Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2018

Το Βλεμμα του Αποχαιρετισμού

Ο Ross Macdonald (είναι ψευδώνυμο του αμερικανοκαναδού συγγραφέα Kenneth Millar) έγινε γνωστός από τις ιστορίες που πρωταγωνιστή του Lew Archer, ενός δαιμόνιου ντετέκτιβ που έδρασε στη Νότια Καλιφόρνια και εξιχνίασε πολλά εγκλήματα από το 1940.  Συγκαταλέγεται στους σπουδαιότερους Αμερικανούς συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας και ο ήρωας του, οποίος ενσαρκώθηκε με πολύ ανθρώπινο τρόπο στη μεγάλη οθόνη από τον Paul Newman, αγαπήθηκε πολύ.

Τον ιδιωτικό ντέτεκτιβ Lew Archer.  τον ξανασυναντάμε  στο ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ  που κυκλοφόρησε φέτος για πρώτη φορά στα ελληνικά, από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ, μια ιστορία περίπλοκη, ακόμη και για τους λάτρεις του αστυνομικού μυθιστορήματος, με πλοκή ευρηματική και ανατροπές.  Παιδί χωρισμένων γονιών ο ίδιος ο συγγραφέας, μεγαλωμένος από τη μητέρα του και την οικογένειά της στον Καναδά, παντρεύτηκε την συγγραφέα Margaret Sturm με την οποία επιστρέφει στην Καλιφόρνια όπου και γράφει αρχικά εύπεπτες αστυνομικές ιστορίες σε περιοδικά.  Σιγά-σιγά ωστόσο ως το 1983 που πέθανε, κατάφερε να δώσει στο μυθιστόρημα του αμερικανικού εγκλήματος ένα ψυχολογικό βάθος και ένα είδος ηθικής πολυπλοκότητας που οι προκάτοχοί του Raymond Chandler και Dashiel Hammet , κορυφαίοι στην αστυνομική λογοτεχνία του περασμένου αιώνα, είχαν απλά υπαινιχθεί.   


Στο Βλέμμα του Αποχαιρετισμού, ένα παιδί με βαθιά ψυχολογικά τραύματα βρίσκεται στο επίκεντρο της ιστορίας κι αυτό δεν είναι ίσως ξεκομμένο από την προσωπική διαδρομή και τα βιώματα του συγγραφέα.  Είναι παιδί με τραυματισμένη ψυχή λόγω οικογενειακής κατάστασης.   Η παράξενη διάρρηξη μιας χρυσής κασέλας με επιστολές απο τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, από την έπαυλη του Λάρι και της Αϊρίν Τσάλμερς βρίσκεται στην άκρη του νήματος που οδηγεί την ιστορία.  Το ζευγάρι Τσάλμερς αρνείται να καλέσει την αστυνομία.  Ισχυρίζονται σιωπηρά ότι ο λόγος είναι πως υποψιάζονται ότι ο Νικ, ο νεαρός γιος τους, εμπλέκεται στην υπόθεση.  Αρχικά φαίνεται λογικό. 


Ο δικηγόρος της οικογένειας Τζον Τράτγουελ ζητά απο τον ιδιωτικό ντέτεκτιβ Lew Archer να διαλευκάνει το μυστήριο.  Αυτός σύντομα συνειδητοποιεί ότι η υπόθεση δεν αφορά απλώς μερικά κλεμμένα γράμματα καθώς το πτώμα ενός συνεργάτη του Νικ γίνεται μοχλός για νέες αποκαλύψεις.   Η δολοφονία όμως αυτή δεν είναι η μοναδική στην ιστορία. Το παζλ συμπληρώνεται από μια απαγωγή που συνέβη πολλά χρόνια πριν, καθώς και απο τη ληστεία μιας τράπεζας.  


Ένα περίστροφο τέλος που χρησιμοποιήθηκε σε τρεις δολοφονίες, δένει την υπόθεση και δικαιολογεί τη φήμη του ιδιωτικού ντετέκτιβ Lew Archer ο οποίος αρχικά είχε κάνει την εμφάνιση του σε ένα διήγημα του 1946 με τίτλο Find the Womman που δημοσιεύθηκε σε αμερικανικό περιοδικό.  Από τότε ακολούθησαν καμιά εικοσαριά άλλα τέτοια που το αναγνωστικό κοινό λάτρεψε.

Με τον κεντρικό του χαρακτήρα ο Macdonald επαναπροσδιόρισε την ανάμειξη του ιδιωτικού "ματιού" στην αστυνομική έρευνα, σαν να έκανε κτήμα όλων των αναγνωστών του τη συνείδηση που περπατά στα ύπουλα σύνορα μεταξύ εγκληματικής ενοχής και ανθρώπινης αμαρτίας. 


Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2018

Η ωραία της Νύχτας και η ζωή μετά το φόνο


Κι όμως, μετά το φόνο υπάρχει ζωή, κι ύστερα, μπορεί να υπάρξει πάλι φόνος κι έτσι μια σύγχρονη ανθρώπινη τραγωδία αναπαράγεται από γενιά σε γενιά, φτάνει να υπάρχει κάποιος να την αφηγηθεί, να τη ζήσει με το δικό του τρόπο και να μας την μεταφέρει.

Μαζί με μια μεθυστική εσάνς από νυχτολούλουδο, μας μεταφέρει τα συναισθήματα δυο γυναικών και μαζί, ένα σωρό οικογενειακά μυστικά.  Αυτές οι δυο γυναίκες βρίσκονται στο επίκεντρο της ιστορίας του βιβλίου της Ελένης Γκίκα «Η ωραία της νύχτας», κείμενο δύσκολο μα την αλήθεια, μιας και η υπόθεση που πραγματεύεται είναι μια ιστορία σκοτεινή μα πραγματική, όχι πολύ μακριά από το σήμερα, γραμμένο για αναγνώστες κάπως εξασκημένους.

Οι δυο κεντρικοί χαρακτήρες ξεδιπλώνονται στο χαρτί του τρίτου προσώπου του βιβλίου, μιας ακόμα γυναίκας που εκτελεί χρέη αφηγητή και αναλαμβάνει να διερευνήσει τα αίτια ενός φονικού μα πολύ γρήγορα θα σκοντάψει σε ένα δεύτερο παλιότερο φόνο.  Γράφει την ιστορία της, κάθε βράδυ, σε ένα δροσερό παραμυθένιο κήπο, πολύ κοντά με την ηρωίδα της, μα ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Ερωτική αντιζηλία ήταν η ρίζα του κακού.  

Μια 26χρονη γυναίκα έχει σκοτώσει τη σύζυγο του εραστή της μπροστά στα δυο της παιδιά και στα δυο του θύματος.  Η 26χρονη όμως, είναι η εγγονή μιας άλλης μυθικής γυναίκας, η οποία, έχοντας βιώσει πολύ δύσκολα παιδιά χρόνια, στον ίδιο τόπο, αφού πρώτα δοκιμάστηκε έφτασε στα όριά της και έκαψε ζωντανό τον σύζυγό της, που την κακοποιούσε. 
Ο τόπος είναι ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες του βιβλίου, ένας πρωταγωνιστής, λειτουργεί ως συνεκτικός κρίκος στην πλοκή της ιστορίας.  Το Κορωπί είναι ο ένας από τους δυο κοινούς παρονομαστές των δυο φονικών  -ο άλλος είναι η οικογένεια, η συγγενική σχέση-  και μέσα σε ένα ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό τοπίο, σε καταπράσινους κήπους με λουλούδια και βοτάνια κάθε είδους και γήινες μυρωδιές, γίνεται μια κατάδυση συνεχής ανάμεσα στο συνειδητό και το υποσυνείδητο των προσώπων της ιστορίας, μα και των προγόνων τους. Η κληρονομικότητα δεν αναφέρεται με καθαρά λόγια μα είναι παρούσα και βαριά.  Εκείνη, «το κορίτσι που το είπαν φόνισσα» μας μιλάει ανενδοίαστα σε πρώτο πρόσωπο χωρίς να απολογείται καθόλου, εξηγώντας τον σαρωτικό της έρωτα για τον  αναποφάσιστο άνδρα με τις δυο γυναίκες και δυο οικογένειες... Σε πρώτο πρόσωπο μας μιλάει και η πονεμένη Ελένη, η γιαγιά της 26χρονης, εκείνη που βιάσθηκε για χρόνια από το αφεντικό της μέχρι που ατιμασμένη την ανάγκασαν να τον παντρευτεί, εκείνη που όταν μέσα της πήρε τη μεγάλη απόφαση να προβεί στη μοιραία κίνηση, έζησε εκείνη τη μέρα της σαν όλες τις άλλες, με υπομονή, όπως έκανε σε όλη της τη ζωή, με απόλυτη συνείδηση και σθένος. 

