Σάββατο, 3 Αυγούστου 2019

ΣΑΣΜΟΣ με άρωμα Κρήτης

Οι λέξεις δεν είναι ποτέ αρκετές για να περιγράψουν τη δυναμική στα συναισθήματα μιας κοινωνίας. Γιατί όσο και να πλησιάζουν πιο κοντά στη δυναμική αυτή, εκείνη περίτεχνα και μαγικά μεταμορφώνεται και αλλάζει διαρκώς, κάνοντας το κυνηγητό των λέξεων  να συνεχίζεται, μεταμορφώνονται κι οι λέξεις με τη σειρά τους για να προσεγγίσουν την αλήθεια, κι ύστερα πάλι τα συναισθήματα όλο και ξεμακραίνουν, ενώ με τη σειρά μας εμείς οι άνθρωποι, αδύναμοι, με τις αναγνώσεις μας  αναζητούμε τις αλήθειες και πάμε όλο και πιο πέρα, πιο βαθιά σε ένα αέναο παιχνίδι που δεν έχει τέλος... 


Όταν πρωτάκουσα τη λέξη "Σασμός" μου ήταν ξένη.  Όχι μόνο γιατί δεν είμαι από την Κρήτη, αλλά μάλλον γιατί ο "Σασμός" είναι μια διαδικασία "εσωτερική", μια διαδικασία που έχει να κάνει  με τα ενδότερα εκείνου που όλοι γνωρίζουμε ως "Βεντέτα".  Ο Σπύρος Πετρουλάκης με το βιβλίο του ανέλαβε ως συγγραφέας και ως κρητικός, να λύσει τα μυστήρια των ψυχών που σκέφτονται με τις λογικές της Βεντέτας.   Σαν μαχαιριά μπήχτηκε μέσα μου η ιστορία του. 

Σαν μαχαιριά που κάνει το αίμα να αναβλύσει βίαια, εντελώς άδικα, όπως το θανατικό ανάμεσα σε οικογένειες, άδικα για να νιάτα που έχουν χαθεί με αυτόν τον τρόπο, στους τόπους αυτούς τους αγαπημένους, τους πνιγμένους με το άρωμα του θυμαριού, της ρίγανης και της τσικουδιάς.  Η "Βεντέτα" ρίζωσε για τα καλά στην Κρήτη από τα αρχαία χρόνια κι έχει γράψει ατέλειωτες ιστορίες στη μαύρη σελίδα της κρητικής κοινωνίας.  Για χάρη αυτού του άγραφου νόμου που απαιτεί την αντεκδίκηση για το κακό που κάποιος προκάλεσε και  συνεπάγεται "διαφύλαξη της τιμής" εκείνου αλλά και της οικογένειάς του, πολλές ψυχές έχουν χαθεί στο βάθος του χρόνου.  

Όμως όπως και στην αρχαία τραγωδία, η αυτοϊαση έρχεται από μέσα από την ίδια την κοινωνία η οποία έχει αυτοτραυματισθεί, μέσω κάποιου ιδιαίτερου ανθρώπου που διαθέτει κύρος και πειθώ και που αναλαμβάνει να μεσολαβήσει σε μια διαφορά προκειμένου να "σιάξει τα πράγματα". Να πετύχει τον πολυπόθητο "Σασμό" που θα τερματίσει μια διαφορά που χάνεται πίσω στο παρελθόν και σε γενιές παλιότερες.

Σε συνταράζει από τις πρώτες σελίδες του ο Σπύρος Πετρουλάκης.  Ένας άνδρας σηκώνει το χέρι του και σημαδεύει.  Επτά πυροβολισμοί ακούγονται αλλά ωχριούν μπροστά στην κραυγή του παιδιού: "Πατέρα...".  Σε άλλη κοινωνία κάποιος θα έψαχνε αλλού τα γιατί της μοιραίας αυτής πράξης.  Στην Κρήτη όμως είναι διαφορετικά.  Ο αναγνώστης του βιβλίου ξέρει από την αρχή ότι δεν πρόκειται για τυχαίο γεγονός.  

Ακολουθούν που παίρνουν τροπή ανεξέλεγκτη. Ακολουθεί δεύτερος θάνατος και αυτή τη φορά είναι γυναίκα.  Κάπως παράταιρο με τη λογική της Βεντέτας, κι αυτό τους μυημένους αναγνώστες κάνει να υποψιαστούν διάφορα.  "Τις γυναίκες και τα κοπέλια δεν τα σκοτώνουν. Αλλού να ψάξετε για το φονιά. Όχι στην Βεντέτα..."

