Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2025

Η Τελευταία Αρκούδα του Δάσους

Μια συγκλονιστική ιστορία ενηλικίωσης με φόντο κοινωνικοπολιτικά γεγονότα των τελευταίων δεκαετιών, υπο τον ήχο ενός πολέμου, μιας σφαγής στη βαλκανική γειτονιά μας, είναι η νουβέλα του Ακη Παπαντώνη «Η τελευταία αρκούδα του δάσους». Το βιβλίο έλαβε Κρατικό Βραβείο στην κατηγορία του Διηγήματος, που ανακοινώθηκε μόλις τρεις ημέρες αφότου γράφτηκε αυτό το άρθρο.  

Την ιστορία αφηγείται ο Θοδωρής, φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, που παρατηρεί τα γεγονότα γύρω του, αναρωτιέται για πολλά, ακούει τις σιωπές, παρατηρεί τις μεταμορφώσεις της μάνας και του αδελφού του Νίκου και προσπαθεί να βρει απαντήσεις στα ερωτήματα που τον βασανίζουν.  Το ίδιο κάνει και ο αναγνώστης μαζί του.



Συμπρωταγωνιστεί ο μεγαλύτερος αδελφός του ο Νίκος που δεν ζει κοντά του αλλά κατά ένα τρόπο είναι πάντοτε εκεί γι αυτόν, μολονότι κρατάει την προσωπική του ζωή μακριά.  Ο μικρός δεν του κάνει επικίνδυνες ερωτήσεις και ο Νίκος δεν κάνει αποκαλύψεις για τη δράση του. Σταθερή παρουσία η μάνα, ποτισμένη με την πίκρα της φυγής κι εξαφάνισης του πατέρα των δυο αγοριών από τότε που ήταν μικρά. Μεγάλωσαν με τη μάνα τους και τη στήριξη του παππού κουβαλώντας πάντοτε το τραύμα της απουσίας του πατέρα.  Η ιστορία οικοδομείται σταδιακά, ο φοιτητής Θοδωρής παίρνει μεταγραφή για την Αθήνα, πάντοτε τον βασανίζει η απουσία πατέρα και αδελφού. Ο Νίκος γίνεται Νικηφόρος, εμφανίζεται κι εξαφανίζεται στη ζωή του μικρού, αποφεύγει να δίνει εξηγήσεις και πάντα διατηρεί την απόσταση με τη μάνα, που διαρκώς σωπαίνει.

Βυθισμένος σε έναν κάπως ανώριμο εθνικισμό ο Νικηφόρος εντάσσεται στον Λαϊκό Σύνδεσμο και με τα υπόλοιπα μέλη της Ελληνικής Εθελοντικής Φρουράς παίρνουν μέρος στον πόλεμο στη Βοσνία, πολεμούν ενάντια στους εχθρούς της Ορθοδοξίας και της Μεγάλης Ελλάδας. Η οδύνη για την πολιορκία του Σεράγεβο και τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα στο φόντο μιας οικογενειακής ιστορίας λειτουργεί ως σύμβολο και για τον καθέναν από τους ήρωες ξεχωριστά. Η μάνα καπνίζει συνεχώς και σωπαίνει ηχηρά μπροστα στην πορεία του εθνικόφρονα Νικηφόρου, η ψυχή της όμως γίνεται κομμάτια θρηνώντας για όλα, για τον σύζυγο που τους εγκατέλειψε, για το μεγάλο της γιο που ξοδεύει άσκοπα τη ζωή του, για τον μικρό της που ψάχνει για πυξίδα.  Η μάνα μοιρολογεί για όλους, νοιώθεις πως είναι ο χορός σε μια τραγωδία, μοιρολογεί σιωπηρά χωρίς φωνή, μοιρολογεί για τη ζωή που χάνεται, για τα παιδιά της, για τα παιδιά των άλλων που θανατώθηκαν, για τις ιδέες που εξαπλώθηκαν, για την Ελλάδα…

Τοποθετώντας την ιστορία του επάνω στον καμβά με τον πόλεμο της Βοσνίας, ο Ακης Παπαντώνης στρέφει το βλέμμα του αναγνώστη στις εθνικιστικές πτυχές που έγιναν αιτία για να συσσωρευθεί μίσος και οργή στην περιοχή, καθώς όπως είναι γνωστό, αρκετοί ήταν οι εθελοντές από γειτονικές χώρες που αναμείχθηκαν στον πόλεμο αυτό. Πολεμώντας σε έναν πόλεμο που δεν ήταν δικός τους, έναν πόλεμο που χαρακτηρίστηκε ως εθνοκάθαρση, άνθρωποι σαν τον Νικηφόρο βοήθησαν στη δημιουργία πυρήνων εθνικιστών σε όλη την Ευρώπη. Ζωές καταστράφηκαν, σοβινιστές αναθάρρησαν και νεοναζιστικές ιδεολογίες εξαπλώθηκαν παντού.

Σε κάθε κεφάλαιο ο συγγραφέας βάζει κάποιο απόσπασμα μαρτυρίας από τα πρακτικά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την Πρώην Γιουγκοσλαβία. Η σκέψη του αναγνώστη επιστρέφει στις μαρτυρίες εκείνης της εποχής που έβλεπαν, ή δεν έβλεπαν -αναλόγως με το ποιος διακινούσε την πληροφορία- τα φώτα της δημοσιότητας.  Ετσι, πολύ έντεχνα αναμειγνύει την πραγματική βαλκανική τραγωδία με μια μυθοπλασία, μια επινοημένη ιστορία οικογενειακών σχέσεων. Τα γυναικόπαιδα που σφαγιάσθηκαν και βρέθηκαν σε ομαδικούς τάφους στην Σρεμπρένιτσα είναι αποτέλεσμα ενός ανίερου πολέμου.  Βουβός και ο θρήνος της μάνας του Νικηφόρου, κι ας λέει τόσα με τη σιωπή της.

Ο Νίκος γίνεται «η τελευταία αρκούδα του δάσους» που φυλάει σκοπιά για να προστατέψει το μικρό του αδελφό, αλλά η δράση του με τους ακραίους εθνικιστές, συνάδει άραγε με την έννοια «προστατεύω», ή «φροντίζω κάποιον», ή έστω τον «απομακρύνω από πιθανό κίνδυνο»? 

Άραγε ο Θοδωρής, με τίμημα την προστασία βλέπει καθαρά, ή όχι -ή μήπως δεν είναι διατεθειμένος να δει- την αλλαγή που έχει συντελεστεί στην προσωπικότητα του αδελφού του? 

Μήπως τελικά τον ενδιαφέρει πολύ λιγότερο η περίπτωση ενός αδελφού με δημοκρατικές πεποιθήσεις μακριά από βίαιες συμπεριφορές, από έναν αδελφό που μπορεί να πιστεύει ότι θέλει, αλλά οφείλει να είναι δίπλα του?

Ο Ακης Παπαντώνης δεν χρειάζεται να "εξηγήσει" πολλά. Τα λέει όλα χωρίς να τα πει. Κι ούτε χρειάζεται βραβεία για να αναγνωριστεί η συγγραφική του δεινότητα. Οι αναγνώστες τον βραβεύουν απο μόνοι τους.

 

Αυγή. Μια ιστορία θαμμένη στην πρόσφατη μνήμη

Γνωρίζω τον Σπύρο Πετρουλάκη από την πρώτη επαφή που είχε με τις λέξεις στο χαρτί. Από τότε που συστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό με το «Παράθυρο της Νεφέλης» κάτω από την κοινή μας ζεστή εκδοτική στέγη. Συγκινούσε πάντοτε ο Σπύρος, με τον τρόπο που περιγράφει τον κόσμο γύρω του. Ύστερα ήρθαν άλλες ιστορίες όπως η «Εξομολόγηση», η «Παναγία της Φωτιάς», ο «Σασμός», η «Κληρονομιά», το «Ναυάγιο», η «Αμαλία» και άλλα.

Με το νέο του πόνημα όμως αγγίζει ένα μεγαλύτερο τραύμα, έναν εθνικό πόνο, για πολλούς από εμάς μια terra incognita κυρίως σε ότι αφορά τη διάρκεια των σχολικών μας χρόνων, πρώτον γιατί η περίοδος του Εμφυλίου ήταν ανύπαρκτη στην διδασκόμενη Ιστορία -η γενιά μου ειδικά την έμαθε διαβάζοντας εξωσχολικά αργότερα- και δεύτερον γιατί πολλές οικογένειες στην Ελλάδα ακόμα και σήμερα αποφεύγουν να μιλούν γι αυτό το θέμα. Αποφεύγουν ακόμα, γιατί ο πόνος που βίωσαν σε πολλές περιπτώσεις, ήταν τέτοιος που τις έκανε να σωπάσουν, να ντραπούν, ν’αηδιάσουν. Για δεκαετίες δεν άντεχαν να εξιστορούν στα παιδιά τους, πώς αδέλφια πολεμούσαν και βασάνιζαν τα αδέλφια τους. Πώς οι πατεράδες τους έκαναν κακό σε άλλα παδιά που ήταν φιλαράκια τους, ή πώς κάποια γειτονάκια τους άφησαν το παιχνίδι στο δρόμο για να καταδίδουν τον απέναντι, τον ξάδερφο, τον παππού. Δεν ήθελαν να παραδεχθούν πώς την μεγάλη χαρά της αποχώρησης των κατοχικών στρατευμάτων της Γερμανίας από την Ελλάδα το 1944, την ακολούθησε ένας ζόφος χειρότερος, ένας θάνατος αργός και πιο βίαιος για όλους, ένα απάνθρωπο συναίσθημα που ρίζωσε το μίσος που καμμιά φορά ακόμα και τώρα, υποβόσκει και ταλανίζει την ελληνική κοινωνία.

Εχουν γραφτεί αρκετά πια, ώστε μάθαμε οι νεότεροι κι αρχίσαμε να ρωτούμε τους παλιότερους. Κι έτσι με τη σειρά τους κι εκείνοι βγήκαν λίγο-λίγο από τη σιωπή τους, άλλοτε παραδεχόμενοι φρικτά λάθη, άλλοτε εξηγώντας τα ανεξήγητα κι άλλοτε εκφράζοντας παλιά και περασμένα πάθη.

