Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Ιστορίες του διαδρόμου




Διήγημα Fractal: «Ιστορίες του Διαδρόμου»


Της Μαίρης Σάββα //

dihghma

Οι περισσότεροι σκόνταφταν στο φορείο καθώς περνούσαν βιαστικά από το διάδρομο. Μια νοσοκόμα έτρεχε από δωμάτιο σε δωμάτιο. Ένας γιατρός περπατούσε βιαστικός, νεαρός θα ήταν, ίσως ειδικευόμενος. Μια κοπέλα έψαχνε κάποιον δικό της. Ένα ζευγάρι διαπληκτιζόταν μεγαλόφωνα, αναρωτιέμαι, να μαλώνουν άραγε από την ώρα που ξεκίνησαν από το σπίτι τους, από τη στιγμή που έψαχναν για να παρκάρουν, ή να είναι μαλωμένοι από χθες βράδυ…
Δεν είχα ιδέα πόσες ώρες βρισκόμουν ξαπλωμένος σε αυτό το φορείο του διαδρόμου. Ο διάδρομος ήταν μακρύς και τα φώτα έπεφταν ψυχρά επάνω στα μάτια μου. Δίπλα μου κρεμόταν ένας ορός, που ευτυχώς, έγινε αιτία να σταματήσει για να με προσέξει μια νοσηλεύτρια. Με ύφος παγωμένο έκανε έναν γρήγορο έλεγχο και μου έριξε μια κλεφτή ματιά. «Όλα καλά», ψιθύρισε και πριν προλάβω να απαντήσω, χάθηκε στο βάθος του διαδρόμου.
Έκλεισα τα μάτια μου. Στο πρώτο σκούντημα του φορείου τα άνοιξα πάλι. Δεν πρόλαβα να δω το πρόσωπο του ανθρώπου που πέρασε τόσο βιαστικός. Ίσως μπήκε στο δωμάτιο 32. Έβλεπα την πόρτα του 32, λοξά και δεξιά μου. Την έβλεπα να ανοιγοκλείνει κάθε φορά που άνοιγα κι εγώ τα μάτια μου. Μια ολόκληρη οικογένεια θα πρέπει να πέρασε από εκεί. Κι όμως επικρατούσε ησυχία. Περίεργη ησυχία, είναι η αλήθεια.
Ένας σπαραγμός την έκοψε την ησυχία στα δυό. Ένας νοσηλευτής κι ο νεαρός γιατρός πέρασαν τρέχοντας την πόρτα του 32. Έκλεισα τα μάτια μου, λες κι έτσι, κάτι καλό θα έφερνε ο χρόνος. Ένα κλάμα συνεχές κι επίμονο συνόδευε τώρα το θόρυβο που έκαναν οι περαστικοί του διαδρόμου. Εκείνοι συνέχιζαν να βιάζονται αλλά για το 32 ο χρόνος άλλαξε ρότα. Άνοιξα τα μάτια μου και τα έκλεισα πάλι. Δεν ξέρω πόση ώρα αργότερα τα άνοιξα ξανά. Είδα να βγαίνουν από το 32. Σκυφτοί κι αγκαλιασμένοι, η μάνα, ο πατέρας και δυο κορίτσια σαν τα κρύα τα νερά. Θρηνούσαν το παλικάρι τους που έφυγε.
«Τι ώρα είναι;»
Ο νοσηλευτής δεν με άκουσε. Μάλλον πήγαινε βιαστικός να κάνει μια ένεση στο 34. Δεν πειράζει, σκέφτηκα. Δεν είναι επείγον να ξέρω την ώρα. Ούτε και σημαντικό είναι τελικά. Εδώ άλλα είναι τα σημαντικά. Υποθέτω ότι πρέπει πια να έχει πέσει το σούρουπο.
«Δεν έχω ώρα, αλλά πρέπει να είναι περίπου οκτώ» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή. Έστριψα όσο μπορούσα τον πονεμένο αυχένα μου. Είδα μια γυναίκα, σε ώριμη ηλικία, με λευκό πρόσωπο και κοντά μαλλιά να με κοιτά με συμπόνια. «Ευχαριστώ».
Εκείνη δεν μου έδωσε άλλη σημασία. Κοιτούσε με προσμονή προς το βάθος του διαδρόμου. Μια άλλη γυναίκα, εύσωμη κι αυτή, με λευκό πρόσωπο και με τα ίδια κοντά μαλλιά, ερχόταν. Σκέφθηκα ότι κι αυτή θα περάσει με βιασύνη και θα σκουντήσει κατά λάθος το φορείο μου. Όμως όχι. Δεν είχε καμία βιασύνη. Πλησίασε με βήματα σταθερά, και μέσα σε ένα λεπτό είχε πέσει η μια στην αγκαλιά της άλλης κι έκλαιγαν.