Η συνέχεια γράφεται με το μελάνι του ξεριζωμού όπως συχνά έχει συμβεί σε ανάλογες περιπτώσεις οικογενειών που ξεσπιτώνονται αναζητώντας μια ήρεμη και ασφαλή ζωή.  Μια κόρη με τη μάνα της μέσα σε μια νύχτα εξαφανίζονται από προσώπου γης.  Ένα κλειδί μένει κρεμασμένο στην πρόκα του τοίχου και μια μαντινάδα μένει ημιτελής...


Όρη και θάλασσες, τραγούδια και κατάρες, οργή και χάδι, φιλότιμο και λεβεντιά, όλες οι αντιθέσεις ξεχειλίζουν από τις σελίδες του βιβλίου.  Ένας ατέρμονος κύκλος αίματος συνεχίζεται, οικογένειες ξεκληρίζονται και η παλιά βεντέτα σαν εφιάλτης σκορπά τον τρόμο ανάμεσα σε δυο χωριά της Κρήτης.  Από την ιστορία δεν θα μπορούσε να λείπει ένα ερωτικό πάθος, εγκλωβισμένο στο παρελθόν, γιατί οι αδυναμίες είναι των ανθρώπων και γιατί είναι σύνηθες οι βεντέτες να ξεκινούν ακόμα κι από κάτι απλό, μια ζωοκλοπή ή μια πράξη ζήλιας και να καταλήγουν βυθίζοντας στο πένθος κοινωνίες ολόκληρες.  

Οι χαρακτήρες του Σπύρου Πετρουλάκη είναι αυθεντικοί και ζωντανοί τόσο που νομίζεις ότι θα ακούσεις τα χείλη τους να τραγουδούν τη μαντινάδα που σκαρώνουν, θα πιεις μαζί τους ένα τσάι του βουνού μοσχοβολιστό, ή θα φοβηθείς μαζί τους από τον ήχο ενός όπλου...

Δεν είναι περίπατος στο παράδεισο η ιστορία του Σασμού, να είστε προετοιμασμένοι γι αυτό, αλλά μήπως η ζωή είναι; Είναι όμως ένα ταξίδι με πολλές μυρωδιές και γεύσεις, είναι  ρεαλιστική καθημερινότητα και κυρίως είναι μια ιστορία που αγγίζει τις ανθρώπινες αδυναμίες και τα πάθη κι έναν τόπο δυναμικό κι αγαπημένο της πατρίδας μας, την Κρήτη.  

Από τις Εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2019

Masterclass

Ωδή στην τέχνη, την τελειότητα, την μοναξιά, και σε όσους αφιερώνονται σε υψηλούς στόχους είναι το Masterclass, η παράσταση που βασίζεται στο κείμενο του Terrence McNally, η οποία θεωρήθηκε φέτος, όχι άδικα, ως "η παράσταση της χρονιάς".  Ένας μονόλογος, με πέντε ακόμα άτομα... με σκηνοθετική δόση χιούμορ που ισοσταθμίζει δίκαια τη μελοδραματική χροιά του κειμένου και πολύ προσεκτική ματιά στις λεπτομέρειες.

Το πορτραίτο της Μαρίας Κάλλας είναι μαζί ανθρώπινο και διαβολικό, αυτό δηλαδή που μπορεί να είναι μια Diva μια Divina, ή ένας ημίθεος, που έχει φτιαχτεί από ανθρώπινα υλικά αλλά με το "είναι" του αγγίζει τα ουράνια, φτάνει το τέλειο, και στην κορύφωσή του μας παίρνει μαζί του, μας ανεβάζει ψηλά, μας στροβιλίζει με δύναμη, με τρέλα, με οργή κι ενθουσιασμό μαζί, κι ύστερα σιωπή, όπως στον ουρανό πάλι, απόλυτη σιωπή και ορίζοντας πλατύς.

"Όταν τραγουδάω στη σκηνή δεν είμαι χοντρή. Δεν είμαι άσχημη. Δεν είμαι η γυναίκα ενός γέρου. Είμαι η Κάλλας, είμαι όλα όσα ήθελα να γίνω" λέει, κατα τον MacNaly, στον σύζυγό της Μπατίστα Μενεγκίνι χωρίς αιδώ, χωρίς δισταγμούς και μάχεται ταυτόχρονα με τους δαίμονές της και κυρίως αυτούς της παιδικής της ηλικίας, τη μητέρα της, την αδελφή της, όλους όσους δεν την πίστεψαν, τη ζήλεψαν και την ανταγωνίστηκαν.  

