Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2023

Ο Αδελφός μου ο Αμαντέους. Μια εξομολόγηση

Σωστά σκέφθηκε η Νανέρλ, αδελφή του Βολφγκανγ Αμαντεους Μότσαρτ, ότι ο μικρός της αδελφός ήρθε στη ζωή, από «έναν κόσμο με ανθρώπους ανώτερους, ανθρώπους που είναι κάτι παραπάνω από άνθρωποι». Μα και όσοι από εμάς, αξιωθήκαμε να μοιραστούμε την εμπειρία της εξομολόγησης της από τη σκηνή της Μουσικής Βιβλιοθήκης του Μεγάρου Μουσικής, αιστανθήκαμε πολύ τυχεροί γι αυτό το μοναδικό βίωμα.
Το συγκλονιστικό κείμενο του Μηνά Βιντιάδη εισχώρησε στο αίμα μου καταιγιστικά, σαν να κατεβαίνει γοργά από έναν ορό, σταγόνα-σταγόνα από το πρώτο λεπτό της παράστασης. Κείμενο τυχερό. Έπεσε στα χέρια της Βάνας Πεφάνη που το απογείωσε με την ευρηματικότητά της, κι ύστερα της αειθαλούς Πέμης Ζούνη στο ρόλο της Νανερλ που μας μάγεψε με την εκφραστικότητά της, την καταλυτική ερμηνεία της, την ικανότητά της να μας βάλει για τα καλά μέσα στην ευαίσθητη, την τρυφερή, την οργισμένη προσωπικότητα και την ψυχοσύνθεση της Άννας Μαρίας Μότσαρτ. Μιας γυναίκας που έζησε τη ζωή την οποία όριζε η εποχή της, μιας γυναίκας που μιλάει στο σήμερα. Στο κέντρο της αφήγησής της, ανθίζει η σύντομη ζωή του Βόλφγκανγκ Αμαντεους Μότσαρτ, με τρόπο ποιητικό, μέσα από το ομιχλώδες και σκοτεινό τοπίο του 18ου αιώνα. Εποχή δύσκολη για γυναίκες με δεξιότητες, με θέλω, με κλίσεις και ταλέντα. Το 1760 η Νανέρλ ήταν η διάνοια της οικογένειας Μότσαρτ, ήταν το παιδί θαύμα που έπαιζε τσέμπαλο κι έκανε συνθέσεις από την προσχολική ηλικία. Όταν ήταν τεσσάρων ετών γεννήθηκε ο αδελφός της, ο οποίος κι έγινε ο πρώτος της μαθητής. Οι πρώτοι τους διάλογοι δεν ήταν για παραμύθια, αλλά για ήρωες με μορφή τενόρου, σοπράνο που τραγουδούν άριες, ορχήστρες και συμφωνίες που περιγράφουν τη φύση, τον καιρό και τη ζωή. Ο μικρός έμαθε μουσική πάνω στις δικές της παρτιτούρες. Η νεαρή Νανερλ θεωρήθηκε μια από τις καλύτερες πιανίστριες της Ευρώπης. Μεγαλώνοντας, γύρισαν μαζί όλη την Ευρώπη, επισκέφθηκαν 88 πόλεις μέσα σε μια περίοδο τριών ετών, ως παιδιά θαύματα του αυστηρού μουσικού Λεοπολντ Μότσαρτ.
Για την Νανέρλ αυτά τα χρόνια ήταν ο ορισμός της ευτυχίας. Μα δεν διήρκεσαν για πολύ. Μετά τα 18 της χρόνια, η οικογένειά της και το περιβάλλον της εποχής όρισαν και την υπόλοιπη ζωή της. Τα ήθη της εποχής ήθελαν τη γυναίκα σύζυγο και μητέρα. Γυναίκα-συνθέτης ήταν κάτι πολύ έξω από τις κοινωνικές συνθήκες. Ο αυστηρός πατέρας της την άφησε πλέον έξω από τις εξελίξεις, ενώ ο Βολφγκαγκ εξακολουθούσε να γράφει μουσική και να ταξιδεύει. Η αδελφή του περιορίσθηκε στις οικιακές εργασίες και σε μερικές ώρες μαθημάτων μουσικής με μικρούς μαθητές. Ζούσε πλέον μέσα από αυτά που ο μικρός της αδελφός μπορούσε να της μεταφέρει στις επιστολές τους. Αντάλλασαν απόψεις, ιδέες για έργα, συμφωνίες και λιμπρέτα, εκείνη τον συμβούλευε και