Εγώ ξαπλωμένος στο φορείο μου δεν ενοχλούσα τη στιγμή τους. Μόνο σώπαινα. Θα έπαιρνα όρκο πως είναι δίδυμες. Δεν ξέρω αν είχε τώρα πια σημασία στην ηλικία τους, μα θα έδωσαν κάποτε πολύ χαρά στους γύρω τους όταν γεννήθηκαν. Τις φαντάστηκα μωρά. Μου φάνηκε πως μέσα στο βουβό τους κλάμα χαμογέλασαν. «Καλή ανάρρωση» μου είπε η μία. Πήρα θάρρος. «Ευχαριστώ… Συμβαίνει κάτι σοβαρό;»
«Σοβαρό είναι που συναντήθηκα με την δίδυμη αδελφή μου που ήταν είκοσι χρόνια στα ξένα. Σήμερα αναπαύθηκε η ενενηντάχρονη μάνα μας. Ο κρίκος που μας ένωσε κάποτε. Ο ίδιος κρίκος που μας έφερε κοντά σήμερα…»
Είχα μείνει άναυδος. Το σωληνάκι του ορού είχε σταματήσει να οδηγεί το υγρό στις φλέβες μου. Οι δυο όμοιες γυναίκες αποχαιρετούσαν και δόξαζαν τον γεννήτορά τους, όχι με θλίψη, αλλά με χαρά. «Καλό της ταξίδι» ψέλλισα καθώς απομακρύνονταν.
Ύστερα από την ανάπαυλα ερχόταν καταιγίδα. Ένα τρίξιμο πλησίαζε. Ένας νοσηλευτής και μία νοσηλεύτρια έσπρωχναν με ταχύτητα στο διάδρομο ένα φορείο σαν το δικό μου. «Σας παρακαλώ», έκανε ο νοσηλευτής για να παραμερίσουν οι διερχόμενοι. Πίσω τους ακολουθούσε τρέχοντας ένα ζευγάρι νέα παιδιά. Για ένα λεπτό φοβήθηκα τη σύγκρουση. Αποσοβήθηκε.
Οι δυο νοσοκόμοι γνώριζαν καλά τις δυνατότητες του τροχήλατου οχήματος. Πέρασαν δίπλα μου ξυστά. Η στιγμή πάγωσε σαν το παγωμένο ωχρό πρόσωπο της πιτσιρίκας που είδα αναίσθητη στο φορείο. Το βλέμμα μου τη φωτογράφησε. Η στιγμή μου φάνηκε αιώνας.
Η εικόνα της μου έφερε στο μυαλό την Ωραία Κοιμωμένη που μου έλεγε η γιαγιά μου όταν ήμουν μικρός. Εκείνη την πριγκίπισσα που ξύπνησε μετά από μήνες, ή μετά από χρόνια, ύστερα από έναν ύπνο τόσο περίεργο και ύπουλο που η ιατρική επιστήμη δεν μπόρεσε να εξηγήσει ποτέ…
Οι νοσοκόμοι έκαναν νόημα στο ζευγάρι των νεαρών να παραμείνει στο διάδρομο. Για μένα ο διάδρομος ήταν ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Για τα παιδιά ήταν αίθουσα αναμονής.
Όταν το φορείο αποσύρθηκε τους άκουσα να λένε για τον καταχθόνιο, μυστηριώδη ύπνο που είχε απαγάγει την όμορφη φίλη τους. Ανησυχούσαν. Φαίνεται πως είχαν περάσει ώρες που δεν μπορούσε να βγει από το βαθύ λήθαργο. Το κακό είχε τη ρίζα του σε μια βραδιά ακολασίας με πολλά διαφορετικά ποτά.
Όχι. Δεν ήταν ίδιος ο ύπνος της δικής μου Ωραίας Κοιμωμένης. «Σύνηθες» σχολίασε χαμηλόφωνα η νοσηλεύτρια που πλησίασε για να μου αλλάξει τον ορό. Την κοίταξα. «Τι εννοείτε;» τη ρώτησα.
«Το φαινόμενο με τα νέα παιδιά. Είναι σύνηθες» επανέλαβε.
Δεν ξέρω αν θεωρούσε σύνηθες το να χάνεται ένας νέος και να τον θρηνούν οι οικείοι του, ούτε αν θεωρούσε σύνηθες να συναντιούνται δυο δίδυμες αδελφές μετά από χρόνια, με αφορμή τον αποχαιρετισμό της γερόντισσας μάνας τους. Μα σίγουρα θεωρούσε σύνηθες να νοσηλεύεται ένας ασθενής σε διάδρομο. Να γίνεται αυτόπτης μάρτυρας της πραγματικότητας που διαψεύδει τα σχέδια που καθένας μας κάνει για τον εαυτό του.
Μια νύχτα μόνο μου χρειάσθηκε για να καταλάβω τα σημαντικά της ζωής. Μια νύχτα με ιστορίες του διαδρόμου, ιδωμένες πάνω από ένα φορείο.