Η δίψα της για τη ζωή και για την αγάπη που στερήθηκε, περιγράφεται εξαιρετικά στο κείμενο του συγγραφέα που δίνει από την πλευρά του κι αυτός τη δική του μάχη με το ιερό τέρας, αφού από το ξεκίνημα ήδη μας δείχνει το πρόσωπο μιας ιδιότροπης, απαιτητικής, κακότροπης και εν γένει αντιπαθητικής περσόνας. Σταδιακά ωστόσο η εικόνα αυτή αναδιαμορφώνεται, στοιχεία για τη ζωή της μεγάλης πρωταγωνίστριας της όπερας εισβάλουν στο χώρο της αίθουσας όπου παραδίδει σεμινάρια φωνητικής, στο ονομαστό Julliard School της Νέας Υόρκης (1971), και ταυτόχρονα με τους λαρυγγισμούς των σπουδαστών, ταξιδεύει κι εκείνη αντίστοιχα στα μεγάλα θέατρα του κόσμου όπου η ίδια τραγούδησε τις άριες.  Μαζί της ταξιδεύουμε κι εμείς, το ταξίδι αυτό είναι μαγευτικό, δεν σε αφήνει καμιά στιγμή ήσυχο, μόνο η αυστηρότητα προς τους μαθητές της μας επαναφέρει, μας προσγειώνει κι ύστερα μας ξανασηκώνει στα ουράνια.

Σε αυτό το συνεχές ανεβοκατέβασμα η αγάπη της Κάλλας για τη ζωή δεν συναντήθηκε ποτέ με την αγάπη της για την τέχνη.  Κάποια στιγμή και η ίδια συνειδητοποιεί οτι τραγουδάει ερωτικά τραγούδια για κάποιον που δεν του αρέσει καν η όπερα. "Είναι πολύ αστείο αν το σκεφτείς Αρη", λέει.

Η λαμπερή Μαρία Ναυπλιώτου που υποδύεται την μεγάλη σοπράνο βγάζει ένα πανεπιστήμιο με το ρόλο αυτό.  Μετά το Masterclass, όλοι οι επόμενοι ρόλοι ίσως να της φανούν απλοί.  Και καταφέρει πολύ καλά να γίνει ο καθρέφτης της μεγάλης Ντίβας -με χαρακτηριστικά Μήδειας- πάνω στη σκηνή του θεάτρου Μικρό Χόρν.  Μια γυναίκα δυναμική, μια θεά, εγκλωβισμένη στις τεράστιες δυνατότητές της, στην απόλυτη κομψότητα, μια γυναίκα που δεν στερήθηκε τα διαμάντια, τα βελούδα, τη δημόσια αποδοχή και το χειροκρότημα, είναι η γυναίκα θύμα και θύτης ταυτόχρονα, η γυναίκα που περιμένει μάταια από τη φύση της να της δώσει όσα δικαιωματικά θα της ανήκαν, ένα παιδί και μια ζωή με αγάπη.   Δεν μπορεί να τα διδάξει όλα αυτά στους μαθητές της, τους μαθαίνει την υποταγή στον συνθέτη, την κυριαρχία της τέχνης, αλλά τους μαλώνει γιατί δεν επενδύουν τη μουσική με πραγματικό συναίσθημα, τους κοιτάζει ωστόσο αποσβολωμένη όταν προσπαθούν να βγάλουν μια σωστή νότα και τους ξεκαθαρίζει: "αυτό που ψάχνουμε δεν είναι μια νότα... Ψάχνουμε τον  πόνο μιας μαχαιριάς".  Τους λέει στην ουσία να κάνουν τέχνη την ίδια τους τη ζωή, αν και η ίδια , την περίοδο στην οποία αναφέρεται η ιστορία, έχει αρχίσει να χάνει τη φωνή της...

Εγωιστική και ταυτόχρονα τρωτή, συμπεριφέρεται συχνά φθονερά κι απότομα στους σπουδαστές γιατί εκείνοι μπορούν να τραγουδήσουν ενώ εκείνη πλέον είναι στη δύση της, είναι την περίοδο που ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής στο θέατρο La Scala την απέλυσε, κι εκείνη έχει μείνει μόνη στη ζωή, χωρίς την τέχνη της... Αναπολεί τις στιγμές του μεγάλου έρωτα με τον Αριστοτέλη Ωνάση, της ασκητικής μαθητείας της με την Elvira de Hidalgo, της αναγκαστικής συμβίωσης με την γερμανική κατοχή στην Ελλάδα, τις δυσχέρειες, τους συμβιβασμούς, τις στερήσεις, την υπερπροσπάθεια να αποκτήσει την εικόνα που έπρεπε να έχει και φτάνει στην τελευταία της παράσταση, ως το γιουχάισμα στην Metropolitan Opera και τα κακεντρεχή σχόλια που ακολούθησαν για την θεϊκή φωνή που χάθηκε και για την ματαιοδοξία της καλλιτέχνιδας.