τον διόρθωνε κι εκείνος γινόταν ολοένα και καλύτερος. «Το παράθυρό μου στον κόσμο, ήταν τα γράμματα του αδελφού μου, οι μουσικές του. Σε κάθε νότα ανακάλυπτα μια μυρωδιά, μια γεύση, μια γλώσσα, μια γη από άλλες πατρίδες και μπορούσα, αν μου ζητιόταν, να περιγράψω με ακρίβεια τις ζωές που δεν έζησα», εξομολογείται. Ένα σπουδαίο καλλιτεχνικό ταλέντο, ισάξιο ίσως του Αμαντέους, είχε περάσει στο περιθώριο. Μια αξιόλογη γυναίκα είχε θυσιαστεί στο βωμό των κοινωνικών επιταγών και είχε καταδικασθεί να ζήσει μια ζωή που δεν ήθελε. Της είχαν κόψει τα φτερά. Η οικογένειά της της αρνήθηκε ακόμα και να παντρευτεί εκείνον που είχε ερωτευθεί. Η υπέροχη Νανέρλ που κάποτε οραματιζόταν όπερες, έζησε όλη της τη ζωή παρακολουθώντας την πορεία του μικρού αδελφού της με αγάπη, θαυμασμό, λατρεία αλλά ταυτόχρονα και ζήλεια. «Ήμουν τυχερή που ήμουν αδελφή του Μότσαρτ. Ο μόνος άνθρωπος που ήταν κοντά του όλα τα χρόνια της σύντομης ζωής του. Ήμουν τυχερή που ήξερα μουσική, που καταλάβαινα πώς σκεφτόταν, πώς προχωρούσε προς την κορυφή. Ή μήπως ήμουν ένας τραγικά άτυχος άνθρωπος?» αναρωτιέται επι σκηνής.
«Για μένα η σύνθεση είναι απαγορευμένη. Δεν υπάρχει τίποτα για εμάς τις γυναίκες. Άντρες ιππότες, άντρες συνθέτες, άντρες πιανίστες. Ο πατέρας κι ο Αμαντέους οργώνουν την Ευρώπη κι εγώ καθαρίζω πατάτες και γυαλίζω ασημικά. Γράφω κρυφά μουσική και τη στέλνω στον αδελφό μου. Τι θα γινόμουν άραγε αν δεν είχε γεννηθεί ποτέ ο Βόλφι? Πού θα έφτανα?» «Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΜΟΥ Ο ΑΜΑΝΤΕΟΥΣ» είναι η σπαρακτική κραυγή μιας γυναίκας με σπάνιο ταλέντο, καταδικασμένης στην απομόνωση. «Πρόσφατα εξειδικευμένοι γραφολόγοι επιβεβαίωσαν την συμμετοχή μου στην καταγραφή της πρώτης συμφωνίας του Μότσαρτ. Ή μήπως ήταν δικιά μου συμφωνία?» αναρωτιέται. Πάνω στη σκηνή υπάρχουν τρία πρόσωπα και τέσσερεις χαρακτήρες. Ο εξαιρετικός πιανίστας Διονύσης Μαλλούχος (δάσκαλος μουσικής), ο μαθητής του στην σημερινή εποχή, ο ταλαντούχος νεαρός ηθοποιός Φοίβος-Ελιο Μπέικο (που είναι και ο νεαρός Μότσαρτ) καθώς και η μοναδική Πέμη Ζούνη (Νανέρλ) που αν κι έχει ζήσει τον 18ο αιώνα, συνομιλεί, ως πνεύμα στην αρχή και στο τέλος της παράστασης με τον σημερινό μαθητή του ωδείου καταφέροντας να μας μεταφέρει στην σύγχρονη εποχή. Ειδωμένο σε άχρονη εποχή, το έργο περιγράφει την αιωνιότητα της μουσικής, δημιουργεί μια ποιητική ατμόσφαιρα, κάπου-κάπου παιχνιδιάρικη κι αστεία, κάπου-κάπου σκοτεινή και αυστηρή, μα σίγουρα απολαυστική και συγκινητική. Είναι μια συγκλονιστική ιστορία άγνωστη στο ευρύ κοινό, μια ιστορία για τις επιθυμίες που μένουν απραγματοποίητες, για τις αδελφικές σχέσεις, για τη θέση της γυναίκας, για το «ταλέντο» και την τύχη του, για τον έρωτα και τελικά για τη μοναξιά. Μαίρη Σάββα

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

...με έρωτα στα γράμματα...