Μαίρη Σάββα

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Παιχνίδια μυαλού

Τα παιχνίδια του μυαλού πάντα με συγκινούσαν.  Γι αυτό θεωρούσα must για κάποιον εραστή της θεατρικής τέχνης, να δει την παράσταση ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΗ ΝΟΥΒΕΛΑ η οποία βασίζεται στο ομώνυμο έργο του Στέφαν Τσβάιχ.


Το είχα αγαπήσει  πολύ το βιβλιαράκι εκείνο γι αυτό και χάρηκα ιδιαιτέρως που το είδα και πάλι να εκδίδεται  τη χρονιά που πέρασε, απο τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ.  Κείμενο που δεν μακρηγορεί για να κουράσει το μυαλό, ούτε όμως είναι διήγημα για να τελειώσει πάνω που πάει να δώσει λίγη χαρά στον αναγνώστη, αυτή η ιστορία λειτουργεί μαγικά.  Δεν σε αφήνει να την αποχωριστείς, όπως και ο πρωταγωνιστής δεν αφήνει το μυαλό του να διαλυθεί απο τα βασανιστήρια και τον τρόπο ζωής του μέσα σε ένα κελί φυλακής. 

Η παράσταση που παίχθηκε στο θέατρο ΠΟΡΕΙΑ με μοναδικό ερμηνευτή τον εξαιρετικό Γιάννη Νταλιάνη, που "μπαίνει" στο κοστούμι τριών χαρακτήρων και σε σκηνοθεσία Μαριλίτας Λαμπροπούλου, θέτει μια σειρά απο ερωτήματα για τη διανοητική ελευθερία του ανθρώπου και τον αγώνα του για επιβίωση.  

Στην καταιγιστική αφήγηση του Τσβάιχ, ο ήρωας ήταν κρατούμενος των ναζί, κλεισμένος στην απόλυτη απομόνωση και για να μην χάσει τα μυαλό του μπήκε σε μια παράλογη προσπάθεια.  Να διασπάσει τον εαυτό του σε  άσπρο και μαύρο και να παίξει σκάκι ως ο εαυτός του και ταυτόχρονα ως ο αντίπαλός του.