Η σκηνοθετική ματιά του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου στο Masterclass -σε μετάφραση Στρατή Πασχάλη- είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, έχει την απαραίτητη δόση χιούμορ στη σκηνή που ισορροπεί κάπως τον μελοδραματικό χαρακτήρα του έργου, είναι αρκετά αφαιρετική πράγμα που κάνει την υποκριτική ακόμη πιο επιβλητική, ο ρυθμός είναι διαρκώς παρών και διαπερνάει τη σκηνή και τους θεατές που απολαμβάνουν γνωστές άριες απο τις σοπράνο Βάσια Ζαχαροπούλου και Λητώ Μεσσήνη και τον τενόρο Νικόλα Μαραζιώτη   (απο την "Υπνοβάτιδα¨" του Μπελίνι, την "Τόσκα" του Πουτσίνι, τη "Λαίδη Μάκβεθ" του Βερντι) και οι χαρακτήρες των σπουδαστών είναι αυτό που πρέπει να είναι, δηλαδή φοιτητές με όνειρα αλλά χωρίς την τραγικότητα που επιβάλει η τέχνη, ενίοτε γκροτέσκοι, λίγο υπερβολικοί και κάπως αστείοι, ίσως και λίγο "ψώνια" όπως θα έλεγαν μερικοί συμφοιτητές τους. Σίγουρα πάντως είναι απόλαυση για το κοινό.

Το έργο έχει παιχθεί αρκετές φορές στην Αμερική με επιτυχία.   Ο Terrence McNally έχει "πιάσει" τον ιδιότροπο χαρακτήρα της Μαρίας Κάλλας (για τους παλιότερους και για  όσους έχουν διαβάσει και δει ντοκυμαντέρ είναι γνωστό) αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι για τα υπόλοιπα πρόσωπα που αναφέρονται έχει την απόλυτα καθαρή εικόνα, ή πιθανόν χρησιμοποίησε μια μόνον πτυχή τους...  Σημασία όμως εδώ έχει η Ελληνίδα Diva, της οποίας περιγράφει μια εξαιρετικά ευάλωτη εκδοχή, καθώς γνώρισε τον απόλυτο καλλιτεχνικό θρίαμβο, αλλά έφτασε ως την αυτοκαταστροφή.  Την τελευταία φορά που έργο του συγγραφέα, είχε ανέβει στην Αθήνα, ήταν τότε με το Corpus Christi που τάραξε τα νερά και θεωρήθηκε βλάσφημος από την Ιερά Σύνοδο.



Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2018

Η Ρένα η Σμυρνιά κάτι έχει να μας πει

Αξίζει μια βαθειά υπόκλιση απο την πλευρά του θεατή, που λαμβάνει το μήνυμα της παράστασης που σκηνοθέτησε η Νικαίτη Κοντούρη στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.  Η ιστορία της Ρένας, της περσόνας που δημιούργησε ο Αύγουστος Κορτώ είναι "γεμάτη" απο στιγμές που τις απολαμβάνεις στη σκηνή, ή τις διαβάζεις στις σελίδες, αλλά και τόσες άλλες που τις φαντάζεσαι, τις έχεις μέσα σου, γιατί υπήρξαν, συνέβησαν, δεν χάθηκαν, ανήκουν στο παρελθόν, στη ζωή και στον άνθρωπο.
Η Ρένα η Σμυρνιά δεν είναι μια ξεπεσμένη ξεμωραμένη πόρνη, είναι μια περσόνα που μας δίνει ένα μεγάλο μάθημα για τη ζωή. Αντλεί το κουράγιο της απο τα δύσκολα και επιστρατεύει το χιούμορ της και τη θετική της ματιά, για να αντιμετωπίσει την καταστροφή. Πρόκειται για την ιστορία μιας πόρνης, αλλά με κάποιο μαγικό τρόπο σε κάνει να σκέφτεσαι με απλότητα και ανθρωπιά, τα μεγάλα ζητήματα που απασχόλησαν τη χώρα και τους έλληνες.  Πώς βιώθηκε η Μικρασιατική Καταστροφή; Πόσο καλύτεροι γίναμε με τους Πολέμους που σημάδεψαν τον αιώνα που πέρασε; Χρησίμεψαν στον άνθρωπο; Τί πληγές άφησε στην κοινωνία μας η μαύρη περίοδος που ακολούθησε;  Κάναμε καλά που "πιστέψαμε" με πάθος;  Παραμένουμε οι ίδιοι έλληνες, οι φιλόξενοι, εκείνοι με τις καρδιές τις ανοιχτές, με το χαμόγελο το πλατύ, με την πόρτα την ανοιχτή, έτοιμοι να συνεχίσουμε να ζούμε με αισιοδοξία κοιτώντας μπροστά;

Η Ρένα  δεν είναι πια μόνο του Αύγουστου Κορτώ. Είναι και της Νικαίτης Κοντούρη και είναι και δική μας.  Ένα πρόσωπο που ενώ φαινομενικά δείχνει ακραίο, λόγω της ιδιότητάς της -έχει βγει στο κλαρί απο τα γεννοφάσκια της- είναι τόσο απλό και κοντινό μας, τόσο προσβάσιμο, τόσο "ίδιο" με όλους μας, όσο και οι μνήμες που την συνοδεύουν.    Είναι η ίδια η Ελλάδα, που ποτέ δεν έπεσε στα χέρια του Γερμανού ή του Ιταλού όπως λέει η ίδια η Ρένα, που μπορεί να ήταν μια εταίρα αλλά ζούσε με αξιοπρέπεια, περηφάνεια, είναι η Ελλάδα που ερωτεύεται , που παθιάζεται, που τραγουδάει, που ενώνει, που σπέρνει θανατικό στην καταστροφή της, κι ύστερα παλι απολαμβάνει έναν ελληνικό καφέ απο ένα μπαλκόνι.  Αυτή είναι.


