στην αγαπημένη του ο Τιριόν, ίσως φοβούμενος την εύθραυστη υγεία της.  Οι τύψεις του απέναντι στη Ζαν που έλιωνε από την κατάθλιψη τον είχαν οδηγήσει σε εκείνο το ίδρυμα να υιοθετεί τελικά το αγόρι, που είχε ο ίδιος εγκαταλείψει, για να το μεγαλώσει με μάνα την αδιάφορη σύζυγό του.

Η Λουίζ βυθίζεται στην τρέλα της εποχής που όμοιά της δεν έχει υπάρξει στην Ιστορία. Συνοδευόμενη από τον κύριο Ζυλ θα πάρει όπως και τόσοι άλλοι εκτοπισθέντες τον δρόμο της φυγής, διανύοντας συγχρόνως και την διαδρομή της προσωπικής της ιστορίας στην προσπάθειά της να εξιχνιάσει το οδυνηρό μυστικό που διέλυσε τη ζωή της μητέρας της.  Στο μεταξύ ολόκληρη η Γαλλία καταλαμβάνεται από τον πανικό της εξόδου και βουλιάζει στο χάος και μέσα από το πολεμικό παρασκήνιο αναδύονται ήρωες και δειλοί, απατεώνες και ψεύτες αλλά και κάποιοι που έχουν ειλικρινή πατριωτικά αισθήματα, υψηλές αξίες και καλές προθέσεις.

Η περιπέτειά της Λουίζ, δεν ήταν μόνο δική της.  Η προσπάθειά της να βρει την αληθεια εκτυλίσσεται κάτω από τον κοφτό, μονότονο, επαναλαμβανόμενο θόρυβο που κάνουν οι σφαίρες και τα λυσσασμένα πολυβόλα που λιανίζουν τα πάντα στο πέρασμά τους.  Υπο το φως τον γεγονότων της Δουνκέρκης έχουν κλονισθεί και οι πιο στέρεες πεποιθήσεις. Άνθρωποι προσπαθούν να επιβιώσουν, ήρωες ανακατεύονται με λιποτάκτες, με απατεώνες, με πλιατσικολόγους, με άμοιρους πεινασμένους εκτοπισθέντες, με μαυραγορίτες και μέσα σε όλα υπάρχει και ο γνωστός φόβος στο στράτευμα, ότι κομμουνιστές σχεδιάζουν να διαρρήξουν οπλοπωλεία, να πάρουν όπλα από τις αποθήκες και να ξαμοληθούν σε δολοφονικές επιθέσεις συμπαρασύροντας αναρχικούς και σαμποτέρ. Με λίγα λόγια, όλοι είναι εχθροί της χώρας.

Μέσα σε όλους αυτούς τους εχθρούς η Λουίζ αναζητεί τον αδελφό της αλλά στο δρόμο, συγκολλάει τα κομμάτια της. Οι αποκαλύψεις μοιάζουν σαν κολιέ με μαργαριτάρια που άμα σπάσει, κατρακυλάνε όλα μαζί. Κι όταν τα αναζητήσεις στο πάτωμα, ανακαλύπτεις μαζί σκόνες, σκουπιδάκια, μπορεί και κάποιο άλλο μικροαντικείμενο που είχες χάσει εδώ και καιρό. 

Μαίρη Σάββα

Τρίτη 24 Αυγούστου 2021

ΗΡΩΕΣ στην σκιά

 

Υπάρχουν άραγε ήρωες που αγνοήθηκαν από την Ιστορία? Άνθρωποι που συνέβαλαν στην δημοκρατία του κόσμου, που έφθασαν να πολεμήσουν για την ελευθερία κάποιων συνανθρώπων τους μακριά από το σπίτι τους, ίσως σε μια άλλη χώρα, ή σε μια άλλη ήπειρο, ή σε μια άλλη γωνιά του πλανήτη?