Ελεύθερος πια ο ήρωας ταξιδεύει με πλοίο προς την Βραζιλία και η συνάντηση που έχει εν πλω με έναν πρωταθλητή, διάσημο σκακιστή τον βάζει πάλι στη θέση να βασανίζεται απο το ερώτημα εάν μπορεί ο άνθρωπος να ξεπεράσει τα σημάδια του παρελθόντος.   Όπως διχάζεται ανάμεσα στο λευκό και το μαύρο ο ίδιος , έτσι και η σκακιέρα της Ευρώπης έχει διχαστεί απο τον πόλεμο που συνεχίζεται πλέον μέσα του.   Ως πού φθάνουν τα όρια του ανθρώπου, ως πού φτάνει για να κάνει πράξη την βαθειά του επιθυμία να είναι ελεύθερος και ως πού οι επιπτώσεις του καταναγκαστικού εγκλεισμού...

Η παράσταση ήταν ένας μονόλογος που δεν είναι ακριβώς μονόλογος αφού ο ερμηνευτής  δεν περιορίζεται απλά στο να δρά, μα αντιδρά κιόλας σε αυτά που του λένε οι άλλοι χαρακτήρες, κι ας τους ενσαρκώνει ο ίδιος.  Με λίγα λόγια η παράσταση που έχει πολύ έξυπνη σκηνοθεσία και όσο χρειάζεται λιτό τρόπο παρουσίασης, κάνει το μυαλό σου να θέλει κι αυτό να δοκιμάσει να ασκηθεί στη μέθοδο του  Στέφαν Τσβάιχ...

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

Η Παναγία της Φωτιάς, ο δρόμος προς την Εξομολόγηση

Επάνω σε ένα μωσαϊκό προσώπων και καταστάσεων έχει κεντήσει ο Σπύρος Πετρουλάκης, την πολυδαίδαλη ιστορία της πρωταγωνίστριάς του, της Ελένης, που ξεκίνησε τη ζωή της σε αριστοκρατική ελληνική οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, έζησε τους διωγμούς του ελληνικού στοιχείου, εξαπατήθηκε από παιδί, για να καταλήξει αιωνόβια, ως Ηγουμένη Μαρκέλλα σε μοναστήρι της Ηπείρου.  

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ είναι το δεύτερο βιβλίο, καθώς προηγήθηκε η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ, όμως εάν κανείς τύχει και το διαβάσει πρώτο, όχι μόνο δεν θα χάσει τίποτε από τις λεπτομέρειες της αφήγησης της ζωής των ηρώων και συναισθημάτων που βιώνουν σε όλες τις πτυχές της ιστορίας που φθάνει ως τον πόλεμο του '40  την χούντα στην Ελλάδα, μα θα πιάσει το νήμα απ'αλλού και θα οδηγηθεί απο την αρχή στο τέλος.  Είναι σαν ένας κύκλος όπου το τέλος είναι πάλι η αρχή και εάν διακινδυνεύσω να προβλέψω, ίσως στο επόμενο βιβλίο να φθάσει και ως τις μέρες μας.... 

Ο Σπύρος Πετρουλάκης, έχει διανύσει βήματα γοργά, προοδευτικά, μετά τις σελίδες του μετά το ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΤΗΣ ΝΕΦΕΛΗΣ, που μας είχε κερδίσει αρχικά.  Στην ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ, μια ιστορία με πολλά επίπεδα και με πολλά πρόσωπα και εύστοχες περιγραφές,  η πανταχού παρούσα Θεία Δίκη έρχεται να υπολογίσει, και να κρίνει τις πράξεις των ανθρώπων με τρόπο που κάθε άλλο αντιμάχεται τον άνθρωπο όπως κανείς θα περίμενε. 

Έχει ταλέντο σε αυτό ο Σπύρος Πετρουλάκης.  Σε κάνει να αγαπάς τους ήρωες του με τα ελαττώματα και τα χαρίσματά τους, σε κάνει να τους συμπαθείς εάν η ζωή τους αδίκησε, να τους συμπονάς εάν η τύχη δεν τους τα έφερε ορθά, να μισείς τις δόλιες πράξεις τους και τα κρίματά τους.  Ζεις σαν αναγνώστης μαζί τους τη λαίλαπα και την παραφροσύνη του πολέμου, την αδικία, τη σκληρότητα, και σέρνεσαι μαζί τους για να γλυτώσεις τις ανεξέλεγκτες οβίδες που πέφτουν στα χωριά τους.  Ύστερα συμμερίζεσαι τον πόνο της Ελένης που ενώ τα έχει όλα, χάνει τα πάντα και αφιερώνει τα έργα και τις ημέρες της μόνο στο γιό της που έμεινε ζωντανός.  Μέχρι το τέλος της.