«ΑΥΓΗ, το θαμμένο τετράδιο» είναι ο τίτλος του βιβλίου του Σπύρου Πετρουλάκη από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ και πριν κάποιοι προτρέξουν να βάλουν στο μικροσκόπιο την εμπορική αξία μιας ιστορίας που θα μπορούσε να γίνει και πάλι σήριαλ, ας δουν κατάματα μια αλήθεια: Κάποιοι άνθρωποι που δεν έχουν τη συνήθεια να ψαχουλεύουν θησαυρούς στα ράφια των βιβλιοθηκών και των βιβλιοπωλείων, θα μπορέσουν να αφουγκραστούν μερικές αλήθειες  που -για χρόνια- δεν λέγονταν εύκολα.

Η Αυγή είναι η ηρωίδα  που μας μεταφέρει στο Παλαιό Τρίκερι Μαγνησίας, τότε τόπο εξορίας. Το όνομα δεν είναι τυχαίο. Σημαίνει χάραμα, ξεκίνημα, ανατολή. Η 16χρονη Αναστασία μπαίνοντας στον κόσμο των ενηλίκων, κάνει μια νέα αρχή στη ζωή της, όταν ανακαλύπτει το θαμμένο τετράδιο της Αυγής μέσα σε μια κουφάλα ενός δένδρου στο μικρό νησί του Παγασητικού κόλπου, όπου πέρασαν μερικές ημέρες -βαρετών μέχρι εκείνη τη στιγμή- διακοπών με τη μητέρα και τον πατέρα της. Ξαφνικά η ζωή της απέκτησε νόημα, λες και η φύση εκεί, συνωμότησε για να της κάνει αποκαλύψεις.

Βρέθηκαν θαμμένα τετράδια κάποτε στους τόπους εξορίας. Τετράδια γεμάτα μαρτυρίες εξόριστων στο Τρίκερι Μαγνησίας, τη Μακρόνησο, τη Γυάρο… Έτσι πολλά ήρθαν στο φως, σώθηκε άμεσο υλικό από τη μαύρη αυτή περίοδο, και με τον τρόπο αυτό, η ιστορία του Σπύρου αγγίζει ευθαρσώς την πραγματικότητα. Το τετράδιο που ανακαλύπτει τυχαία η Αναστασία τυλιγμένο με προβιά ζώου γίνεται ο κινητήριος μοχλός της πλοκής. Συστήνεται αμέσως με την ηρωίδα από την πρώτη παράγραφο που διαβάζει στις φθαρμένες από το χρόνο σελίδες:

«Το όνομά μου είναι Αυγή. Αυγή, σκέτο. Γεννήθηκα στις 25 Νοέμβρη του 1931 στα περίχωρα της Λαμίας, βρίσκομαι σε τούτο το νησί περίπου έναν χρόνο. Με έφεραν εδώ τον Ιούνιο του 1949 μαζί με άλλες αγωνίστριες. Το Παλαιό Τρίκερι όμως δεν είναι τόπος εξορίας, είναι τόπος κολάσεως. Είναι η ίδια η κόλαση πάνω στη γη. Όχι το νησί ασφαλώς, αλλά οι άνθρωποι που κρατάνε τις τύχες μας στα χέρια τους. Οι δεσμοφύλακές μας. Αυτοί είναι η κόλασή μας».

Από εκείνη τη στιγμή παρακολουθούμε την ιστορία της Αυγής, κάθε λεπτό της ζωής της και μαζί με αυτό και την μαύρη σελίδα στην Ιστορία της Ελλάδας. Γιατί δεν είναι μόνο η Αυγή, ή Κατερίνα, ή Αντιγόνη, ή Μαρία… Είναι όλες οι ελληνίδες και όλοι οι έλληνες που ξεφτιλίστηκαν για μια υπογραφή μεταμέλειας, ή άλλοι που έχασαν τον εαυτό τους βασανίζοντας το γιό της αδελφής τους, τη θεία ή τον θείο τους, τα εγγόνια της γειτόνισας, ή ακόμη και τα ίδια τα παιδιά τους.

Οι απορίες της νεαρής Αναστασίας είναι εύλογες και ζητούν απαντήσεις. Τις αναζητά μαζί με τους γονείς της, τον Ηλία και τη Μαριλένα, αλλά και με τον παππού Γιώργο που βρίσκεται πιο κοντά στην υπόθεση, όχι μόνον λόγω ηλικίας, αλλά και λόγω επαγγέλματος. Είναι ιστορικός.  Η ανάγνωση των σημειώσεων της Αυγής, ξετυλίγουν τον έρωτά της για τον Αιμίλιο με τον οποίο γνωρίστηκαν στο αντάρτικο στα βουνά, αλλά χωρίστηκαν βίαια για να υποστούν φρικτά βασανιστήρια σε ένα από τα κολαστήρια της εποχής.  Το ένα στοιχείο οδηγεί στο άλλο και το κουβάρι του νήματος όλο και ξετυλίγεται και όσο αυτό ξετυλίγεται τόσο η ιστορία «δένεται» με την πορεία της οικογένειας της Αναστασίας και κυρίως τον πατέρα της που κρατάει χρόνια ένα μυστικό.  Όλο αυτό το μπλεγμένο γαϊτανάκι είμαι σίγουρη, δεν έγινε για λόγους μυθοπλασίας και μόνο.  Άπτεται της ιστορικής πραγματικότητας γιατί εκείνη την περίοδο θύτες και θύματα ήταν συχνά κάτω από τον ίδιο οικογενειακό περίγυρο.

Τα ερωτήματα θα απαντηθούν καθώς το «Ημερολόγιο Εξορίας» προχωρεί με λεπτομέρειες μέχρι το σήμερα, μέσα απο αφηγήσεις που ξεκινούν από το 1942, όταν ακόμη οι γερμανοί βρίσκονται στην Ελλάδα και η ηρωίδα δεν είχε ακόμη μετονομαστεί σε «Αυγή» από τους συναγωνιστές της. 

Η πλοκή δείχνει περίτρανα ότι στη ζωή, δεν υπάρχει άσπρο-μαύρο.  Το καλό και το κακό συνυπάρχουν και δείχνουν εναλλακτικά τα πρόσωπά τους. Εκτός των ηρώων γίνονται αναφορές σε ορισμένα γνωστά πρόσωπα γνωστά από την Ιστορία της εποχής, όπως η αγωνίστρια εκπαιδευτικός Ρόζα Ιμβριώτη που την εποχή του Εμφυλίου ήταν εξόριστη στο Τρίκερι και παρά τα βάσανά της, έκανε αγώνα να κρατήσει ανοιχτό και ιστορροπημένο το μυαλό των εξόριστων, διδάσκοντάς τους καθημερινά, ή και ο γιατρός Γεώργιος Καραμάνης ο οποίος, χωρίς διακρίσεις και αφοσιωμένος στον «άνθρωπο», χωρίς τεράστιους οικονομικούς πόρους, αφιέρωσε την επιστήμη και τη ζωή του στη λειτουργία του σανατόριου στα Χάνια του Πηλίου,  σώζοντας πολλούς ασθενείς.


Zώνη Ενδιαφέροντος. Μια ιδεολογία έγινε πράξη

Δουλειά του συγγραφέα είναι να κινεί το σύμπαν με τις λέξεις του. Ο Martin Amis, το έκανε κι  ύστερα έφυγε ήσυχος πέρυσι τον Μάιο, ακριβώς την ημέρα που έκανε πρεμιέρα στις Κάννες, η ταινία «Ζώνη Ενδιαφέροντος» η οποία έμελλε να συνταράξει τις ψυχές μας, βασισμένη στην ιστορία που είχε γράψει ο βρετανός συγγραφέας το 2014, μετά από μακρά έρευνα.

Η γενοκτονία του Ολοκαυτώματος κυριάρχησε  στην κοσμοθεωρία του Martin Amis. Ήδη από το 1991 είχε δημοσιεύσει το «Time’s Arrow» για την τρέλα των στρατοπέδων θανάτου. «Κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να σκεφτεί κάτι άλλο» είχε πει σε συνέντευξή του, αναφερόμενος και στα στρατόπεδα θανάτου του Στάλιν.

Η ιστορία που σκαρφίστηκε ο Amis στο μυθιστόρημά του, μπορεί να απέχει φαινομενικά από την πλοκή της συνταρακτικής ταινίας του Jonathan Glazer, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος παραμένει αφοσιωμένος στον ίδιο κι απαράλαχτο στόχο που έχει θέσει  ο συγγραφέας.  Και οι δυο αποσκοπούν, όχι να δείξουν τη φρίκη στα κρεματόρια -όπως θα περίμενε κανείς- αλλά να αποκαλύψουν πόσο ανυπόφορα ορθή και βαρετή, πόσο περίτρανα κανονική, πειθαρχημένη και καθώς-πρέπει, ήταν η ζωή όλων των άλλων τριγύρω από το στρατόπεδο, αυτών που μύριζαν καθημερινά την ανθρώπινη σάρκα να καίγεται, που φόραγαν τα ακριβά απομεινάρια από τα ρούχα των εβραίων, αυτών που κολυμπούσαν στο κοντινό γεμάτο στάχτες ποτάμι, ανενόχλητοι κάνοντας αμέριμνα πικ-νικ. 

Είναι η ίδια ζωή που ακολουθεί σήμερα η ανθρωπότητα, κι εμείς όλοι μέσα της, που μέσα στην υπερβολική κανονικότητα πάμε να ξεχάσουμε τα μεγάλα εγκλήματα του κόσμου μας.


Η ιστορία του βιβλίου Zone of Interest, διαδραματίζεται στο Άουσβιτς και αφηγείται την ιστορία ενός Ναζί αξιωματικού που έχει ερωτευτεί τη γυναίκα του διοικητή του στρατοπέδου. Την αφηγούνται ο Angelus Thomsen, o αξιωματικός, ο Paul Doll ο διοικητής και ο Szmul Zacharias, ένας εβραίος.  Η Χάνα, σύζυγος του διοικητή, είναι τρομοκρατημένη από τη δολοφονική δραστηριότητα του άνδρα της. Ο Tomsen είναι κάπως απογοητευμένος από το ναζιστικό καθεστώς. Σε ένα γράμμα του της γράφει «Όταν το μέλλον κοιτάξει πίσω στους εθνικοσοσιαλιστές, θα τους βρει εξωτικούς κι απίθανους όπως οι προϊστορικοί κρεατοφάγοι… Δεν είναι θηλαστικά..». Σιγά-σιγά οι δυό τους άρχισαν μια σχέση ερωτική αλλά χωρίς προοπτική, εξαρχής καταδικασμένη, πόσος έρωτας στ’ αλήθεια μπορεί να χωρέσει, ενώ στο φόντο περνούν τραίνα με στοιβαγμένους μελλοθάνατους, αποπνικτικές αίθουσες με δηλητηριώδη αέρια, με καμινάδες που καπνίζουν εξαφανίζοντας ανθρώπους, με τον τρόμο να επικρατεί στο σκηνικό.