Σήμερα η Ρένα μας μιλά απο το σανίδι χαμογελαστή, οι μνήμες είναι η συντροφιά της , δεν έγιναν η μιζέρια της κι αυτό είναι το μεγαλείο στο μήνυμα της Νικαίτης Κοντούρη.   Η Ρένα γριά πια, χαίρεται για όσα έζησε και  κοιτάζει ακόμα μπροστά.  Εγκωμιάζει τον έρωτα, την αγάπη και κοιτάζει το μέλλον με αισιοδοξία.  Μιλάει σε τρεις νεαρούς στο περιθώριο της του Athens Pride Parade.

Η σκηνοθέτης κλείνει το μάτι στο ετερόκλητο κοινό, ξεπερνώντας τις αγκυλώσεις που μπορεί να αιστανθεί ενδεχομένως ο χρυσαυγίτης που "ενοχλείται" που θα ακούσει για τα "επιτεύγματα" του φασισμού,  ή ο καθωσπρέπει κύριος που "δεν θέλει να ξέρει" τι συμβαίνει στο "σπίτι" που στεγάζεται στο ημιυπόγειο με της απέναντι πολυκατοικίας.  Ζητάει απο το κοινό της νά κάνει το ίδιο. Δηλαδή να ξεπεράσει τις αγκυλώσεις και να φτάσει στην ουσία του ανθρώπου και της ζωής.  Μήπως αυτό δεν είναι το ζητούμενο;   Μα τί άλλο να ζητήσει κανείς απο το θέατρο, αν όχι αυτό;



Εξαιρετική η Υρώ Μανέ στο ρόλο της Ρένας. Πλαισιώνεται απο τους ταλαντούχους Αγη Εμμανουήλ, Κωνσταντίνο Φάμη και Μιχάλη Αβρατόγλου. Τα σκηνικά και τα κοστούμια έκανε ο Κ. Ζαμάνης.  Την εξαιρετική μουσική που παίζεται επι σκηνής υπογράφει ο Π. Τσεβάς, τους φωτισμούς η Στέλλα Κάλτσου, την επιμέλεια της κίνησης η Φ.Κορρού.  Να μην το χάσετε, να το δείτε Δευτέρα και Τρίτη στις 20.30.

Πιάνεις χώμα, χρυσάφι γίνεται...


Είναι εκείνη η οικογένεια που ήρθε από μακριά και μένει σε μια παλιά μονοκατοικία λίγο πιο κάτω, ή ίσως σε ένα πρόχειρο παράπηγμα. Είναι αυτοί που ταξίδεψαν ώρες και μέρες για να φτάσουν εδώ.  Τώρα η γυναίκα μπαινοβγαίνει από τα χαράματα, σφουγγαρίζει και σιδερώνει σε δυο-τρια σπίτια της γειτονιάς και σε ένα μικρό ξενοδοχείο.  Τα γειτονόπουλα είδαν στην αρχή τα παιδιά της με μισό μάτι, επειδή μιλούσαν άλλη γλώσσα, μια ακαταλαβίστικη και κυκλοφορούσαν όλο με τα ίδια ρούχα.  Τώρα είναι συμμαθητές. Τα παιδιά προσαρμόζονται εύκολα και μαθαίνουν γρήγορα.  Είναι αυτοί που έκαναν όνειρα για μια νέα πατρίδα. Αυτοί που είναι έτοιμοι να αλλάξουν θρησκεία, όνομα, επάγγελμα για να ξεκινήσουν από το μηδέν, και  να κερδίσουν μια νέα ζωή. Άνθρωποι ζωντανοί, με βλέμμα καθαρό, περήφανο κι αθώο ταυτόχρονα. 

Οι άνθρωποι που περιγράφει η Χριστίνα Φραγκεσκάκη συγκινούν.  Δεν ξεχνούν από πού ξεκίνησαν, αλλά αγωνίζονται από τα χαμηλά με σκέψη αγνή και κορμιά ταλαιπωρημένα.  Το «Πιάνεις χώμα» είναι ένα ευκολοδιάβαστο αφήγημα που μπαίνει βαθειά σε μια από τις ιστορίες που έχουμε ζήσει όλοι κάπου γύρω στον περίγυρό μας. 