«Το 1909 µε βρίσκει πέντε χρονώ παιδάκι. Ήµουνα από τότες κιµπάρης. Σφιχτοδεµένος. Είχα πρώιµη ανάπτυξη. Παρατήραγα δεξιά αριστερά. Σφουγγάρι. Τα µάτια µου αρπάχνανε. Εβύζαιναν παντού. Έστηνα τ’ αυτί κι άκουγα,εκεί που μιλούσαν οι γέροι, οι σοφότεροι. Να μασώ την γλώσσα.

Μου αρένανε ν’ ακώ κουβέντες. Όταν ιστορούσανε. Άκουγα. Κι ό,τι λέγανε τα κράτηγα. Μου αρένανε τα μυστήρια του ντουνιά. Επάγαινα στις γκάιντες, εκεί που τραγουδάγανε. Το κάθε ξηµέρωµα µ’ έβρισκε στο πόδι. Από ρουχαλάκια, δεν είχαµε, μπαλωµένα φορήγαµε. Παπούτσια ούτε για δείγµα. Διπλοβελονιά ντουσέκι το παλιοπαντελονάκι. Και µονοφόρι. Κι αν ξέπεφτε κανένα παλιοπάπουτσο, το ‘ραβα µε κερωµένο γκιούλι για να µη σπάει.Εχανόµουνε στα χωράφια ξιπολησιάς. Και τα κανιά µου γιοµάτα σηµάδια.Έβρεχε και πιλάλαγα στη βροχή. Έπεφτε µπόρα, δεν µ’ απάνταγε. Τα ‘βαζα µε τα στοιχειά της φύσης. Βούταγα µια βάρκα και κοντραριζόµουνα µε τα κύµατα.


Την άνοιξη φούσκωνε η ψυχή µου. Εκαθόµουνα µε τις ώρες στις πλευρές κι άκουγα τα λουλούδια που έσκαζαν. Είχα µονίµως µια φούντωση. Έτσι ενθυµούµαι. Πέντε χρονώ, µ’ έστειλε ο πατέρας σχολείο.Από το υστέρηµα του µ’ αγόρασε ποδιά. Ετότες φορήγαµε ποδιές. Αλατζαδένιες. Υπήρχαν και τα ντρίλια. Κι ήµαστε όλα τα παιδιά µια κοψιά. Λόγω στολής. Τα γράµµατα τ’ αγάπησα, τα ‘παιρνα στον αέρα. Επήγα στο σχολείο. Ξύλινα θρανία. Κι ένας πίνακας. Κιµωλίες µε το δελτίο, πιο ακριβές κι απ’ το γαρούφαλο. Βιβλία δεν είχαµε. Το µάθηµα τ’ αρπάζαµε από το στόµα του δάσκαλου.


Μόλις τελείωνα µε την διδασκαλία, ξαµολιόµουνα στα χωράφια και έλεγα µεγαλοφώνως τι άκουσα. Το ‘λεγα πολλές φορές. Αφού φχαριστιόµουνα, το ξανάρχιζα κι έβαζα και δικά µου µέσα. Ό,τι µου ‘ρχότανε. Το µεγάλωνα. Άµα µου άρεσε µια λέξη, µια φράση, την έλεγα και την ξανάλεγα. Κι όταν µε σήκωνε στο µάθηµα, του ξηγιόµουνα αβέρτα. Εκεί όµως που πάθαινα µεγάλη ζηµιά ήταν µε τον Πάρι και την ωραία Ελένη. Τον Αγαµέµνονα. Ξέρξη. Δαρείο. Τους Άθλους του Ηρακλέους. Όπου εστεκόµουνα, αυτούς τους πατριώτες τους έβλεπα οµπρός µου. Και τις ναυµαχίες. Με πρώτη εκείνη που έλαβε χώρα στή Σαλαµίνα.Ετούτοι οι πρόγονοι πολύ µε συγκίνησαν. Ταίριαξαν µε την ψυχή µου. Ο δάσκαλος καταλάβαινε τι αντάρα γινόταν µέσα µου και µε είχε περί πολλού.Ήµαστε ζόρικοι. Αλλά σ’ εµένα δεν σήκωσε ποτές χέρι. Γιατί είχα έρωτα στα γράµµατα. Τους άλλους τους µούρλαινε στις φάπες.Τους διάταξε, ο καθένας να φέρνει τη βέργα του. Και µε την βέργα του τον έδερνε. Να και τούτη, να και κείνη. Και του καρούλιαζε τα χέρια. Όταν έµαθα την αλφαβήτα,γιόµισαν τα µάτια µου δάκρυα. Μου κονόµησε ο πατέρας ένα µολύβι. Εβρήκα κι ένα χαρτί άσπρο κι άρχισα να συνταιριάζω τις πρώτες λέξεις. Τις έγραφα και µετά τις διάβαζα φωναχτά.