Η ιστορία της ταινίας δεν κινείται από ένα ερωτικό πάθος αλλά από την «όμορφη» και ανέμελη κανονικότητα της υπέροχης οικογένειας του Ρούντολφ Ες, διοικητή του στρατοπέδου. Η εικόνα κάνει ότι μπορεί για να σε πείσει να τον συμπαθήσεις. Ο διοικητής γιορτάζει τα γενέθλιά του, με την οικογένεια, έρχονται τα στελέχη του να του υποβάλουν τα σέβη τους, τα όμορφα παιδιά του μαλώνουν για το ποιο θα πρωτο-παίξει μαζί του, η σύζυγος τα μεγαλώνει με τρυφερότητα σε έναν παραδεισένιο κήπο που φροντίζει η ίδια, μα και ο ίδιος ο Ες τους διαβάζει παραμύθια όταν δεν μπορούν να κοιμηθούν.  Ίσως δεν είναι καθόλου τυχαίο που με ζεστασιά και αγάπη, ξαπλώνει μαζί τους και τους διαβάζει ένα παραμύθι, το «Χάνσελ και Γκρέτελ» όπου τα παιδιά βάζουν τη μάγισσα στο φούρνο να την κάψουν.  Άβυσσος η ψυχική του κατάσταση, η οποία συμπληρώνεται από άλλες ευαισθησίες, όπως τους διαλόγους που έχει με το άλογό του, ή το σκυλί του.

Εκεί που ζουν όλοι αυτοί οι δήθεν ανυποψίαστοι που ασχολούνται με τα μικρά τους προβλήματα, ερωτικά, επαγγελματικά, προβλήματα υγείας ή άλλα τέτοια, εκεί ακριβώς βρίσκεται η Ζώνη Ενδιαφέροντος. Είναι το Άουσβιτς που έκανε μια ιδεολογία πράξη.  Είναι μια τυπική δυστοπία που δραματοποιεί τον ίδιο τον αυτουργό και το μυαλό του. 

Σημειώνεται ότι και στην ιστορία του βιβλίου, και στην ιστορία της ταινίας, υπάρχει κάποιος που «αμφισβητεί».  Στο βιβλίο είναι η Χάνα, η σύζυγος του διοικητή, ενώ στην ταινία είναι η πεθερά του Ες, η οποία έρχεται στο σπίτι τους και στον θαυμαστό τρόπο της ζωής τους για να παραμείνει. Ένα βράδυ όμως που φλόγες αναβλύζουν από την καμινάδα που βρίσκεται στο φόντο, ένα βράδυ που οι στάχτες κοντεύουν να πνίξουν την περιοχή, ένα βράδυ που ένας υπόκωφος θόρυβος από ανθρώπινες κραυγές διαχέεται παντού, εκείνη δεν αντέχει και εγκαταλείπει τη ζωή της οικογένειας, παίρνει τη βαλίτσα της και αναχωρεί χωρίς να πει τίποτε. Κλασσική αντίδραση της ανθρωπότητας, υπονοεί ο βαθιά εγκεφαλικός τρόπος του Martin Amis.


Ο Ρούντολφ Ες ενεργούσε καθημερινά σαν να διηύθυνε ένα εργοστάσιο. Σαν ένας τεχνοκράτης που έκανε τα πάντα για να φέρει σε πέρας αυτό που του είχε ανατεθεί. Δεν είχε χρόνο να αμφισβητήσει τις πράξεις των ανωτέρων του.  Το πώς μπορεί να σκέφτεται ένας τέτοιος άνθρωπος -ευαίσθητος κατά τα άλλα, αυτός ο άνθρωπος που αγκαλιάζει τα παιδιά και τους αφιερώνει χρόνο, που μιλάει τρυφερά ακόμη και στα ζώα- ήταν κεντρικό ζητούμενο για τον Martin Amis.

Σε ένα άλλο βιβλίο του καταπιάνεται από μια άλλη πλευρά με το ίδιο θέμα.  Στο βιβλίο του «Το Βέλος του Χρόνου» (Time’s Arrow) ο Amis αφηγείται ανάποδα τη ζωή ενός Ναζί εγκληματία πολέμου. Ξαναζεί όλη τη ζωή του από το τέλος ως της αρχή της, ολοκληρώνοντας την ιστορία μέσα στην κοιλιά της μάνας του. Εδώ έχει στήσει ένα ρωμαλέο αντεστραμμένο κόσμο πάθους και βάρβαρης ιλαρότητας, αλλά το κεντρικό σημείο, στο σημείο όπου δοκιμάζεται το όραμά του, είναι ακριβώς η αναφορά στο Άουσβιτς.

Mε τα σκουπίδια αυτού του κόσμου θεωρώ ότι καταπιάνεται και στο βιβλίο του «Χρήμα», ένα αστείο, σκληρό και μοχθηρό μυθιστόρημα όπως και ο κεντρικός ήρωας του, ένας διαφημιστής που περιφέρεται ανάμεσα σε Λονδίνο και Μανχάταν αναζητώντας τον πλουτισμό και μαζί και το αλκοόλ, τη δόξα, το σεξ, την υπερβολή, στοιχεία μιας κουλτούρας μαζικής, και πολλά υποσχόμενης, όπου η σπατάλη ταυτίζεται με την ευδαιμονία, η πορνογραφία με τον έρωτα και η συνωμοσία με τη φιλία.

Δεν μπορώ στη σειρά αυτή να μην αναφέρω και τελευταίο βιβλίο που διάβασα του συγκεκριμένου συγγραφέα, αν και παλιό κι εξαντλημένο πλέον. Πάλι με τα σκουπίδια ασχολείται, μα κάπως διαφορετικά:  Με το βιβλίο του «Η Πληροφορία», μπαίνει στο θέμα του λογοτεχνικού φθόνου και γενικότερα βουτάει στα σκουπίδια των συναισθημάτων.  Δεν υπάρχουν πολλοί τρόποι για να πληγώσει ένας συγγραφέας κάποιον άλλο συγγραφέα.  Ακόμη κι αν ο κόσμος της λογοτεχνίας ήταν τόσο διεφθαρμένος, όσο θα ήθελαν ορισμένοι, ένας συγγραφέας δεν μπορεί να κάνει σοβαρή ζημιά σε κάποιον αντίπαλό του. Αυτό είναι το δυσάρεστο συμπέρασμα στο οποίο φτάνει ο ήρωάς του ο Ρίτσαρντ Ταλ, ένας αποτυχημένος μάλλον μυθιστοριογράφος, όταν συλλογίζεται την ενοχλητική επιτυχία του Γκουίν Μπάρι, του καλύτερου φίλου του, αλλά και χειρότερου εχθρού του ταυτόχρονα.

Και σε αυτό το βιβλίο, η εξουσία του χρήματος και της ισχύος, βασανίζει τον Martin Amis, γιατί πάντα γι αυτόν, σε όλες τις εποχές, στα μικρά και στα μεγάλα γεγονότα, τέτοιο ήταν το διακύβευμα.

Μαίρη Σάββα

 

 


Τρίτη 28 Μαΐου 2024

Το ηχηρό λογοτεχνικό αντίο του Κορμακ Μακάρθυ

 

Μας είπε ένα δυνατό αντίο, με δύο μυθιστορήματα, σε έκδοση σχεδόν ταυτόχρονη, σαν να γνώριζε ότι είναι τα τελευταία του βιβλία. Ο «ΕΠΙΒΑΤΗΣ» και το «STELLA MARIS»  ήταν ο μεγάλος αποχαιρετισμός, μια ωδή στη διαφορετικότητα της γραφής, το προσωπικό μανιφέστο του Κόρμακ Μακάρθυ.

Στον κόσμο των βιβλιόφιλων τα δυο βιβλία αυτά ερμηνεύτηκαν ως come back αλλά ταυτόχρονα και ως αποχαιρετισμός από την πλευρά του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα.  Διπλό μήνυμα με μια διπλή έκδοση, έκδοση διαφορετική, έκδοση με μεγάλες δόσεις από αμερικανική ιστορία, έκδοση πολυαναμενόμενη, καθώς είχε αρχίσει να γίνεται γνωστό ότι τα τελευταία χρόνια ο Μακάρθυ εργαζόταν πυρετωδώς πάνω σε αυτά.  Ήδη το ενδιαφέρον είχε ανάψει. Πάνε χρόνια από τότε που κυκλοφόρησε «ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ», το «ΟΛΑ ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ ΑΛΟΓΑ» και ο «ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΟΣ» που αγαπήθηκαν πολύ από τους αναγνώστες. Η τελευταία του δουλειά, πριν από δεκαεπτά χρόνια, ήταν «Ο ΔΡΟΜΟΣ» που είχε τιμηθεί με το βραβείο Πούλιτζερ. Ήδη οι κριτικοί μιλώντας για τα έργα του, τον τοποθετούσαν τότε δίπλα σε συγγραφείς όπως ο Ροθ, ο Ντελίλο και ο Πίντσον, ωστόσο τώρα, με αυτόν τον τόσο διαφορετικό και δικό του τρόπο αφήγησης το αποτύπωμά του έγινε ακόμη πιο βαθύ, η πορεία του απογειώθηκε και το όνομα Μακάρθυ τοποθετείται δίπλα σε ονόματα όπως Ουίλιαμ Φωκνερ και Ερνεστ Χεμινγουέϊ….


Κι εκεί που -ως φανατικός αναγνώστης- νομίζεις πως δεν «κολλάς» πλέον,  πως έχεις τελειώσει με τις κάπως «απόλυτες» αγάπες σε συγγραφείς, να αίφνης, εμφανίζεται ένα κείμενο γεμάτο φράσεις θαυμαστές κι ελλειπτικές, με ιδιότυπους διαλόγους χωρίς παύλες, με λόγια κοφτά στους διαλόγους, γεμάτα υπαινιγμούς, συμβολισμούς, λεπτομερείς περιγραφές τοποθετημένες μέσα σε αλλόκοτα σκηνικά, με χίλια θέματα να αναδύονται βασανιστικά το ένα μετά το άλλο και να οδηγούν τη σκέψη σου σε λαβυρίνθους ατέλειωτους, στην πολιτική, την επιστήμη, την θρησκεία, την οικονομία, τον πόλεμο, την φιλοσοφία, την ιδιοφυία, την τρέλα….