Μια μάνα με δυο γιους, αφήνει κόρη και άνδρα στο χωριό -κάπου στην Αλβανία καταλαβαίνουμε από την περιγραφή- και καταφτάνουν μετά από πρόσκληση ενός θείου σε κάποιο ελληνικό νησί –στην πορεία της ανάγνωσης ανακαλύπτουμε ότι είναι η Ρόδος-  αναζητώντας την ελευθερία και διεκδικώντας μια καλή ζωή.  Στο μεταξύ, έχουν χάσει το «μαζί».  Η κόρη για να σπουδάσει γιατρός χρειάζεται να της στέλνουν χρήματα κι ο πατέρας, μαθηματικός, δεν αντέχει ψυχολογικά να ξεκινήσει από την αρχή, δεν του επιτρέπει η περηφάνια του να γίνει χαμάλης σε αυτή την ηλικία.  Η δυνατή Ευγενία όμως –που ενσαρκώνει το στερεότυπο της γυναίκας-βραχου που στηρίζει όλο το οικογενειακό οικοδόμημα-  αναλαμβάνει να «βγάλει το φίδι από την τρύπα» και ξενιτεύεται έχοντας για στήριγμά της το μεγάλο γιό και για  ελπίδα το μικρό, έναν πιτσιρικά εύστροφο, προσαρμοστικό, και τρυφερό. 

Ένας θειος της τους είχε πει ότι θα συναντούσαν ένα μέρος σαν τη Γη της Επαγγελίας, όμως οι θυσίες που πρέπει να κάνουν είναι συνεχείς.  Η Ευγενία στη χώρα της ήταν εκπαιδευτικός μα τώρα σφουγγαρίζει σκάλες και τουαλέτες, ή σιδερώνει σε σπίτια.  Ο μεγάλος γιός ονειρεύεται αλλά είναι προσγειωμένος και δουλεύει ως «ντελιβεράς» σε πιτσαρία. Ο μικρός νοιώθει ότι υστερεί έναντι των συμμαθητών του, αγωνίζεται να γράψει και να διαβάσει, να μάθει σωστά τη γλώσσα και παλεύει να συνηθίσει και το καινούργιο του όνομα. Ο μικρός Ανδρέας πιστεύει στη μαγική δύναμη και τον ήχο των λέξεων, όπως πιστεύει ότι το γυαλιστερό του ποδήλατο, δώρο του αδελφού του με τα πρώτα του χρήματα από τη δουλειά, θα τον ταξιδέψει παντού για να γνωρίσει τον κόσμο.  Όλα γύρω τους είναι καινούργια.  Οι φωτισμένοι δρόμοι , τα μαγαζιά, τα καράβια που μπαινοβγαίνουν στο λιμάνι.  Καινούργιο είναι και το συναίσθημα της απώλειας μιας οικογένειας χωρισμένης στα δυό, τραυματισμένης…

Το αφήγημα χωρίζεται σε δυο μέρη. Το Πριν και το Μετά. Απαρτίζεται από μικρά κεφάλαια όπου οι αφηγήσεις της Ευγενίας εναλλάσσονται με τις αφηγήσεις του μικρού Ανδρέα.  Κάποια στιγμή ο μαθηματικός σύζυγος, Αγκρόν Πρέντσε, έρχεται στην Ελλάδα.  Κάνει μια προσπάθεια να ενταχθεί, του έχουν λείψει οι δικοί του, μα η προσαρμογή είναι δύσκολη όταν δεν μιλάς τη γλώσσα ενός τόπου. Γίνεται ο τρίτος αφηγητής της ιστορίας, αν και δεν ευλογήθηκε να ζήσει για πολύ στο νέο τόπο του.  Ο μικρός του «συστήνει» το περιβάλλον της νέας τους πατρίδας, τον ξεναγεί, του δείχνει στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, τα ψηλά βουνά.  Εκείνος θυμάται το χωριό τους, την πατρίδα τους, τη ζωή που έχασαν, αντιστέκεται, η νοσταλγία δεν τον αφήνει να δεχθεί την αλλαγή.  Ο Ανδρέας του δείχνει όλα αυτά που έχει μάθει, τον τόπο που έχει αρχίσει να γνωρίζει και που τώρα γίνεται σιγά-σιγά ο δικός του τόπος…  Όσο ο πατέρας του παραμένει «ξένος» εκείνος επιμένει… Δείχνει στον αμίλητο πατέρα του όλα όσα τον περιστοιχίζουν.  Μια μέρα του δείχνει απέναντι, τα βουνά της Μικράς Ασίας.  Εύστοχα επιμένει και ο μικρός, εύστοχα επιμένει και η συγγραφέας του βιβλίου, Χριστίνα Φραγκεσκάκη. Ανήκουν κι εκείνα τα βουνά στις χαμένες πατρίδες…