Ο αναγνώστης γίνεται ακόμα και δικαστής που τη συγχωρεί άν έσφαλε, μα δεν πρέπει θαρρώ να αποκαλύψω άλλα για όσους πρόκειται να διαβάσουν το βιβλίο.

Ο τρόπος που ο συγγραφέας μετακινείται στο χρόνο κρατάει τον αναγνώστη σε εγρήγορση, για να μη χάσει καμιά στιγμή, γιατί θέλει να παρακολουθήσει όλα όσα συμβαίνουν ταυτόχρονα σε αυτόν τον πληθωρικό, από πλευράς χαρακτήρων, καμβά.  Τα πρόσωπα, καθένα με την δική του ιστορία, αποτελούν ξεχωριστά σημάδια μιας περιόδου που πέρασε από την ευμάρεια και την αριστοκρατία, έκανε μια μεγάλη διαδρομή και μπήκε στην ιστορία του ελληνισμού της Πόλης. 

Ο Ηλίας, ο Οσμάν, η Ντιλέκ, η Αμπασέ, ο Κωνσταντής, ο Μανούσος, ο Γιώργος, ο Δημήτρης είναι τα πρόσωπα που κάνουν ένα αναπάντεχο Ζικ-Ζάκ στις εποχές της Ιστορίας και γράφουν τις λεπτομέρειες της ζωής της γυναίκας που εξαφανίσθηκε για χρόνια κλεισμένη σε μοναστήρι, έχοντας όμως την πολυτέλεια να παρακολουθεί από εκεί, τις ζωές των ανθρώπων που αγάπησε και κατά ένα τρόπο να τις καθοδηγεί...

Ένα αέναο παιχνίδι με το χρόνο, με την Ιστορία, με τον τόπο είναι όλο αυτό και κανείς πρέπει να αποφεύγει τις περιλήψεις, αυτό κάνω κι εγώ εδώ, γιατί θα διακινδύνευα τις απλουστεύσεις και τη συρρίκνωση της ζωής γενεών και ανθρώπων.
Αξίζει κανείς να το κάνει το αναγνωστικό ταξίδι.

Απο τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ.

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

Σελίδες βουτηγμένες στην αλμύρα της Τρικυμίας

Συνάντησα την «Τρικυμία» τυχαία την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας της σε βιβλιοπωλείο της Αθήνας.  Η ανάγνωση του νέου βιβλίου της Ιουστίνης Φραγκούλη μοιάζει με μακροβούτι, με κατάδυση σε χαρακτήρες της ανθρώπινης ψυχολογίας, ενώ παντρεύει δυο αγαπημένους της τόπους.  Την Ελλάδα και τον Καναδά.  Δυο τόπους που, καθώς ενώνονται και γίνονται ένα, εκεί ακριβώς χωρίζονται στα δυο, τραυματίζονται, κομματιάζονται, ματώνουν μα πάλι γεφυρώνονται όπως κι οι άνθρωποι που έχουν ριζικό κοινό σαν πεπρωμένο συμπαγές και προδιαγεγραμμένο, σαν νομοτέλεια που έχει σφραγιστεί από έναν έρωτα παντοτινό.



Στον πυρήνα του βρίσκονται οι εκτροπές της ανθρώπινης ζωής, με τίτλο εμπνευσμένο απο το θεατρικό έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, γεμάτο συμβολισμούς, βίαια "κύματα" που σπρώχνουν τις σελίδες σαν σκηνές απο ταινία κινηματογραφική και αφήνουν τους πρωταγωνιστές να ζήσουν κι αυτοί "όλο το παρελθόν σαν ένα Πρόλογο" όπως έλεγε και ο ελισαβετιανός συγγραφέας.  Η "Τρικυμία" κατακλύζει τον αναγνώστη της. Άλλοτε σαν λεπτομέρεια σε μια σκηνή καταιγιστική, άλλοτε σαν καθρέφτης της ψυχής της Πολέτ και του Πέτρου, των πρωταγωνιστών της.