Κι ενώ στην αρχή είχα αμφιβολίες εάν ο νούς μου τον κατανοεί πλήρως, στη συνέχεια ανακάλυψα σταδιακά, ότι ο ίδιος ο συγγραφέας με οδηγεί να χωνέψω αποφασιστικά το συμπέρασμα ότι η ζωή είναι γεμάτη από πεδία ανεξερεύνητα και δυσπρόσιτα, γιατί δεν είναι όλα επιστρωμένα με ιλουστρασιόν υλικά που στρέφουν την προσοχή σου αλλού, συνήθως στα σημεία που θέλουν, έτσι ώστε να μην πέσει  βαθιά στην ουσία των πραγμάτων. Γι αυτό και ο ήρωάς του  Μακάρθυ στον ΕΠΙΒΑΤΗ είναι ένας πρώην φυσικός που έχει μέσα του τις απαντήσεις για πολλά από αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, αλλά έχει και πολλά ερωτήματα. Ο Μπόμπι Γουέστερν είναι αυτός που αναλαμβάνει να μας ξεναγήσει στα βάθη της αβύσσου της ανθρώπινης ψυχής, καθώς η δουλειά του τώρα έχει να κάνει με τους βυθούς, έχει εγκαταλείψει την επιστήμη του και προσφέρει υπηρεσίες δύτη διάσωσης.  Καλείται να βουτήξει στα νερά όπου έχει πέσει ένα αεροπλάνο, από το οποίο λείπει ένας επιβάτης, όπως λείπει και το μαύρο κουτί της πτήσης. 

Ο αναγνώστης βρίσκεται από την αρχή στο κλίμα του μυστηρίου, σε μια νουάρ ατμόσφαιρα βουτηγμένη στην αλμύρα, ενώ παράλληλα, βιώνει της ιστορία της σχιζοφρενούς αδελφής του Μπόμπι, της Αλίσια η οποία υπήρξε μαθηματική διάνοια. Οι προσωπικοί της δαίμονες βρίσκονται συνεχώς δίπλα της με τις αλλόκοτες μορφές και χαρακτηριστικά τους, για να μας βυθίσουν ακόμα περισσότερο στα άδυτα της πολυσχιδούς της προσωπικότητας.   Με τις περιγραφές της η Αλίσια ξεγυμνώνει όλες τις φοβίες, τις αδυναμίες και τους εφιάλτες μιας ταραγμένης συνείδησης. 

Ο πατέρας του Μπόμπι και της Αλίσια υπήρξε διάσημος πυρηνικός φυσικός ο οποίος βοήθησε στη διάσπαση του ατόμου, οδηγώντας στην καταστροφή της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι.  Ίσως γι αυτό ο γιός του σπούδασε φυσική και ίσως αυτός πάλι ήταν ακριβώς ο λόγος για τον οποίο τελικά εγκατέλειψε την επιστήμη του κι έκανε μια επιλογή δουλειάς που, όπως αποδεικνύεται, έχει να κάνει με τη ζωή του έτσι όπως εξελίχθηκε. Μόνος πλέον ο Μπόμπι Γουέστερν –καθώς ο ιδιοφυής πατέρας του έχει πεθάνει μόνος και μάλλον μισότρελος σε κάποια ερημιά με τις σημειώσεις του παρέα, και η μητέρα του πεθαμένη προ πολλού– συνειδητοποιεί την αυτοκτονία της αδελφής του Αλίσια με την οποία είναι παθολογικά ερωτευμένος. Εν ζωή βρίσκεται μόνο η γιαγιά του από την πλευρά της μητέρας του, που την επισκέπτεται κατά την εξέλιξη της πλοκής, ίσα για να βρεθεί κάπως πιο κοντά στη νεκρή του αδερφή μέσω ενός στενού συγγενικού τους προσώπου.


Από τα ευρήματα στην αποστολή του προκύπτουν εύλογα ερωτήματα, ερωτήματα που πληθαίνουν αφού μια σειρά επιπλέον γεγονότων έρχονται να πυροδοτήσουν την ατμόσφαιρα. Ο ξαφνικός θάνατος του συνεργάτη του Όιλερ σε μια άλλη αποστολή, η διάρρηξη στο δωμάτιο του Μπόμπι και η επίσκεψη ομοσπονδιακών πρακτόρων για μια πρόχειρη ανάκριση, η παρακολούθησή του από αυτούς μάλλον και η αναγκαία μετακίνησή του από δώμα σε δώμα. Η δέσμευση των λογαριασμών του από το κράτος για δήθεν φορολογικά αδικήματα, η φυγή του μετά και τη συμβουλή ενός ντετέκτιβ που τον επισκέφθηκε ο Μπόμπι προς βοήθεια – ας σημειώσουμε εδώ τις εξίσου εξαιρετικές συζητήσεις του Μπόμπι με τον ντετέκτιβ, που ανατέμνουν σύγχρονα ιστορικά γεγονότα της αμερικανικής ιστορίας που πληγώνουν τη χώρα.

Οι μαύρες κηλίδες στην αμερικανική Ιστορία, το Βιετνάμ, η ατομική βόμβα, η δολοφονία του Κένεντι, οι ανισότητες, οι εξαθλιωμένες συνοικίες, είναι τα πεδία που διατρέχει το βιβλίο.  Ο Μπόμπι είναι καλός επιστήμονας αλλά έχει αλλάξει ρότα επαγγελματικά. Ωστόσο, το μυαλό του κινείται συνεχώς μεταξύ κβαντομηχανικής, επιστημονικών θεωριών και πειραμάτων, μιλάει σε απλούς ανθρώπους για πρωτόνια και κουάρκ, καθώς έως πρόσφατα ήταν διευθυντής στο Ινστιτούτο Σάντα Φε, ένα μη κερδοσκοπικό ερευνητικό κέντρο. Οι περιγραφές στην ιστορία του ΕΠΙΒΑΤΗ κορυφώνονται και το κλίμα μυστηρίου απογειώνεται όταν ο Μπόμπι πιάνει δουλειά σε μια εξέδρα άντλησης πετρελαίου στον Κόλπο του Μεξικού.

Ο Μακάρθι χρησιμοποιεί χαρακτήρες περίτεχνους όσο και απλούς ταυτόχρονα και τους προσεγγίζει με έναν ιδιαίτερο τρόπο, σα να βαδίζει καταπάνω τους χρησιμοποιώντας ευθείες γραμμές. Οι  κεντρικοί του ήρωες, τα δυο αδέλφια, μιλούν για όλα χωρίς περιορισμούς. Ο Μπόμπι συζητά με μια γυναίκα Τρανς τα περί γυναικείας ψυχής και με έναν μάγο συνομιλεί για την τραγωδία της ομορφιάς. Ο αναγνώστης βλέπει να αναδύεται ένας υποδόριος, ανεκπλήρωτος έρωτας για την πεθαμένη πιά αδελφή του, αλλά τίθεται και το πραγματικό πρόβλημα, για το τί έγινε με την ατομική βόμβα, εάν εγνώριζαν την αλήθεια όταν την κατασκεύαζαν οι γονείς τους με την ομάδα τους, και εάν μπορεί αυτή η αλήθεια να γίνει γνωστή ακόμα και τώρα.

Το δεύτερο βιβλίο του αποχαιρετισμού του Κόρμακ Μακάρθυ είναι το STELLA MARIS, που στην ουσία είναι η ιστορία της Αλίσια Γουέστερν και είχε ξεκινήσει να γράφεται περίπου μία δεκαετία πριν από τον ΕΠΙΒΑΤΗ. Περιλαμβάνει επτά συνεντεύξεις-διαλόγους με τον ψυχίατρό της Δόκτορα Κοέν μετά τον εθελούσιο εγκλεισμό της στο ίδρυμα STELLA MARIS και λίγο πριν από την αυτοκτονία της.  

Το βιβλίο για την αναζήτηση του αδελφού της Μπόμπι, έπεται εκδοτικά, άλλωστε στη διάρκεια της αναζήτησης, η Αλίσια υπάρχει μόνο στο μυαλό του Μπόμπι ο οποίος μας αποκαλύπτει κομμάτια από το ημερολόγιό της, όπου καταγράφονται αποσπάσματα πριν εκδηλωθεί η σχιζοφρένειά της.  Ήδη από τις πρώτες σελίδες του ΕΠΙΒΑΤΗ, ο αναγνώστης βλέπει την ιστορία να ξεκινάει μια « ψυχρή και σχεδόν αμίλητη μέρα των Χριστουγέννων» με την ανεύρεση του νεκρού σώματος της Αλίσια τυχαία από έναν κυνηγό σε ένα χιονισμένο τόπο, εκεί ακριβώς, σε ένα σημείο που η ψυχοσύνθεσή της την είχε οδηγήσει…

Η μαθηματική ιδιοφυΐα Αλίσια Γουέστερν, η οποία κάποτε συνομιλούσε απευθείας με τις μεγαλύτερες μαθηματικές διάνοιες του πλανήτη, έχοντας γίνει μεταδιδακτορική φοιτήτρια στη μαθηματική επιστήμη μόλις στην ενηλικίωσή της, κάθεται απέναντι από τον ψυχίατρο Κοέν και θέτει ερωτήματα τόσο επιστημονικής όσο και ανθρώπινης υφής. Φανατική μουσικόφιλη, κάτοχος του μοναδικού βιολιού αμύθητης αξίας και ποιότητας καλύτερης από εκείνων του Παγκανίνι, η Αλίσια είχε μάθει μόνη της να παίζει βιολί, να διαβάζει και να κατανοεί τη μουσική, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα μαθηματικά, τη φυσική και τη θεωρία των χορδών, που η ίδια κατάφερε να συμβάλει με τη μελέτη και την ανάπτυξή της, μέσα από τη λατρεία της για τη μουσική, δεν δείχνει ότι εισάγεται στο ίδρυμα STELLA MARIS ούτε με σκοπό να αυτοκτονήσει, αλλά και ούτε να αποδεχτεί όλο αυτό που της συμβαίνει. Ωστόσο, καταλήγει στην αυτοκτονία και σε αυτό μάλλον έχει συμβάλει η εντύπωσή της πως ο Μπόμπι θα είναι πιθανότατα πλέον νεκρός. Φαίνεται ότι το STELLA MARIS λειτουργεί συμπληρωματικά στον ΕΠΙΒΑΤΗ. Ελέγχει την ιστορία, συμπληρώνει τα κενά της, τσεκάρει τα λεγόμενα του βασικού χαρακτήρα δηλαδή του Μπόμπι Γουέστερν.