Πριν γίνει Ανδρέας, ο Gezim, το bullying δεν το αποκαλούσαμε έτσι.  Υπήρχε όμως και είχε στόχο πάντοτε τους αδύναμους.  Τώρα το τετράδιό του έχει γεμίσει με καινούργιες λέξεις και προχωράει καλά.  Γίνεται καλός μαθητής, ανταγωνίζεται επάξια τους άλλους. Μπαίνει στην εφηβεία. Τώρα τον αποδέχονται και όταν παίζουν ποδόσφαιρο.  Κάποτε μπορεί να κρατάει και την ελληνική σημαία ως άριστος ο Ανδρέας, αλλά σίγουρα τότε μπορεί να θυμηθούν ορισμένοι ότι λέγεται Gezim.  Ήρθε όμως με πολλές ελπίδες σε μια πατρίδα που  όταν έχεις ικανότητες, όταν δουλέψεις σκληρά, «Πιάνεις χώμα και γίνεται χρυσάφι…»

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

Ο Αχμέτ Αλτάν και το Οθωμανικό Κουαρτέτο


Μέσα από τα κάγκελα της φυλακής Silivri έξω από την Κωνσταντινούπολη, θα μας περιγράφει πλέον οριστικά ο Ahmet Altan τις μέρες της ζοφερής Ιστορίας της Τουρκίας. Η συλλογή του κυκλοφορεί σε λίγο σε ολόκληρη την Ευρώπη, ενώ επικυρώθηκε η απόφαση για ισόβια κάθειρξη επειδή έστελνε «υποσυνείδητα» μηνύματα με τα κείμενά του και τις δημόσιες εμφανίσεις του, στους πολίτες που σχεδίαζαν την ανατροπή της κυβέρνησης με την απόπειρα πραξικοπήματος το 2016.  

Μολονότι το ανώτατο δικαστήριο της Τουρκίας είχε αποφανθεί ότι «Δεν θα μπορούσε κανένας να συλληφθεί με τέτοια στοιχεία» οι εισαγγελείς επέμειναν ότι οι κατηγορούμενοι –τρεις μαζί με τον συγγραφέα και δημοσιογράφο- με τα «υποσυνείδητα» μηνύματά τους υπονόμευσαν την κυβέρνηση.  Δεν είναι δύσκολο να κατηγορήσει κανείς ένα συγγραφέα με μια τέτοια έωλη κατηγορία και βεβαίως εδώ τίθεται και πάλι το καυτό ερώτημα για το ρόλο της λογοτεχνίας, τα όριά της, την διείσδυσή της στα κοινωνικά στρώματα, παντού στον κόσμο αλλά κυρίως σε περιοχές όπου τα καθεστώτα την λογοκρίνουν, ή την έχουν στο στόχαστρο.  Φυσικά ακολουθεί διεθνής κατακραυγή.  Πρόκειται για κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ελευθερίας του Τύπου.

Ο ίδιος ο Ahmet Altan δεν μασάει τα λόγια του, όταν μιλάει για το «δηλητήριο της εξουσίας» των κατά καιρούς σουλτάνων.  Από το 2013 που επέστρεψε στη μυθιστοριογραφία με το Endgame μετά από παύση πέντε ετών, βοήθησε όσο μπορούσε τους επικριτές του να στηρίξουν τις κατηγορίες τους. «Όταν ζεις σε μια χώρα όπως τη Τουρκία, περιστασιακά βρίσκεσαι να κάνεις μια επιλογή, ανάμεσα στο γράψιμο μυθιστορημάτων και τη συμμετοχή σε ιστορίες αναζήτησης μιας λύσης που θα σταματήσει την ταλαιπωρία του λαού... Δεν είναι εύκολο να γυρίσεις την πλάτη σου στα δεινά των ανθρώπων. Γι αυτό κάνεις δημοσιογραφία.  Αλλά είμαι πιο ευτυχισμένος όταν γράφω μυθιστορήματα.  Αν ήταν δυνατόν, θα έγραφα μυθιστορήματα χωρίς διακοπή».

Η Granta έχει ήδη πάρει τα δικαιώματα να κυκλοφορήσει την αγγλική έκδοση της συλλογής του Αλτάν Μεχμέτ τον Μάρτιο του 2019.  Ο ηχηρός τίτλος της συλλογής αντικατοπτρίζει την εκτίμησή του για τις προοπτικές στη χώρα του: «Δεν μπορείτε να προβλέψετε τι μπορεί να συμβεί σε ένα μέρος όπου ο νόμος δεν υπάρχει», είπε ο ίδιος σχολιάζοντας ότι με την πρόσφατη απόφαση, ενδέχεται πλέον να τελειώσει τη ζωή του στη φυλακή.   Αφού θα ξοδεύω το χρόνο μου στη φυλακή θα ονειρεύομαι, θα σκέφτομαι και θα γράφω.  Δεν είναι τόσο επείγουσα η ερώτηση για το αν και το πότε θα απελευθερωθώ».