Εάν θα επιχειρούσα να κατασκευάσω έναν τέτοιο ήρωα στο χαρτί, θα χρειαζόμουν κάποια δυσεύρετα υλικά. Το πρώτο που θα χρειαζόμουν θα ήταν το μεγαλείο ψυχής.  Για να υπερβεί ένας άνθρωπος τον εαυτό του χρειάζεται μεγαλείο ψυχής.  Ύστερα, χρειάζεται να έχει μια δική του ζωή, την οποία είναι έτοιμος να απαρνηθεί.  Να έχει δικούς του ανθρώπους, συγγενείς, πατρικό, πατρίδα, γειτονιά, αγάπες, φίλους, έρωτες.  Όλα αυτά, φτάνει να τα θυσιάσει κάποιος όταν αφιερώνεται στον αγώνα των άλλων.  Χαρίζει στους άλλους τη ζωή του την ίδια, δηλαδή ρισκάρει απόλυτα, βάζοντας ένα τεράστιο ερωτηματικό στο ενδεχόμενο ακόμα και να τη χάσει κάποια στιγμή.


Τέτοιοι ήρωες ήταν οι brigadistas που συνέρρευσαν από διάφορα σημεία της γης, περιλαμβανομένης της Ελλάδας της εποχής του Μεταξά, για να πολεμήσουν εναντίον της δικτατορίας του Franco στην Ισπανία το 1936.  Επιχειρώντας να κατανοήσω αυτούς τους ήρωες, να εισχωρήσω στην ψυχή τους και στον τρόπο που σκέφτονταν, τους βάζω στο πλαίσιο της εποχής τους.  Ήταν η εποχή που σε διάφορα σημεία του κόσμου ξεσπούσαν δικτατορικά πραξικοπήματα.  Είναι η ώρα που οι στασιαστές στρατηγοί θέλουν να καταλάβουν τη Μαδρίτη, ενώ ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι τους βοηθούν και υποστηρίζουν με γενναιόδωρο τρόπο.  Μαζί στην ουρά των  υποστηρικτών ακολουθεί και ο πορτογάλος δικτάτορας Αντόνιο Σαλαζάρ.  Φυσικά η ναζιστική Γερμανία και η φασιστική Ιταλία είναι οι πρώτες χώρες που σπεύδουν να αναγνωρίσουν την «Επαναστατική Ισπανική Κυβέρνηση».  Οι Γάλλοι βοηθούν ελάχιστα τους Δημοκρατικούς της Ισπανίας, το ίδιο και η τότε Σοβιετική Ένωση καθώς ο Στάλιν φοβόταν ότι  άμεση βοήθεια προς τους Ισπανούς θα ενίσχυε τις ανησυχίες της γαλλικής δεξιάς και των Βρετανών περί πιθανής νίκης των μπολσεβίκων στη δυτική Μεσόγειο. Οι ισορροπίες είναι εξαιρετικά λεπτές, κάθε βοήθεια στους δημοκρατικούς θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως επέμβαση στα εσωτερικά μιας χώρας και αυτό δεν ανήκε στις πρακτικές της ορθής πολιτικής….

Όλα αυτά τα περιγράφει με λεπτομέρειες και  στοιχεία βασισμένα σε ενδελεχή έρευνα ο Γιάννης Παντελάκης στο βιβλίο του Los buenos Antifasistas, ένα βιβλίο που ρίχνει φως στις πτυχές μιας μεγάλης διεθνούς υπόθεσης και στους ήρωες που παρέμειναν στη σκιά της Ιστορίας. 