Απαιτείται μελέτη και αντιπαραβολή σελίδα-σελίδα, γεγονός το γεγονός, για να αναλύσει κανείς το μεγαλούργημα του Μακάρθυ με αυτό το «κέντημα» ανάμεσα στα δύο έργα. Η Αλίσια μέσα από τις επτά συνεντεύξεις της διαλευκαίνει το λογοτεχνικό τοπίο του ΕΠΙΒΑΤΗ και «συσκοτίζει» κάπως το επιστημονικό πεδίο φυσικής και μαθηματικών. Ταυτόχρονα ο ΕΠΙΒΑΤΗΣ δίνει τις απαραίτητες εξηγήσεις και ορθολογικοποιεί τις ζωές των δυο πρωταγωνιστών.

Συνδυάζοντας τέχνη και επιστήμη ο συγγραφέας -μαζί με μεγάλη δόση μεταφυσικής- και μέσω της πάλαι ποτέ αγίας αμερικανικής οικογένειας, που εδώ υπηρετεί την εξέλιξη της επιστήμης και γράφει λογοτεχνία μέσω της τραγωδίας της, σκιαγραφεί τη ζωή και την εποχή του.  Μιλάει για μια ασθενή ψυχικά οικογένεια, που είναι ιδιοφυής κι έχει συμβάλει στην αμερικανική «πρόοδο», ωστόσο οι πρωταγωνιστές του χάνονται τελικά, ελεύθεροι και μόνοι, μέσα στο όνειρο αυτό της προόδου το οποίο δημιούργησαν οι ίδιοι με δική τους ευθύνη, με τον  κόπο και το μυαλό τους.

Ο Μακάρθυ στα στερνά του πρόλαβε και μας έδωσε την απόδειξη ότι η λογοτεχνία είναι η τέχνη των τεχνών. Χρησιμοποίησε τις επιστήμες για να μας το αποδείξει και το κατάφερε με τρόπο καταλυτικό, μέσα από τη δική του ιδιαίτερη και πολύ ξεχωριστή ματιά, αποκαλύπτοντας ότι τα τρωτά της ανθρώπινης φύσης και το ανεξερεύνητο του νού μπορεί να είναι αρκετά για να σταματήσουν το προδιαγεγραμμένο και να διαμορφώσουν μια άλλη πραγματικότητα, καθώς και ότι το νόημα της ζωής εξαφανίζεται από τον ορίζοντα της θέασής μας, εάν δεν συμπεριλάβουμε στην εικόνα μας την τρέλα, το τυχαίο, την καθημερινότητα, την οδύνη, τη γνώση για ότι μας περιβάλει και γιατί όχι και τον θάνατο…

 Τα δυο τελευταία βιβλία του Κορμακ Μακάρθυ, κυκλοφορούν από  τις Εκδόσεις Gutenberg, σε μετάφραση του Γιώργου Κυριαζή.

 Μαίρη Σάββα

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2023

Γίνεται η μία, καθρέφτης της άλλης

«Θα έλεγα ψέμματα εάν ισχυριζόμουν ότι η δυστυχία της μητέρας μου δεν μου έχει προσφέρει ποτέ ευχαρίστηση». Αυτή η συνταρακτική φράση με την οποία ξεκινάει το βιβλίο της Αvni Doshi δίνει τον τόνο στην σπαρακτική ιστορία που έχει τίτλο «Καμένη Ζάχαρη».
Το μυθιστορηματικά πολύ έντονο βιβλίο, χωρίς ωστόσο να γίνεται μελό, είναι η χαίνουσα πληγή της κόρης που χτυπάει τη μάνα εκεί που πονάει περισσότερο, στη γυναικεία της υπόσταση. Η μάνα γίνεται το σπίτι από το οποίο η κόρη φεύγει, γιατί δεν υπάρχει τίποτε γνώριμο πια εκεί. Όλα είναι σκοτεινά και ο αναγνώστης συνειδητοποιεί οτι τίποτε δεν είναι χειρότερο, από την ποινή της γνώσης της ίδιας μας της κατάρρευσης. Η Τάρα και η Αντάρα είναι μάνα και κόρη, στην εύπορη κοινωνία της Ινδίας. Δυο γυναίκες με διαφορετικές ζωές, με διαφορετικά θέλω, με άλλους στόχους με άλλες ιδέες, μα τόσο ίδιες στο βάθος και στην ουσία τους. Δεν είναι τυχαία ούτε καν η λεπτομέρεια ότι το ένα όνομα περικλείεται μέσα στο άλλο. 

 Η Τάρα θυμάται το παρελθόν με συγκεκριμένο τρόπο. Η Αντάρα το θυμάται εντελώς διαφορετικά. Η καθεμιά έχει τραύματα που της προξένησε η άλλη. Η καθεμιά φροντίζει τις πληγές της με την ζηλόφθονη απόλαυση ενός εραστή. Η Τάρα ήταν ατίθεση στα νιάτα της. Προκάλεσε ιδιαιτέρως τους εύπορους γονείς της όταν εγκατέλειψε έναν γάμο χωρίς έρωτα για να πάει σε ένα άσραμ και να ζήσει για λίγο σαν ζητιάνα. Ύστερα κυνήγησε έναν ατημέλητο και άστεγο «καλλιτέχνη» σέρνοντας από κοντά το μωρό της. Το κείμενο αναφέρεται στη μνήμη και στην διαχείρηση της μνήμης, ως στοιχείο της ταυτότητας, του εγκλωβισμού και της προσπάθειας να απελευθερωθεί όταν πλέον η Τάρα ξεχνάει πράγματα, μπερδεύει τους μισθούς της υπηρέτριάς της και αφήνει όλη νύχτα το γκάζι αναμμένο. Η Αντάρα βρίσκεται αντιμέτωπη με την υποχρέωση να φροντίσει μια γυναίκαι που ποτέ της δεν την φρόντισε. Ένα βιβλίο για τη μνήμη και τον μύθο, για το πώς οι ιστορίες που λες στον εαυτό σου γίνονται με τον καιρό πιο αληθινές από το ίδιο το πρόσωπό σου που αλλάζει στον καθρέφτη. Διερευνά τη ζήλια,την εμμονή, την προδοσία, την αγάπη ανάμεσα σε μάνα και κόρη με πνεύμα καυστικό και θέτει ερωτήματα για το πόσα πραγματικά γνωρίζουμε για τους πιο κοντινούς μας ανθρώπους και κατ’ επέκταση για τον ίδιο μας τον εαυτό. 


Η Αντάρα αποφασίζει να βρει τον πατέρα της για να τον ενημερώσει για την κατάσταση της μητέρας της. Οι περιγραφές της για το σπίτι του, την καινούργια του οικογένεια, σύζυγο και παιδί, τα αντικείμενα του σαλονιού τους, τα σχέδιά τους για το μέλλον, ο τρόπος που ανοίγει τον φάκελο με τις εξετάσεις της Τάρα, είναι καταιγιστικά λεπτομερειακές και αναδεικνύουν τις διαφορές στην αντίδραση του ανδρικού φύλου, στο άκουσμα της είδησης. Η Αντάρα καταβυθίζεται στον εαυτό της, πάει μπρος-πίσω, μερικές φορές κάνει ακόμη πιο πίσω παίρνει φόρα και κινείται με ταχύτητα ακατάστατα και ίσως αλοπρόσαλλα. 

Όπως και η μάνα της χρησιμοποιεί τις αισθήσεις της για να θυμάται. Αναδύεται περίτρανα το πώς εγκλωβίζονται οι γυναίκες σε μια φυλακή της κοινωνίας, πώς βιώνουν ένα σύμπαν συγκλονιστικά κλειστό, ακόμα και στην περίπτωση που δεν γεννιούνται στη φτώχεια και την ανέχεια. Τι να είναι όλο αυτό αν όχι ένας ύμνος στο τι είναι η γυναικεία ταυτότητα πέρα από τη μητρότητα και πέρα από αυτό που σκέφτονται οι άνδρες. Γι αυτούς είναι ένας διπλά άγνωστος πλανήτης.

Οι περιγραφές για τη Νάνι, τη γιαγιά της , οι λεπτομέρειες, οι εικόνες, τα ινσταντανέ, είναι τα οικοδομικά υλικά που κάνουν ακόμα πιο στέρεο το γυναικείο χαρακτήρα. Τον ένα και μοναδικό γυναικείο χαρακτήρα της ιστορίας. Μοιάζουν οι τρεις τους, η μητέρα, η γιαγιά και η Αντάρα, αν εξαιρέσει κανείς τις διαφορές που έχει χαράξει ο χρόνος. Οι άλλες διαφοροποιήσεις είναι διακριτικές: Η Νάνι έχει χοντρούς αστραγάλους και τα μαλλιά της είναι λεία πάνω στο κεφάλι της, με τη χωρίστρα να γυαλίζει σαν λιπαρός παραπόταμος. Λέει ότι μεγάλωσε ανασαίνοντας τον αέρα του Γκάντι και δεν έμαθε ποτέ καλά αγγλικά όπως οι νεότερες γενιές. Η Τάρα έχει ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα και βγάζει ένα σωρό μαύρες τρίχες σαν σπόρους μουστάρδας πίσω από τις γάμπες της. Η επανάστασή της ήταν να απαρνηθεί την οικογένεια και την αριστοκρατεία, για να μένει σε ένα άσραμ για χάρη ενός έρωτα. 