Τι δε θα ‘δινα να θυµηθώ την πρώτη λέξη που ‘γραψα. Αλάφρωσε η ψυχή µου από την φούντωση. Τα γράµµατα µου παίρναν την στενοχώρια. Από µικρό παιδάκι στα βάσανα. Έβλεπα τον πατέρα µου να δουλεύει, να κουράζεται. Αλλά το ψωµί δεν έφτανε. Πώς να θρέψει τρία παιδιά; Κι η µάνα µου µαρτύρησε να µας αναστήσει. Είχα κλίση στα γράµµατα.Κι όταν φτάσαµε σ’ εκείνους, Βυζάντιο και τα ρέστα, ξανάπαθα ζηµιά. Όλους εκείνους τους αυτοκρατόρους, Κωνσταντινούπολη, Αγία Σοφιά. Έπεφτα να πλαγιάσω, αλλά πού ύπνος. Τα ‘παιρνα απ’ το δάσκαλο και τα ‘φερνα στον ύπνο. Συντροφία. Ξαγρύπναγα και τα ‘βλεπα. Κοιµόµανε και ‘ρχόσανε στα όνειρα. Βυζάντιο. Η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως. Εσηκωνόµουνε ως υπνοβάτης και ξέβγαινα όξω τες νύχτες, µπας και τους συναντήσω. Κι όλο ρώταγα το δάσκαλο εκείνα που σκεφτόµουνα, να πάρω απαντήσεις. Αλλά δεν κράτησα πολύ τα γράµµατα. Πριν τελειώσω την τέταρτη τάξη, το 1912, επήραν τον πατέρα µου στρατιώτη και άφησα το σχολείο για να πάµε µε τη µάνα µου σε δουλειά.Τρία µωρά στο σβέρκο. Εµένα. Τον Λεονάρδο. Και τον Φραγκίσκο. Ήµανε ο µεγαλύτερος. Κι ήπρεπε να κονοµάµε. Από δουλειά σε δουλειά, εγίνηκα κι εφηµεριδοπώλης. Εξέκλεφτα χρόνο στις γωνιές και κλεφτά εδιάβαζα τα µεγάλα γράµµατα.Τους τίτλους.Κι εµάθαινα τα γραµµατάκια.Και τα καλλιεργούσα όπως όπως».

Ο Μάρκος Βαμβακάρης,θυμάται τα σχολικά του χρόνια… Και μας συγκινεί.Από την σειρά “Ρεμπέτικος Μύθος” των εκδόσεων Τεγόπουλου-Μανιατέα, με κείμενα και επιμέλεια του Γιώργη Χριστοφιλάκη. Χρειάστηκε να διαβάσω αυτό το αυτοβιογραφικό προφορικό αφήγημα για να καταλάβω τελικά πώς ξεφύτρωσαν ο Σωκράτης, ο Πάρης, η Ωραία Ελένη,ο Μενέλαος, ο Ηρακλής, η Λερναία Ύδρα και ο Ξέρξης μέσα στους στίχους του τραγουδιού του Μάρκου ”Ήθελα νά’μουν Ηρακλής”....«Εκεί όµως που πάθαινα µεγάλη ζηµιά ήταν µε τον Πάρι και την ωραία Ελένη.Τον Αγαµέµνονα. Ξέρξη. Δαρείο. Τους Άθλους του Ηρακλέους.Όπου εστεκόµουνα, αυτούς τους πατριώτες τους έβλεπα οµπρός µου.»


Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

Σούμπερτ. Ενας ρομαντικός

Στα λίγα χρόνια της ζωής του, μόλις τριάντα έζησε, έκανε αρκετά για να μεγαλουργήσει και να μείνει στο πάνθεον των αθανάτων της μουσικής. Ο Franz Peter Schubert γεννήθηκε σαν σήμερα το 1797 στη Βιέννη.

Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος μουσικής κι έτσι ο Franz συνήθισε απο μικρός να ακούει. Γρήγορα άρχισε να συνθέτει. Την ώρα που άλλα παιδιά έπαιζαν με παιχνίδια εκείνος έπαιζε με τις νότες βάζοντας και βγάζοντάς τις απο το πεντάγραμμο. Σπούδασε παιδαγωγικά και για τέσσερα χρόνια δίδαξε,όμως κάτι άλλο αναζητούσε στη ζωή του, ώσπου αποφάσισε να ασχοληθεί αποκλειστικά με την μουσική και να εγκαταλείψει τη δουλειά του.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1810, το όνομά του άρχισε να γίνεται γνωστό. Τα πρώτα του έργα είχαν επιτυχία, αλλά η συνύπαρξη στην ίδια πόλη με τον Beethoven επισκίαζε πάντα την παρουσία του Schuberτ. Τελικά το κοινό αλλά και οι ομότεχνοί του, τον παραδέχθηκαν, παρά το νεαρό της ηλικίας του, δίνοντάς του μια θέση στους μουσικούς μέντορες της Βιέννης.


Συνέθεσε σονάτες, συμφωνίες, όπερες, μουσική δωματίου και πάνω από εξακόσια lieder, τα οποία τον καθιερώσανε ως τον κύριο εκπρόσωπο της ρομαντικής μουσικής τού είδους.

Τα τελευταία έξι χρόνια τής ζωής του έπασχε από σύφιλη, γεγονός που επηρέασε αρνητικά την ψυχολογία του αλλά όχι και την δημιουργικότητά του. Το τελευταίο έργο του, η όγδοη συμφωνία, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ -γι’ αυτό και έμεινε στην ιστορία ως η ημιτελής συμφωνία. Ο θάνατος τον βρήκε στις 19 Νοεμβρίου 1828.

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

Μουσικό μήνυμα στην Υπουργό Παιδείας

Ο ένας δίνει πλέον στον άλλον τη σειρά του, στην πλατεία Συντάγματος. Αυτή η διαμαρτυρία όμως, αξίζει λίγη περισσότερη απο την προσοχή μας.
Και κάπως περισσότερη φροντίδα απο την Υπουργό Παιδείας, που διαβεβαίωνε τότε στον αγιασμό του Σεπτεμβρίου οτι ''κενά δεν υπάρχουν''!

Τα παιδιά ζητώντας το αυτονόητο -δηλαδή καθηγητές και βιβλία- πήραν τα όργανα και βγήκαν στους δρόμους. Μας έμαθαν να διαδηλώνουμε. Εκλεισαν ειρηνικά την Πανεπιστημίου και γέμισαν τα αφτιά μας με όμορφους ήχους, απο νότες και φωνούλες που ζητούσαν αυτό που.... τους υποσχέθηκαν.....
Αν οι ήχοι δεν ακούσθηκαν ως το Υπουργείο της Παιδείας μας, τα πράγματα δεν είναι καλά. Γιατί στην Ελλάδα του Μνημονίου, της τρόικας και της υποτέλειας, μία είναι η ελπίδα μας: τα παιδιά αυτά, οι αυριανοί πολίτες, που τώρα κρατούν τα όργανα, να πάρουν και τις τύχες τους στα χέρια τους.
Η φωτό είναι απο συναυλία που έδωσαν πέρυσι τα παιδιά του Πειραματικού Μουσικού Σχολείου της Παλλήνης, στην Λυρική Σκηνή. Τότε μας έκαναν περήφανους αλήθεια κυρία Υπουργέ; Το ίδιο θα γίνει και σε λίγες ημέρες, όταν οι μπάντες τους θα παιανίζουν τα εμβατήρια της Εθνικής γιορτής για να μας ανεβάσουν το εθνικό φρόνημα....

Ποιό? ''Εθνικό φρόνημα'' σε χώρα με καταδικασμένα νιάτα δεν μπορεί να υπάρξει. Γι αυτό μην βγείτε στις πλατείες για να τις πείτε τις λέξεις αυτές οσονούπω. Αφήστε το καλύτερα...