Το έναυσμα για την έρευνα του Γιάννη Παντελάκη ήταν η συνάντησή του με μια γυναίκα 81 ετών, που σήμερα ζει στο Albacete της Νοτιοανατολικής Ισπανίας, η οποία του διηγήθηκε την συγκλονιστική ζωή του Έλληνα πατέρα της και της Ισπανίδας μητέρας της.  Οι δυο τους γνωρίσθηκαν κι ερωτεύθηκαν κάτω από τις ιαχές του εμφύλιου στην Ισπανία.  Δυο άνθρωποι διαφορετικοί. Εκείνη εργαζόταν στο τσαγκάρικο του πατέρα της. Εκείνος, ο Γιώργος Τσάκος, ήταν ένας ήρωας, ένας άνθρωπος που εμπνευσμένος από τα ιδανικά της ελευθερίας και της δημοκρατίας είχε πάρει την απόφαση να φύγει από την Αμερική όπου βρισκόταν για να ενταχθεί στις Διεθνείς Ταξιαρχίες και να πολεμήσει με τα «αδέλφια του» τους Ισπανούς εναντίον των φασιστών του Franco.  Το ίδιο είχαν κάνει εκείνη την εποχή κι άλλοι (σύμφωνα με τον επίσημο υπολογισμό ο αριθμός των εθελοντών κυμάνθηκε από 40.000 – 60.000) από την Κύπρο, την Ελλάδα, την Βρετανία, την Πολωνία, την Ουγγαρία, την Ιταλία, την Γερμανία, τον Καναδά, την Ελβετία,την Κούβα, την Ολλανδία, τις χώρες της Βαλτικής, την Αυστρία, την Αργεντινή, την Πορτογαλία, τις Φιλιππίνες, την Κίνα, την Ινδία…

Είναι εντυπωσιακός ο κατάλογος των χωρών από τις οποίες προέρχονταν οι εθελοντές brigadistas.  Είναι εντυπωσιακά πρωτόγνωρο αυτό που έκαναν. Πολλοί από αυτούς ξεκίνησαν από χώρες όπου η λογοκρισία, η ανελευθερία και τα απολυταρχικά καθεστώτα δεν άφηναν περιθώρια επιλογής.  Η αντίδραση αυτού του είδους θεωρήθηκε για πολλούς υποχρέωση και ηθική στάση.  Ο συγγραφέας έχει αποτυπώσει πολλές και διαφορετικές ιστορίες ανθρώπων, υπαρκτών προσώπων  που είχαν όνειρα, αδυναμίες, κίνητρα, διέθεταν την αισιοδοξία και την βεβαιότητα που δίνουν τα νιάτα που δεν μπορούν να εγκλωβιστούν.  Για τους ανθρώπους αυτούς ο φασισμός ήταν μια διεθνής υπόθεση και το χρέος τους να πολεμήσουν τον εθνικισμό μιας χώρας που δεν ήταν δική τους, υπήρξε μονόδρομος.

Η γυναίκα που συνάντησε ο συγγραφέας του βιβλίου είναι η Αναστασία, κόρη του Γιώργου Τσάκου η οποία όπως λέει  χαρακτηριστικά «γνώρισε για πρώτη και τελευταία φορά τον πατέρα της όταν ήταν οκτώ μηνών». Από τα στρατόπεδα των ηττημένων δημοκρατικών στην Γαλλία μετά την τελική έκβαση του Εμφυλίου, η μητέρα της Αναστασίας, Llanos Moratalla, επέστρεψε μαζί με το βρέφος στο Albacete προκειμένου να πάρει τα αναγκαία έγγραφα που θα επέτρεπαν στο ζευγάρι να ταξιδέψει στην Αμερική. Δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ. Η Llanos μπαίνει αμέσως σε στενή παρακολούθηση από το καθεστώς και πεθαίνει λίγα χρόνια αργότερα αποκαρδιωμένη. Ο Γιώργος Τσάκος ψάχνει για αρκετά χρόνια αλλά μάταια τον τρόπο να επανασυνδεθούν. Η Αναστασία μεγαλώνει στην ζοφερή ατμόσφαιρα της επικράτησης του Φρανκισμού με το στίγμα της κόρης ενός ξένου και αριστερού. «Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτή η κοπέλα πήρε ιθαγένεια στα 21 της χρόνια», σημειώνει ο Γιάννης Παντελάκης.