Η Αντάρα, η πιο μελαχροινή έχει μπούκλες που λασκάρουν μόνο όταν είναι βρεγμένες. Γνωρίζει ότι η μητέρα της έχει δείξει ότι δεν ήθελε ποτέ ένα παιδί και ότι έζησε όλη τη ζωή της χωρίς να σκέφτεται τν επίδραση που είχε στην κόρη της η δική της ζωή. Η Νάνι θεωρεί ότι είναι φυσιολογικό που η κόρη της τώρα ξεχνάει. Όλοι ξεχαχιάρηδες ήταν, απαντάει χωρίς να το παιδεύει περισσότερο. Όμως η Αντάρα το γνωρίζει στην εποχή της. Γνωρίζει ότι η κακή επικοινωνία προέρχεται από τη λανθασμένη βεβαιότητα. Προβληματίζεται, αν λέει όλη την αλήθεια, ή αν έδωσε σε κάτι ένα νόημα που δεν υπήρξε ποτέ, ή ίσως εν με δύο-τρεις κουβέντες κι ένα νεύμα, έκανε τη μητέρα της πιο άρρωστη από όσο πραγματικά είναι. Προσπαθεί να της εξηγήσει πώς είναι η εικόνα της αμυλοειδικής πλάκας, τι σημαίνει να δημιουργείς με το μυαλό σου μια πραγματικότητα αφαιρώντας κομμάτια ζωής…

Το τέλος είναι ένας κύκλος, ένας κύκλος κλειστός και σοφός, που τελειώνει σε ένα σημείο και αμέσως πυροδοτεί την αρχή. Το μοτίβο συνεχίζεται και η κόρη της κόρης, γίνεται ο καθρέφτης της μάνας της. Η κάθε μια από τις γυναίκες λειτουργεί ως καθρέφτης της άλλης. Ο καθρέφτης αυτός τονίζει τα λάθη, ενισχύει τις απώλειες της ζωής, πολλαπλασιάζει τον πόνο, παραμορφώνει τις αρχές ανάλογα με την εποχή… Το βιβλίο της Avni Doshi με τίτλο ΚΑΜΕΝΗ ΖΑΧΑΡΗ, έχει κερδίσει το Βραβείο Sushila Devi Award 2021, ήταν υποψήφιο για το Man Booker 2020 και το Women’s Prize for Fiction 2021. Εχει μεταφραστεί σε 25 γλώσσες και στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΛΕΔΑΡΙΘΜΟΣ σε μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ. 

Μαίρη Σάββα

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2022

Οι βάλτοι πάντοτε έκρυβαν μυστικά


To βιβλίο «ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΑΝ ΟΙ ΚΑΡΑΒΙΔΕΣ» είναι από αυτά που σου δίνουν μια απότομη σπρωξιά για να γίνεις καλύτερος άνθρωπος. Είναι μια ηχηρή υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος είναι αναπόσπαστα δεμένος με τη φύση, με το ζωντανό σύμπαν μέσα στο οποίο γεννήθηκε, όσο κι αν το λησμόνησε με το πέρασμα του χρόνου.


Η ζωή και η ενηλικίωση μέσα στη φύση είναι άγρια, επώδυνη και την περιγράφει λεπτομερειακά η Delia Owens, η φυσιοδίφης που σήμερα κατηγορείται για εμπλοκή σε κάποιο φόνο, κάνοντας ακόμα πιο μυστηριώδη την παρουσία της στα ράφια...

Οι κριτικοί που είδαν το βιβλίο να παραμένει για σχεδόν τέσσερεις μήνες στην κορυφή της λίστας των Bestsellers της New York Times αποφάσισαν κάποια στιγμή να το αποκαθηλώσουν. Έτσι, μετά από τα εγκώμια άρχισαν οι γκρίνιες και οι «επεξηγήσεις» για την αδιανόητη πορεία αυτού του βιβλίου: ότι θα μπορούσε να είναι ένα κοινό ρομάντζο, ίσως στολισμένο με μια αστυνομική πινελιά σαν πολλά άλλα, αλλά οι ιδιαίτερες φυσιολατρικές περιγραφές της Owens δεν άφησαν να γίνει κάτι τέτοιο.

Στα βάθη του δάσους και στα υδάτινα σταυροδρόμια  της Βόρειας Καρολίνας όλα τα πλάσματα είναι άγρια.  Σαν αγρίμι είναι και το κορίτσι της ιστορίας, η Κάϊα. Το κορίτσι μεγαλώνει μόνο κι εγκαταλελειμμένο από την οικογένειά του σε ένα άθλιο καλύβι.

Ο αναγνώστης στην αρχή τείνει να την λυπηθεί, να την συμπονέσει γιατί μένει ορφανή, περιθωριοποιημένη, καταδικασμένη σε έναν πρωτόγονο τρόπο ζωής, βιώνοντας τις προκαταλήψεις και τον ρατσισμό της κοινωνίας του κοντινού μικρού χωριού κάπου το 1952. Όμως όχι. Η φύση συμπορεύεται με την άγρια ομορφιά της Κάϊα και με την δύναμή της να επιβιώσει. Η επιμονή είναι κομμάτι της ανθρώπινης φύσης, όπως είναι και κομμάτι της φύσης γύρω της.

Επικοινωνεί με τα ζώα γύρω της και με το σύμπαν που την περιβάλει. Η λιμνοθάλασσα και οι τεράστιες βαλτώδεις εκτάσεις, δεν της προκαλούν φόβο, είναι το περιβάλλον της, το σπίτι της, σημαίνουν γι’ αυτήν ασφάλεια και σιγουριά.  Εναρμονίζεται απόλυτα με το χώρο και δεν προσαρμόζει το χώρο στις ανάγκες της. Αφουγκράζεται τις αλλαγές στις εποχές, παρατηρεί κάθε φυσικό φαινόμενο, κάθε κίνηση και κάθε πορεία των οργανισμών που την περιβάλουν.  Κάποιοι απόκληροι γύρω-γύρω γίνονται ο περίγυρός της την εποχή που η Αμερική έχει απόλυτα διαχωρισμένη τη ζωή των εγχρώμων από τη ζωή των λευκών, ταπεινώνει τις γυναίκες και οριοθετεί τις κοινωνικές τάξεις. Η Κάϊα είναι λευκή, όμως δεν πηγαίνει στο σχολείο, έχει μια διαλυμένη οικογένεια, μεγαλώνει χωρίς την ανθρώπινη παρουσία, καταδικασμένη στην απόρριψη, την μητρική εγκατάλειψη, την κακοποίηση, την καχυποψία για κάθε τί που προέρχεται από τον «πολιτισμένο» κόσμο, αφού μόνο πόνο της προκαλεί.

Στο χωριό τα κουτσομπολιά δίνουν και παίρνουν για εκείνο το αγριοκόριτσο. Την «Πιτσιρίκα του Βάλτου» όπως της αποκαλούν, που τρέφεται με γογγύλια, ψάρια και μύδια από το βάλτο, που συμπεριφέρεται αλλόκοτα, που ξέρει να εξαφανίζεται όταν μυρίζεται κίνδυνο, όταν βλέπει από μακριά τις εφηβικές παρέες να βολτάρουν στις ακτές, ή όταν την αναζητούν οι κοινωνικές υπηρεσίες γιατί «πρέπει» να μεγαλώσει «σωστά».

Το βιβλίο αυτό είναι σχεδόν ένα μάθημα για το πώς είναι πλασμένος ο άνθρωπος, πώς είναι φτιαγμένος για να επιβιώνει στην αγκαλιά της φύσης, σαν ον ανεξάρτητο με πνεύμα ελεύθερο. Μοιάζει με ποίημα. Την νοιώθει την ποίηση παντού ο αναγνώστης.

Μπορεί η Κάϊα να είναι μόνη, αποξενωμένη -ορφανεμένη όχι από επιλογή αλλά γιατί εγκαταλείφθηκε στα έξι της χρόνια- και μπορεί να είναι αναγκασμένη να ψαρεύει και να σκάβει στις λάσπες για να βρει φαγητό, όμως η ενηλικίωση μέσα στη φύση την κάνει ευαίσθητη και σκληρή ταυτόχρονα, άφοβη απέναντι στη μοναξιά, επιφυλακτική ως προς τις συναναστροφές με τους ανθρώπους, αλλά με άσβεστη αγάπη για τα έμβια που την περιβάλουν.

Τα πλάσματα αυτά, μικρά ή μεγάλα, είναι ολόκληρος ο κόσμος της. Τα παρακολουθεί όλα και τα καταγράφει. Όλα τα όντα γύρω της. Ερευνά το πώς γεννιούνται, πώς ζουν, πώς πορεύονται στο φώς και στο σκοτάδι, πώς αναζητούν σύντροφο, πώς ζευγαρώνουν, πώς φέρονται όταν είναι ερωτευμένα, πώς μάχονται για την επιβίωση, πώς πέφτουν σε παγίδες, πώς πεθαίνουν.  Κάνει μια τεράστια συλλογή από δείγματα όλων των ειδών, από σπάνια κοχύλια και φτερά από πουλιά και καταγράφει με σημειώσεις κάθε μικρή λεπτομέρεια που τα αφορά.  Όλο αυτό γίνεται η περιουσία της και η προίκα της για τη ζωή.

Τα περίεργα πουλιά, τα έντομα, η αλμύρα, η άμμος, η μακρόστενη βάρκα της, το υγρό τοπίο του βάλτου, η φύση, είναι η ταυτότητά της, η γλώσσα της και η μάνα της.

Όταν ένας νεαρός από το χωριό γοητεύεται από την ομορφιά της ξεκινάει μια πλατωνική σχέση που έχει μέσα της όλα τα απαραίτητα συστατικά: Ο Τεϊτ νοιάζεται γι αυτήν, την φροντίζει, την προσέχει, μιλάνε για τη φύση και τα δώρα της, την μαθαίνει γραφή και ανάγνωση.  Αυτός γίνεται ολόκληρος ο κόσμος της. Ο κόσμος της που καταρρέει όταν εκείνος φεύγει για σπουδές και τον χάνει, παρά τις υποσχέσεις που της είχε δώσει ότι θα επιστρέφει συχνά για να βλέπονται.  Η απογοήτευση την σημαδεύει και την καθορίζει και στη συνέχεια της ζωής της. Η αγνή της καρδιά γίνεται κομμάτια.