Και μην σας διαφεύγει οτι τα παιδιά που ακούν και παίζουν μουσική, σκέφτονται με τρόπο σύνθετο γιατί το μυαλό τους χοροπηδά στα πεντάγραμμα!
Μην τα κοροϊδέψετε πάλι. Σκεφθείτε το, ακουγοντας κάτι που θα εξημερώσει το πνεύμα σας.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009

Στην τέχνη δεν χωρούν αγκυλώσεις


Μια φορά κι έναν καιρό, σε έναν τόπο μακρινό, οι πολίτες τραγουδούσαν, χόρευαν και δημιουργούσαν....
Ετσι λοιπόν προόδευαν, προόδευαν, προόδευαν... Ωσπου ήρθε η κακιά στιγμή. Μια ξεδοντιασμένη μάγισσα μάγεψε τους μουσικούς της χώρας, και τα άλλαξε όλα μεμιάς ! Εκανε τα βιολιά τους να τρίζουν, τα φλάουτα να βγάζουν υστερικές νότες και τα τύμπανα να αλλαλάζουν τρομάζοντας μικρούς και μεγάλους.
Με ποιά μουσική να χορεψουν οι χορευτές; Σε τί ρυθμό να προχωρήσει η ζωή; Τί να ακούσουν τα αφτιά του κοσμάκη; Ετσι ο κόσμος άλλαξε κι αυτός. Αρχισε να κάνει κινήσεις ανάποδες. Εκεί που είχε μάθει να αγαπά, άρχισε να μισεί. Εκεί που είχε μάθει να μιλά όμορφα, άρχισε να βρίζει. Εκεί που είχε μάθει να ανέχεται, γκρέμιζε τα πάντα γύρω του. Μίσος για τον απέναντι φτωχό, μίσος και για τον πολύ πλούσιο, μίσος για τον άρρωστο, για τον διαφορετικό. Η χώρα έφτασε στο χείλος του γκρεμού.....

Στον ίδιο γκρεμό απο πάνω κάνει πιρουέτες και η δική μας κοινωνία, που κάποτε, πολύ παλιά βέβαια, ήταν γνωστή για την απεριόριστη ανεκτικότητά της σε ’’ασυνήθιστες’’ εικόνες όπως ένα φιλί μεταξύ ανδρών.
Και ω του θαύματος! ξαφνικά όλα άλλαξαν: κρυμμένοι στην υποκρισία μας, ενοχλούμεθα δήθεν απο ’’ακραία’’ λέει τέτοια σκηνικά, ενώ ταυτόχρονα ανεχόμαστε τους απατεώνες, τους ψεύτες, τους εγκληματίες.

Κι όταν αυτά συμβαίνουν στο κρατικό λυρικό θέατρο, την κυψέλη των εθνικών μας καλλιτεχνών, την πηγή της έμπνευσης, απο πού να περιμένουμε την πρόοδο; Μήπως απο τα μοναστήρια και τις off shore εταιρείες που θα μας σώσουν; Οι καχύποπτοι λένε οτι οι καλλιτέχνες δεν βρίσκονται εκεί. Εκεί βρίσκονται οι δημόσιοι υπάλληλοι.

Οι κοντόφθαλμοι (καλλιτέχνες και μη) βάλθηκαν να το επιβεβαιώσουν φαίνεται γι αυτό δεν άφησαν κάν την σκηνοθέτιδα να μιλήσει, όταν τελείωσε προχθές η παράσταση στο Θέατρο Ολύμπια. Το φιλοθεάμον κοινό μας, αυτό το ευγενές, που περιελάμβανε εκείνη τη μαγική νύχτα και πολλούς επώνυμους στις αγκάλες του, περιελάμβανε κι εγκάθετους. Εγκάθετους που φρόντισαν να σπείρουν στη μάζα εναν φοβικό και ρατσιστικό ιό. Δεν την άφησαν καν να μιλήσει τηρώντας στοιχειωδώς τους κανόνες ευγενείας, επειδή διαφώνησαν με ένα φιλι μεταξύ ανδρών που πέρασε απο τη σκηνή. Τελικά αποχώρησε.....

Μπράβο μας! Είθε η μεταφορά της Λυρικής Σκηνής σε νέα κτίρια, χάρη στους επιχειρηματίες που το έχουν αναλάβει, να γίνει αφορμή ώστε να ’’ ε π ι β λ η θ ει’’ και κάποιου είδους αξιολόγηση, για εκείνους που με την ’’ τ έ χ ν η ’’ τους, εκπαιδεύουν και ψυχαγωγούν την κοινωνία μας.