Η μόνη επαφή με τον πατέρα της ήταν τα γράμματα που έστελναν από ένα σημείο κι έπειτα. «Με έναν πατέρα που έδειξε τεράστιο ενδιαφέρον για εκείνη και που παρά την απόσταση και τις δυσκολίες δεν την ξέχασε ποτέ» λέει ο συγγραφέας ενώ μας αφηγείται πως κατά την διάρκεια της συνάντησής τους στο Albacete, η Αναστασία «συνέχεια κρατούσε στην αγκαλιά της ένα χάρτινο κουτί που είχε μέσα τα γράμματα και τις φωτογραφίες του».

 Με το βιβλίο του Γιάννη Παντελάκη που εκδόθηκε από το ΘΕΜΕΛΙΟ, φωτίζεται μια υπόθεση που για τα ελληνικά δεδομένα  έχει παραμείνει στο σκοτάδι.  Ποιοι ήταν όλοι αυτοί οι έλληνες? Πως σκέφτονταν και πώς αποφάσισαν να βρεθούν στην Ιβηρική?

Στο παράρτημα του βιβλίου υπάρχει ένας κατάλογος με περίπου 400 ονοματεπώνυμα και βιογραφικά εθελοντών αν και είναι σαφές ότι υπάρχουν αρκετές πιθανότητες ο αριθμός αυτός να είναι μεγαλύτερος. Είναι εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο να αποτυπωθεί ο ακριβής αριθμός όχι μόνο των Ελλήνων και Κυπρίων αλλά του συνόλου των ξένων εθελοντών, επειδή αρκετοί από αυτούς, φθάνοντας στην Ισπανία, για λόγους προστασίας και ασφάλειας δεν χρησιμοποιούσαν τα πραγματικά ονόματά τους , αλλά ψευδώνυμα.  Επίσης πολλοί από αυτούς που σκοτώθηκαν από τα πυρά των εθνικιστών του Franco θάφτηκαν στη γη της Ιβηρικής και ποτέ κανείς δεν έμαθε ποια ήταν η τύχη τους. 

Οι Έλληνες και Κύπριοι εθελοντές ανήκαν στην πλειονότητά τους στην Αριστερά και την κυρίαρχη έκφρασή της εκείνα τα χρόνια, δηλαδή τα Κομμουνιστικά Κόμματα, αλλά ανάμεσά τους υπήρχαν ακόμα σοσιαλιστές, αναρχικοί, τροτσκιστές και γενικότερα δημοκρατικοί πολίτες που θεώρησαν πως η ήττα του εθνικισμού στην Ισπανία ήταν μια υπόθεση που τους αφορούσε.  Αρκετοί Έλληνες εθελοντές πίστευαν πως μια ήττα του Ισπανικού εθνικισμού ίσως να ήταν η αρχή του ξηλώματος εθνικιστικών καθεστώτων σε πολλές χώρες στην Ευρώπη όπως και στη δική μας. Έτσι, με κάποιο τρόπο, ερμηνεύεται και το πάθος που έδειξαν γι’ αυτήν την υπόθεση οι Έλληνες, ένα πάθος που έχει καταγραφεί και από τους Ισπανούς αλλά και από τον Ernest Hemingway.

Τις εμπειρίες του από τον ισπανικό εμφύλιο μας έχει μεταφέρει γλαφυρότατα στο παρελθόν ο Τζορτζ Οργουελ με το «Φόρος Τιμής στην Καταλωνία» που επανεκδόθηκε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Μινωας. Ο Οργουελ μας μεταφέρει σκηνές χάους από την εκπαίδευση των νεοεισυλλέκτων εθελοντών, απουσία πειθαρχίας και σε μερικές περιπτώσεις άτακτης συμπεριφοράς συνοδευόμενης από χαλαρότητα και φλογερές ιδέες για απόλυτη κοινωνική ισότητα.