Επιστρέφει απελπισμένη στην απόλυτη μοναξιά της. Διαβάζει ποίηση. Απαγγέλει στους γλάρους. Ο μόνος με τον οποίο ανταλλάσσει μία κουβέντα είναι ο Σάλτας με το μικρομάγαζο που προμηθεύει τους περαστικούς με βασικά αγαθά και βενζίνη για τις βάρκες. Η ύπαρξη του Σάλτα και της γυναίκας του στο βιβλίο είναι το πολιτικό σχόλιο της Owens ως προς την κατάσταση στις ΗΠΑ εκείνη την εποχή. Είναι η εποχή όπου οι φτωχοί λευκοί μαστίζονταν από αλκοολισμό, από ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, αναλφαβητισμό και μισαλλοδοξία.   Η εποχή που οι μαύροι ζουν ως παρίες της κοινωνίας. Ο Σάλτας είναι έγχρωμος, κάτοικος της περιοχής των εγχρώμων και οριακά αποδεκτός μιας και κάνει κάποια «δουλειά». Τη δουλειά αυτή όμως την κάνει έξω από το χωριό. Εκεί σε μια εσχατιά, πάνω σε μια ξύλινη εξέδρα έχει «το μαγαζί» του.  Στον Σάλτα η Κάϊα πουλάει τα μύδια που ξεθάβει από το βάλτο κι έτσι επιβιώνει. Εκείνος την συμπονάει και τη βοηθά, έχουν μια ιδιαίτερη επικοινωνία, σαν οι απόκληροι να μιλούν δική τους γλώσσα.


Όμως η ανάγκη της νεαρής Κάϊα για επικοινωνία με τους ανθρώπους είναι ακατανίκητη.  Ο περιζήτητος γόης του χωριού Τσέις Αντριους, ομορφονιός και από εύπορη οικογένεια την περιτριγυρίζει και της προκαλεί πρωτόγνωρα συναισθήματα. Έχει την εντύπωση ότι ο Τσέις θα γίνει η αιτία να ξεφύγει από το βάλτο και να κάνει μια «κανονική» ζωή.  Απογοητεύεται για δεύτερη φορά.  Οι υποσχέσεις του ήταν κάλπικες.  Παντρεύεται κάποια άλλη, αλλά συνεχίζει να θέλει να την πλησιάζει.

Όταν ο Τσέις βρίσκεται νεκρός στο βάλτο τα πράγματα παίρνουν άσχημη τροπή γιατί η Κάϊα είναι εύκολο να στοχοποιηθεί από το χωριό.  Όλα όσα ξέρει, τα έχει μάθει από τη φύση. Ξέρει να προστατεύεται, ξέρει να κάνει το θυμό της αποστροφή, ξέρει να παλεύει, αλλά παραμένει η «απόβλητη» κι εύκολα θα οδηγηθεί από το βάλτο της, στην παγωμένη αίθουσα ενός δικαστηρίου, κατηγορούμενη για έγκλημα.

Παραμένει ψύχραιμη, νοσταλγεί τη συλλογή της, τον βάλτο της, τα βρύα, τους γλάρους, το καλύβι της, ενώ ο χαμένος αδελφός της ο Τζόντι, έχει επανεμφανισθεί στη ζωή της.  Η ζωή κάνει τον κύκλο της και σε μια από αυτές τις επαναλαμβανόμενες περιστροφές ο Τέιτ, ο παιδικός της φίλος έχει επίσης επιστρέψει στη ζωή της. Του οφείλει πολλά και κυρίως το γεγονός ότι κατάφερε να διαβάζει και να γράφει. Να φθάσει να κάνει βιβλίο όλη της την αγάπη για τη φύση.  Να φθάσει να βάλει τις λέξεις της σε σειρά.

Η Owens δεν την παρουσιάζει παντοδύναμη. Δείχνει ένα κορίτσι με αδυναμίες.  Η γυναικεία της φύση πάντως παραμένει ως το τέλος με το παραπονιάρικο συναίσθημα της «εξαπάτησης» καθώς ο Τέιτ ήταν εκείνος που την είχε εγκαταλείψει πριν από χρόνια όταν γεμάτος όνειρα έφευγε για τις σπουδές του.  Όμως τα βιβλία που της έστελνε και ο χαρακτήρας που τη βοήθησε να γίνει έδειξαν στην Κάϊα ότι στα ανθρώπινα χαρίσματα που τόσο αγνοούσε μεγαλώνοντας, ανήκει και η συγχώρεση που μπορεί μια χαρά να συνταιριάξει με την επιμονή που είχε κληρονομήσει από τη φύση. Τα μαθήματα που έχει πάρει από τα πλάσματα της φύσης της είναι χρήσιμα σε όλη της τη ζωή. Το πώς τα θηλυκά έντομα σκοτώνουν τους εραστές τους, το πώς οι γλάροι κλαίνε όταν χάνουν τα μικρά τους, όλα έχουν μια εξήγηση, μια αναφορά στην ανθρώπινη ύπαρξη, κι έναν ρυθμό, όπως τα ποιήματα.

Μαίρη Σάββα

Τρίτη 3 Μαΐου 2022

H χήρα του Ernest Hemingway

 Όταν ο Ernest Hemingway έφθανε τον Μάιο του 1944 στο Λονδίνο για να κάνει ρεπορτάζ για τον πόλεμο, ήταν ήδη γνωστός για τα μυθιστορήματά του, για την χειμαρρώδη προσωπικότητά του, για την αγάπη του στη ζωή και στις γυναίκες. 



Ο τρίτος γάμος του με την δημοσιογράφο
Martha Gellhorn είχε ήδη μπει σε συγκρουσιακή φάση. Η επαγγελματική πρόταση του Collier’s Weekly να καλύψει τις πτυχές αυτού του πολέμου, φάνηκε στον Hemingway σχεδόν… φυγή προς την ειρήνη.  Δυσφόρησε όταν αντιλήφθηκε ότι η Martha είχε τον ίδιο προορισμό, πήγαινε επίσης για να καλύψει τα γεγονότα στο Λονδίνο, όμως αποφάσισε ότι δεν θα την συναντά καθόλου εκεί. 

Στην πόλη βρισκόταν ήδη ο αδελφός του o Leicester, ο οποίος εργαζόταν σε συνεργείο κινηματογραφικών παραγωγών.  Την εποχή εκείνη πολλοί διάσημοι κι επώνυμοι πηγαινοέρχονταν στην βρετανική πρωτεύουσα. Ένα βράδυ o Leicester τον πήρε μαζί του σε ένα πολύ γνωστό εστιατόριο.  Του υποσχέθηκε ότι θα έχει την ευκαιρία να δει σημαίνοντες ανθρώπους όπως τον θεατρικό συγγραφέα Irwin Shaw να φλερτάρει με την ανταποκρίτρια του Time, Mary Welsh. 

 

Τί κι αν ήταν παντρεμένη ακόμα με τον Noel Monk, η Mary Welsh, ήταν αποφασισμένη να τελειώσει τον γάμο της με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.  Ο Irwin Shaw ήταν ένας περιζήτητος διανοούμενος γόης, αλλά ήταν παντρεμένος.  Ο Ernest Hemingway, γόης κι αυτός, ωστόσο ήταν σε διάσταση με την σύζυγό του.  Όταν τέλειωσε με τις υποχρεώσεις του και τα περιουσιακά του, προίκισε την 30χρονη δημοσιογράφο με εξαιρετική φήμη όταν δήλωσε δημόσια ότι την παντρεύεται γιατί την ερωτεύτηκε με πάθος με την πρώτη ματιά.  Εκείνη δεν δήλωσε κάτι τέτοιο, όμως σίγουρα όταν μεγάλωνε στην επαρχία της Μινεσότα, δεν φανταζόταν τέτοια τύχη βουνό.

 

Η ζωή του Ernest Hemingway έχει δώσει τροφή σε άρθρα και ντοκυμαντέρ (είναι γνωστή η πρόσφατη σειρά του Ken Burns για τη ζωή του), εδώ όμως πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο στην ουσία ολοκληρώνει τη μεγάλη συζήτηση για τις γυναίκες του συγγραφέα.  Ο Timothy Christian, συγγραφέας του  «Η Χήρα του Hemingway» μας βάζει σε θέση να δούμε τον Hemingway  με τα μάτια της  Mary Welsh.  To βιβλίο εκκινεί την ιστορία από το τελευταίο τρίτο της πολυτάραχης ζωής του. Εκείνη η τελευταία φάση έκλεισε με ψιθύρους, υπεκφυγές και διφορούμενες κουβέντες για το τί ακριβώς είχε συμβεί στο τέλος του.  Η υστεροφημία του κρεμάσθηκε από τον όρο «παράνοια» μια ψυχική ασθένεια που τον ακολουθούσε από νεαρό σε κάθε του βήμα συγγραφικό και προσωπικό, ενώ η τραγική του αυτοκτονία δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί ευθέως ως γεγονός και παρουσιάσθηκε ως ατύχημα.  Ήρθε λοιπόν αυτή η βιογραφία για να πει τα πράγματα με το όνομά τους, γιατί αυτό που κυρίως θα εκτιμήσουν οι θαυμαστές και οι μελετητές του μεγάλου συγγραφέα είναι κυρίως η αλήθεια γιατί αυτό ήταν που εκτιμούσε και ο ίδιος, η αλήθεια που γνωρίσαμε στα γραπτά του, στα δημοσιογραφικά του κείμενα, στις αφηγήσεις του. Δεν πρόκειται βέβαια για μια όμορφη κι ευχάριστη ιστορία.  Άλλωστε την αφηγείται μια γυναίκα που ναι μεν έζησε δίπλα του για τόσα χρόνια, ήταν όμως και αυτή ένας τύπος ανθρώπου, που προσομοίαζε στον ίδιο τον Hemingway. 

Ο Τimothy Christian συγγραφέας του «Η Χήρα του Hemingway» θεωρεί σε πολλά σημεία ότι ο Ernest είχε κατά κάποιο τρόπο επιτέλους γνωρίσει το ταίρι του σε αυτόν τον τέταρτο γάμο της ζωής του. Θεωρεί ότι πολλές φορές είναι ολόιδιοι και κυρίως τις φορές που η Mary υπερασπίζεται τον εαυτό της στην διάρκεια κάποιας διαφωνίας ή κάποιου καυγά με τον Ernest, συνήθως μετά από πολύ αλκοόλ και αναπόφευκτες, απανωτές συμφιλιώσεις.  Και οι δυο τους ήταν ευφυείς, ταλαντούχοι στο να γράφουν, να μιλάνε και να παίζουν με τις λέξεις, αλλά όταν όλο αυτό το πάθος «ξέφευγε», το παιχνίδι παρεκτρεπόταν  και μεταμορφωνόταν σε μάχη, γίνονταν και οι δυο εξαιρετικά ανώριμοι, σκληροί και μικροπρεπείς, σαν παιδιά από φτωχογειτονιές γεννημένα για να κλέβουν, να ζηλεύουν και να καταληστεύουν τον κόσμο γύρω τους.