Ο Εκδότης Sandro Ferri συνιδρυτής του Edizioni E/O  στην Ιταλία καθώς και οι αγγλικές εκδόσεις Europa  (με έδρα τη Ν.Υόρκη και το Λονδίνο) υπέγραψαν συμφωνία μαζί του πριν την τελική απόφαση της φυλάκισής του, να δημοσιεύσουν στα ιταλικά και τα αγγλικά τα ιστορικά μυθιστορήματα γνωστά ως Οθωμανικό Κουαρτέτο. Ο ίδιος ο συγγραφέας λέει ότι κατά την έρευνά του, το σχεδίασε ως τετραλογία για να μπορέσει να δείξει την πολιτιστική διαφοροποίηση και τις εσωτερικές συγκρούσεις μέσα σε μια οικογένεια της Τουρκίας καθώς η αυτοκρατορία κατέρρεε. Ξεκινάει με την επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908 με άφθονα και ακριβή στοιχεία για μέλη της οικογένειας του ίδιου.  Περιγράφει την Κωνσταντινούπολη από τις αρχές του αιώνα, τόσο όμορφη όσο και διεφθαρμένη και φθάνει στο σήμερα με τον επαναπατρισμό του πρωταγωνιστή του σε μια πόλη που έχει αλλάξει...

 Ήδη o Ferri πουλάει τα μεταφραστικά δικαιώματα σε άλλες γλώσσες.  Ο πρώτος τόμος του Κουαρτέτου το «Σαν μια βαθειά πληγή από οθωμανικό σπαθί» θα κυκλοφορήσει μέσα στο μήνα Οκτώβριο (μια περιδιάβαση σε Κωνσταντινούπολη, Παρίσι, Θεσσαλονίκη πριν από τον Πρώτο Πόλεμο).  Θα ακολουθήσουν η «Αγάπη στις μέρες της εξέγερσης» και το «Ο Θάνατος είναι πιο εύκολος από την Αγάπη»

Ο Αχμέτ Αλτάν δε νοιάζεται για τη μόδα στη λογοτεχνία. Είναι οπαδός της δοκιμασμένης κλασσικής συνταγής, ότι το κύριο θέμα στη λογοτεχνία είναι οι άνθρωποι και οι ζωή τους. Στις ιστορίες του περιγράφει τα συγκρουόμενα συναισθήματα ανδρών και γυναικών, τη δύναμη τους, την απελπισία τους, τους αγώνες τους.  Στα κομμάτια της Ιστορίας που περιγράφει ανακαλύπτει κοινά σημεία.  «Η ισχύς είναι δηλητηριώδης παντού» σχολιάζει και λέει ότι η χώρα του, η Τουρκία δεν είναι σε θέση να παράγει ένα αντίδοτο στο δηλητήριο της εξουσίας, γιατί αυτό που συνέβη πριν από έναν αιώνα επαναλαμβάνεται.  «Όλοι όσοι έρχονται στην εξουσία με την υπόσχεση της καταπολέμησης της τυραννίας και την καταπίεσης μετατρέπονται σε τύραννο εγκαίρως, σαν μια μόνιμη επιθυμία των πολιτικών της χώρας «να γίνει κανείς Σουλτάνος» που δεν παύει ποτέ»

Ο συγγραφέας δεν δείχνει να εκφοβίζεται.  Ο ιστότοπός του αναφέρει με βεβαιότητα ότι ο τελικός τόμος του Οθωμανικού Κουρατέτου έχει οριστεί το 1915 και διηγείται τις ιστορίες της γενοκτονίας των Αρμενίων, γεγονός που οδήγησε στο να κατηγορηθεί από τις Αρχές και για «προσβολή της τουρκικότητας»...  Θεωρεί ότι η καλύτερη αφήγηση του σκοτεινού κι αιματηρού προσώπου της ιστορίας βρίσκεται στη λογοτεχνία.  «Η λογοτεχνία, όχι μόνο μας δίνει την ιστορική αλήθεια, αλλά και μας δίνει τη δυνατότητα να διαμορφώσουμε συναισθηματικό δεσμό με αυτό που συνέβη στην Ιστορία, μας επιτρέπει να φέρουμε μέσα στα σημάδια των γεγονότων του παρελθόντος.  Ο ψυχικός τρόμος που νιώθει κάποιος όταν διαβάζει τα συναισθήματα μιας γυναίκας που παρακολουθεί το θάνατο του παιδιού είναι πιο βαθειά από την αντίδραση κάποιου στο άκουσμα της είδησης ότι «ένα εκατομμύριο άνθρωποι σκοτώθηκαν».