Παρούσα στον ισπανικό εμφύλιο και την ελληνική δημοσιογραφία, κυρίως με τους απεσταλμένους όσων εφημερίδων τουλάχιστον δεν είχαν σταματήσει να κυκλοφορούν επι δικτατορίας Μεταξά και οι οποίοι έστελναν συνήθως φιλικές για τον Franco ανταποκρίσεις.

Στην Ισπανία βρέθηκε και ο σημαντικός δημοσιογράφος του Ριζοσπάστη Κώστας Βιδάλης η εφημερίδα του οποίου ωστόσο έκλεισε από την πρώτη ημέρα επιβολής του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Ο Βιδάλης όπως είναι γνωστό δολοφονήθηκε αργότερα από το παρακράτος της δεξιάς στην Ελλάδα. Ανταποκρίσεις για τον Ισπανικό εμφύλιο έστελναν και κάποιοι δημοσιογράφοι για λογαριασμό Ελληνικών εφημερίδων που κυκλοφορούσαν ελεύθερες χωρίς λογοκρισία στο εξωτερικό ιδιαίτερα στη Νέα Υόρκη. 

Ο Νίκος Καζαντζάκης, ταξίδεψε στην Ισπανία ως απεσταλμένος της «Καθημερινής» και είναι εντυπωσιακό πως ο σημαντικός αυτός συγγραφέας, ο ασυμβίβαστος με θέσφατα και αξιώματα, έστελνε ανταποκρίσεις σχεδόν φιλικές για το πρόσωπο του στρατηγού Φράνκο, δείχνοντας έναν άνευ προηγουμένου σεβασμό στο πρόσωπο του δικτάτορα. «Ο φασισμός και ο χιτλερισμός είναι φαινόμενα βαθιά σημαντικότατα, άξια του πιο μεγάλου σεβασμού και φόβου… Ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ είναι δυο μεγάλοι πρωταθλητές που συντελούν με τον τρόπο τον ειδικό τους… να λυθεί το τρομακτικό παγκόσμιο δράμα που ζούμε» έγραφε. Ο λογοτέχνης Ασημάκης Πανσέληνος, είχε σχολιάσει ότι ο Καζαντζάκης «δεν κατάλαβε το πραγματικό νόημα των γεγονότων, κάπου τα μπέρδεψε και χάθηκε σε  ανεπίκαιρες γενικεύσεις», αλλά υπήρχαν και άλλοι διανοούμενοι που είχαν εκφράσει τον ανυπόκριτο θαυμασμό τους για την «νέα Ισπανία» του Στρατηγού Franco.



Φυσικά δεν είναι μόνον η ανάμειξη των εθελοντών στον εμφύλιο αυτό. Υπήρχε, όπως πάντα υπάρχει σε τέτοιες περιπτώσεις, και η επιχειρηματική πλευρά στα γεγονότα. Ο Έλληνας επιχειρηματίας Μποδοσάκης και πολλοί άλλοι μεσάζοντες, έμποροι και κατασκευαστές πολεμικού υλικού και εφοδίων, κέρδισαν χρήματα από αυτόν τον πόλεμο. Ιδιαίτερα ο Μποδοσάκης είχε την αμέριστη βοήθεια του καθεστώτος Μεταξά, που παρά τις διεθνείς συμφωνίες τις οποίες είχε συνυπογράψει, έκανε τα στραβά μάτια προς τον επιχειρηματία για να πουλάει πολεμικό υλικό στην Ισπανία…

Κάθε πόλεμος, κάθε σύρραξη, κάθε εμφύλιος, έχει τα μυστικά του, τα πρόσωπα, τις καταστάσεις, τα συμφέροντα, τα σκοτεινά σημεία, τις μεταβαλλόμενες συνθήκες και τις ανθρώπινες σχέσεις που τον καθορίζουν. Ευχαριστώ Γιάννη Παντελάκη που έριξες λίγο παραπάνω φως στην υπόθεση αυτή που βρισκόταν στη σκιά.

Μαίρη Σάββα