 

Θα μπορούσε κανείς εύλογα να θέσει το ερώτημα, γιατί αυτός ο γάμος κράτησε μέχρι το θάνατο του Ernest.  Ο Τimothy Christian απαντά σε αυτήν την ερώτηση στον πρόλογο του βιβλίου με έναν τρόπο που προσομοιάζει σε ένα διήγημα του Hemingway.  Η ιστορία εκείνη μιλούσε για ένα ανώνυμο ζευγάρι κολλημένο σε μια μικρή πόλη στο Wyoming.  Όταν η έγκυος σύζυγος αιμορραγεί από ρήξη σάλπιγγας, οι γιατροί που αναλαμβάνουν να τη σώσουν δεν μπορούν να εντοπίσουν την φλέβα για να της μεταγγίσουν αίμα. Μετά από πολλαπλές προσπάθειες, ο σύζυγος συνειδητοποιεί ότι οι προσπάθειες εγκαταλείπονται και παρεμβαίνει ο ίδιος με τη δύναμη που του δίνει η σχέση τους και όχι κάποια ιατρική γνώση, εισάγει τη βελόνα ενδοφλεβίως και σώζει έτσι τη ζωή της.  Αυτός ο σύζυγος και η σύζυγος ήταν ο Ernest και η Mary.  Πράγματι, μετά από κάποια ατυχή κύηση ήξεραν ότι δεν θα έκαναν ποτέ παιδί, το οποίο δήλωναν και οι δυο πως ήθελαν πολύ.  Όμως ο Ernest της είχε σώσει τη ζωή και η Mary δεν θα το ξεχνούσε ποτέ. Ο συγγραφέας βλέπει εκείνο το επεισόδιο του 1946 να δημιουργεί έναν άρρηκτο δεσμό μεταξύ τους.

 

To βιβλίο είναι μια βιογραφία που ξεκινά με την ιστορία της Mary, μιας δυναμικής νεαρής γυναίκας που από τις ΗΠΑ καταφθάνει στο Λονδίνο στα τέλη της δεκαετίας του ’30 ως ανεξάρτητη ανταποκρίτρια. Οι σκηνές του Λονδίνου στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου είναι συναρπαστικές κι ενδιαφέρουσες καθώς σιγά-σιγά μετατρέπεται σε μια σοβαρή, αξιόλογη ρεπόρτερ, πράγμα δύσκολο να κατακτηθεί από μια γυναίκα της εποχής. Επίσης σταδιακά ωριμάζει, ανοίγει νέους δρόμους, αποκτά επίγνωση και συνειδητοποιεί τί είναι αυτό που δεν άφησε τον πρώτο της γάμο να ανθίσει. Γνωρίζει τον Ernest ο οποίος είναι κάπως πιο αφελής από αυτό που θα περίμενε κανείς από έναν σκληραγωγημένο πολεμικό ανταποκριτή και καρδιοκατακτητή κοντά στα 40.  Η προσωπικότητά του και το παρουσιαστικό του την παρασύρει. Διαθέτει γοητεία, χρήματα, φήμη και όλα αυτά μαζί υπόσχονται μια ευκολότερη ζωή από αυτή που θα μπορούσε να ζήσει ως διαζευγμένη δημοσιογράφος.  Έτσι αποφασίσει να προχωρήσει σε αυτόν τον γάμο, τον τέταρτο, για τον διάσημο ρεπόρτερ και συγγραφέα.

 

Το βιβλίο περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο κατακτά την πεποίθηση ότι δεν οφείλει πλέον στον εαυτό της και τη δουλειά της, αλλά ότι το καθήκον της είναι ο Ernest. Περιέχει λεπτομέρειες για το πώς γίνεται «νοικοκυρά» στην Κούβα, βρίσκοντας καταφύγιο και ηρεμία στο σπίτι που είχε αγοράσει η πρώην συζυγός του και συνάδελφος της δημοσιογράφος Martha Gellhorn, πώς ξέφευγαν από το ταραχώδες τοπίο της Αβάνας πηγαίνοντας για ψάρεμα με το Pilar, το σκάφος του Ernest.

 

O Timothy Christian παρουσιάζει μια ζωντανή και γλαφυρή εικόνα για τη ζωή και την καθημερινότητα του ζευγαριού, για το πώς η Mary συνεισέφερε ουσιαστικά στη δουλειά του διορθώνοντας και δακτυλογραφώντας χειρόγραφα, πώς ανέτρεψε την πλοκή της ιστορίας του «Ο Γέρος και η Θάλασσα», αλλά περιγράφει και τα κλειστοφοβικά της συναισθήματα, παρουσιάζοντάς την ως θύμα, όταν ο σύζυγός της γίνεται συχνά σκληρός, βίαιος και χειριστικός. Αφηγείται τα σεξουαλικά τους παιχνίδια, τα απολαυστικά τους ταξίδια στην Αφρική και την Ευρώπη, επισημαίνοντας την υπομονή της Mary όταν ο Ernest φλερτάρει ανοιχτά μια νεαρή Ιταλίδα που θα μπορούσε να είναι ακόμα και εγγονή του. 

 


Τα πράγματα περιπλέκονται όταν αποκαλύπτονται οι συνθήκες γύρω από τον θάνατό του. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, λόγω των γεγονότων στην Κούβα, ο Ernest και η Mary είχαν μετακομίσει στο Ketchum του Idaho. Ήδη τότε ήταν η περίοδος που έκανε την τελική επιμέλεια στα ημερολόγια του πολέμου από το Παρίσι με τίτλο «Μια κινητή γιορτή» (A Moveable Feast).  Εισήχθη για  κάποια θεραπεία με ηλεκτροσόκ στο Mayo Clinic -εκείνη την εποχή έτσι θεράπευαν ψυχικές και διανοητικές ασθένειες. Μετά την θεραπεία, κατάφερε κι έπεισε τους γιατρούς ότι είναι ικανός να πάει σπίτι του και ότι θα ήταν μάλλον κακό για την πορεία της υγείας του, να παραμένει μέσα στο νοσοκομείο χωρίς λόγο.  Επιστρέφει.  Κάποια στιγμή βρίσκει τα κλειδιά της ντουλάπας όπου φυλασσόταν το όπλο του στο ράφι της κουζίνας.  Ήταν το 1961, λίγες εβδομάδες πριν από τα 62α γενέθλιά του. Βάζει το όπλο στο στόμα του και αυτοπυροβολείται.

 

Είναι μεγάλος ο μύθος που συνοδεύει αυτόν τον άνδρα και οι εποχές δύσκολες και γεμάτες ταμπού. Επισήμως, η είδηση ήταν ότι ο Ernest Hemingway πέθανε σε ατύχημα ενώ καθάριζε το όπλο του. Δεν είχε καμιά σημασία εάν έγινε πιστευτό. Θα περνούσαν χρόνια για να βγει η αλήθεια. Στο βιβλίο αυτό, ο Christian εξερευνά τους λόγους για τους οποίους η Mary δεν προστάτεψε τον Ernest από τον εαυτό του, ρίχνοντας έτσι νέο φως στην ταραχώδη σχέση τους. 

Είχε πεθάνει νέος έχοντας ήδη αποκτήσει τεράστια φήμη, είχε λάβει ένα βραβείο Νόμπελ το 1954 και η αναγνωρισιμότητά του μετά το θάνατό του αυξανόταν κατακόρυφα αντί να μειωθεί, πράγμα που δεν συμβαίνει συνήθως. Έπρεπε κάποια χειρόγραφα να ολοκληρωθούν για να κυκλοφορήσουν στον κόσμο και να τροφοδοτήσουν τον θρύλο που άφησε πίσω του.  Ο Christian που  αναφέρει ότι η Mary έκανε καλά τη δουλειά της για τα επόμενα 20 χρόνια, εξηγεί πώς τα χρόνια που ακολούθησαν τον θάνατό του εκείνη αφοσιώνεται στην λογοτεχνική του κληρονομιά, πώς μπήκε σε διαπραγματεύσεις με τον Fidel Castro για να ανακτήσει τα χειρόγραφα που είχαν μείνει στην Κούβα, πώς τελικά το ένα τρίτο του έργου του δημοσιεύεται αφού εκείνος δεν είναι πια εν ζωή. 

Η Mary από το διαμέρισμά της στη Νέα Υόρκη, διαχειρίζεται πλέον την τύχη αυτού του θρύλου ακόμα κι όταν επιμελείται την βιογραφία που κυκλοφορεί το 1997 από τον Carlos Baker με τίτλο “A Life Story”, αλλά και όταν καταθέτει μήνυση στον A.Hotchner επειδή «καταχράστηκε» τη στενή του σχέση με τον Ernest και τόλμησε να γράψει περί «διανοητικής  παρακμής» του μεγάλου συγγραφέα στο βιβλίο «Papa Hemingway». 

Είναι φανερό στον έμπειρο αναγνώστη ότι το βιβλίο που είναι ιδωμένο με τα μάτια της Mary, αφορά τη Mary. Ο φακός του Timothy Christian εστιάζει σε μια γυναίκα αγανακτισμένη, γενναία, συναρπαστική, ικανή να «σπάσει» έναν μύθο, μια γυναίκα που πίνοντας τζιν και καπνίζοντας camel μπορεί να τραγουδήσει Edith Piaf, μια γυναίκα γεμάτη υπομονή κι επιμονή προκειμένου να δείξει ότι μια ζωή συνεχίζεται, ενώ έχει χαθεί.

Ο συγγραφέας της Χήρας του Hemingway μας δίνει την εικόνα μιας απολύτως ερωτεύσιμης γυναίκας, η οποία ωστόσο αποδείχθηκε συμφεροντολόγος και απολύτως αδιάφορη για τους γιους του Ernest από τους οποίους στέρησε την περιουσία που τους ανήκε. Το τέλος της είναι άσχημο. Βυθίζεται στον αλκοολισμό και πεθαίνει το 1986 έχοντας καταστρέψει τον εαυτό της. Δεν ξέρω αν οι αρετές της ήταν τόσες, όμως έμοιαζαν πολύ με τον Ernest, τουλάχιστον σε αυτό έχει δίκιο ο Τ.Christian.

Μ.Σ.