Η Πολέτ και ο Πέτρος είναι δυο νέοι που προέρχονται από πατρίδες διαφορετικές.  Εκείνος είναι γιατρός κι εκείνη μια εξωτική ελληνοκαναδή που κάνει διακοπές σε ένα ελληνικό νησί.  Τί φόντο καλύτερο από το μπλε του Αιγαίου για δυο νεανικές καρδιές!  Εκείνο το πέλαγος όμως γίνεται και η "Τρικυμία" τους, φέρνοντας στη ζωή τους ανατροπές απρόσμενες που μια καλά δουλεμένη λογοτεχνική γραφίδα όπως αυτή της Ιουστίνης, κατευθύνει με μαεστρία και πάθος.



Οι ήρωες σμιλεμένοι σοφά και με λεπτομέρεια, αποδομούνται απο τα πάθη και τις αδυναμίες τους και από τα ίδια τα αναπότρεπτα γεγονότα της ζωής, τον συμβιβασμό του γάμου και τις δυσκολίες που συναντά το κοινό μονοπάτι δυο αταίριαστων βίων.  Ύστερα, καθώς η αφήγηση κλιμακώνεται, τα συναισθήματα εναλλάσσονται με τρόπο μαγικό, λες κι η "Τρικυμία" είναι ο τρίτος πρωταγωνιστής, εκείνος που εισβάλει στη ζωή των άλλων και καταλύει το δικό τους σύμπαν, που κατατρώει τα πάντα με την αλμύρα και τους παρασύρει σε μια δίνη ολοκληρωτική, αφήνοντας κάποιες ακτίνες φωτός να τους φωτίσουν για να τους ρίξει πάλι πίσω στο σκοτάδι, προτρέποντάς τους να ονειρευτούν, να ζήσουν τη ματαίωση κι ύστερα ξανά να ελπίσουν.

Εκείνος ο κεραυνοβόλος έρωτας που πέρασε πάνω από την Πολέτ και τον Πέτρο σαν σαρωτική καταιγίδα συναντά αρκετά οικογενειακά προσκόμματα και η μετεξέλιξή του έχει σχέση και με τις δικές τους κρυφές αδυναμίες που καλό θα είναι να αποκρύψω για τον μελλοντικό αναγνώστη.   Μονόδρομος φαντάζει για εκείνη η επιστροφή στη γενέτειρά της τον Καναδά, μα όσο και να θέλει να κρυφτεί και να ξεχάσει, έχει πλέον ένα παιδί το Ρωμανό, που κάποια στιγμή μεγαλώνει και σκαλίζει την αλήθεια της καταγωγής του ...

Πρόκειται για μια βαθιά συγκινητική ιστορία, ανθρώπινη, βιωματική, εμπνευσμένη, πρωτότυπη και βουτηγμένη στην αλμύρα του τρικυμισμένου πελάγους . Ας είναι καλοτάξιδη και με ανέμους ούριους.
Απο τις Εκδόσεις Ωκεανός.

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Το Κιβώτιο. Μια μεταφορά.

Επιστρέφω και ξαναδιαβάζω ΤΟ ΚΙΒΩΤΙΟ του Αρη Αλεξάνδρου, γιατί ποτέ δεν έλυσα μέσα μου τον γρίφο που αφορά τον πυρήνα αυτού του έργου που έχει μεν καταξιωθεί λογοτεχνικά και ιστορικά, αυτό όμως δεν το κάνει μη-διαχρονικό.  Θα μπορούσε να είναι ένας μονόλογος.  Ένα ημερολόγιο ή μια αλληγορία. Μια περιπέτεια, ή ένας επιστολικός μύθος.  Ο αναστοχασμός γύρω από τα θέματα και την εποχή του Εμφύλιου -που ποτέ δεν διδαχθήκαμε εμείς ως μαθητές- έρχεται και ξανάρχεται, σαν ερινύα που στοιχειώνει όσους έχουν μέσα τους κενά για τις πτυχές αυτές της ελληνικής Ιστορίας.


Μάλλον γι αυτό ο αναγνώστης αισθάνεται ότι το κιβώτιο αυτό που ανέλαβαν κάποτε κάποιοι (οι ήρωες του βιβλίου και ο ένας τελικά επιζών) να μεταφέρουν στον προορισμό του, δεν έχει φθάσει ακόμη.    Δεν επιθυμώ να σταθώ στον μελοδραματισμό της χαμένης επανάστασης, καθόλου μάλιστα, αλλά αισθάνομαι οτι το κείμενο αυτό, όσο το διαβάζεις εμβαθύνεις αναγκαστικά στα "Αίτια της Κακοδαιμονίας" όπως έγραψε και ο αξέχαστος Β.Νεφελούδης. 
Ο Αρης Αλεξάνδρου ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Εχει γράψει κυρίως ποιήματα και το μοναδικό μυθιστόρημά του είναι ΤΟ ΚΙΒΩΤΙΟ.  Είναι καλοκαίρι του 1949, όταν μία ομάδα απο παρασημοφορημένους κι επίλεκτους άνδρες του λαϊκού στρατού αναλαμβάνει την αποστολή να μεταφέρει ένα κιβώτιο απο την πόλη Ν στην πόλη Κ.  Η επίτευξη του στόχου θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για την έκβαση του πολέμου.  Κανείς δεν γνωρίζει το περιεχόμενο του κιβωτίου , ούτε και τη διαδρομή που θα ακολουθήσει. Το μυστηριώδες "αρχηγείο" τους υποδεικνύει καθημερινά ποιό δρομολόγιο θα ακολουθήσουν την επόμενη.  Καμία καθυστέρηση δεν γίνεται ανεκτή και όποιος τραυματίζεται και δεν μπορεί να ακολουθήσει για οποιοδήποτε λόγο, αυτοκτονεί παίρνοντας κυάνιο.  Η επιχείρηση παίρνει δυο μήνες.  Ο επιζών είναι τελικά μόνο ένας.  Αυτός είναι και ο αφηγητής της ιστορίας που θα παραδώσει το κιβώτιο και θα διαπιστωθεί οτι ήταν... άδειο.  Συλλαμβάνεται, φυλακίζεται και η αφήγησή του είναι και η απολογία του στον δικαστή που κάθε μέρα του στέλνει γραπτές σφραγισμένες κόλλες για να γράφει....
Η αφήγησή του είναι ακριβής μέχρις εσχάτων.  Σχολαστική υπερβολικά.  Ρεαλιστική, τόσο πολύ που οι σχολαστικές λεπτομέρειες έχουν την ίδια σημασία με τις πολύ σημαντικές και ουσιώδεις αναφορές, που μπορεί οτιδήποτε, απο τον  τρόπο που κάποιος χάνει τη ζωή του, μέχρι και το τσίμπημα μιας μέλισσας στο χέρι ενός στρατιώτη που βραδυπορεί....  Ολα παίρνουν μια αξία παραπάνω ή χάνουν την πολυτιμότητά τους, όλα αποκτούν ίσο βάρος.  
Οι στρατιώτες που με αυτοθυσία συμμετείχαν στην αποστολή μπορεί να παγιδεύτηκαν. Δεν ήξεραν λεπτομέρειες για την αποστολή τους. Εξοντώθηκαν ωστόσο για ένα άδειο κιβώτιο. Ο αναγνώστης αναρωτιέται συχνά στις σελίδες του βιβλίου, για τα πως και τα γιατί. Τελικά στη ζωή τίποτε δεν είναι προδιαγεγραμμένο, όσο κι αν είναι σχεδιασμένο, τίποτε δεν κρίνεται απο την αρχή, μάλλον αυτό θέλει να το κάνει σαφές ο Αρης Αλεξάνδρου που με λόγο  χειμαρρώδη, καταιγιστικό, φορτισμένο, λόγο που διακρίνεται απο την προφορικότητα του επιζώντα, καταγράφει τα γεγονότα με κάθε λεπτομέρεια.  Αν αυτοί οι στρατιώτες που ήταν εθελοντές, έχασαν τη ζωή τους για ένα άδειο κιβώτιο, τότε η μεταφορά βρίσκεται εκεί ακριβώς.