Η συγγραφέας δεν περιγράφει ούτε τη μία , ούτε την άλλη ως ψυχρή και στυγνή δολοφόνο. Περιγράφει τα γεγονότα που οδήγησαν στους φόνους, όμως καταδύεται βαθειά στις ψυχές τους, διερευνά τις καλές τους πλευρές, αναζητώντας τις λέξεις που αντιστοιχούν στην πλευρά τους την ανθρώπινη, την πονετική.  Η Ελένη Γκίκα δείχνει τον άνθρωπο το Α κεφαλαίο.  Βάζει τον αναγνώστη να σκεφθεί, να προβληματισθεί, όπως άλλωστε κάνει και η ίδια.  Και αν ο αναγνώστης ζει σε μια κλειστή κοινωνία,  τότε σκέφτεται ότι τα πράγματα μπορεί να μην είναι έτσι όπως όλοι λένε, αλλά υπάρχουν κι άλλες όψεις της ίδιας πραγματικότητας...  Δείχνει τη γυναίκα που βασανίστηκε κι αποκαλύπτει τις σκέψεις της. Η Ελένη Παπαϊωάννου έμεινε στα χρονικά του τόπου της ως μια σκοτεινή περσόνα και πολλοί μπορεί να φοβούνταν για καιρό να περάσουν από το μπαρουτοκαπνισμένο κατώφλι του σπιτιού της.  Στο βιβλίο τη συναντάμε στη φυλακή, κι αργότερα στο «πουθενά», στην άκρη μιας πέτρας να ζεί σε ένα φάρο, εκεί που διάλεξε να ησυχάσει, να κατασταλάξει μαζί με το άλλο της μισό, το γεμάτο σιωπηρή κατανόηση για όλα. Η εγγονή της, πενήντα χρόνια μετά, στα 26 της, όπως ήταν και η γιαγιά της, για διαφορετικούς λόγους ωστόσο, γίνεται η «Τίγρης του Κορωπίου» και πηγαίνει στο σπίτι του εραστή της και δολοφονεί τη νόμιμη συζυγό του, μητέρα επίσης δυο ανήλικων παιδιών.

Ως δια μαγείας, μέσα σε ένα κάδρο ασφυκτικά ρεαλιστικό, η λογοτεχνία είναι παρούσα παντού.  Η Μαντάμ Μποβαρί του Φλωμπέρ, η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, ο Αντερσεν με τα παραμύθια του, ο Τέννεσι Ουίλιαμς με τον Γυάλινο Κόσμο του, τα φονικά της Άγκαθας και οι μοιραίες επαναλήψεις του Μπόρχες μας συντροφεύουν και μας οδηγούν στην ιστορία αυτή που εξελίσσεται πριν από χρόνια, μα ίσως και μετά, ακόμα και τώρα, μέρες και νύχτες, μέσα σε γειτονιές και κήπους ουράνιους, όπως αυτοί που δημιουργεί η συγγραφέας, κήπους πνιγμένους στα νυχτολούλουδα, τις πετούνιες, τους κατιφέδες, τα δενδρολίβανα, τα φούλια, τα χρυσάνθεμα, τους κισσούς, τις γαζίες και τις δράκαινες, κάτω από μουριές και ιτιές με μυρωδιές διάχυτες από μέντα, βασιλικό και δυόσμο.


Με εργαλείο το χιούμορ


Μια άλλη διάσταση της χιουμοριστικής γραφής αποκαλύπτεται με την ανάγνωση των ιστοριών του David Sedaris.   Οι αυτοβιογραφικές ως επί το πλείστον αυτοτελείς ιστορίες του, οι οποίες προέρχονται κυρίως από την παιδική και εφηβική του ηλικία βάζουν τον Sedaris σε μια από τις θέσεις των  σημαντικότερων εκπροσώπων του αμερικανικού χιούμορ του εικοστού αιώνα. 

Σίγουρα επηρεασμένος από την αμερικανοεβραϊκή παράδοση και στη λογοτεχνία, αλλά και γενικότερα το Pop Culture, έχει δημοσιεύσει κείμενο που καθόλου τυχαία θα μπορούσαν να είναι το απόλυτο σενάριο για αμερικανικές κωμικές σειρές, ή ακόμα και για ταινίες όπως αυτές των αδελφών Κοέν, με τις οποίες έχουν κοινά μοτίβα στο χιούμορ.

Ο συγγραφέας βασίζεται πολύ στον αυτοσχεδιασμό. Σαν να τον παρασέρνει ένας κωμικός οίστρος και εκείνος, λίγο ή πολύ αφήνει αυτόν τον  οίστρο να τον οδηγεί.  Αυτό βέβαια σημαίνει ότι δεν είναι όλα εξίσου αστεία, ούτε ότι όλοι γελούν με όλα.  Ωστόσο δίνει το στίγμα μιας εποχής κι ενός τόπου.

Ο ήρωας φαίνεται στην αρχή υπερβολικά κυνικός. Ήρωας και αντιήρωας μαζί. Πολλά από τα διηγήματα του θα μπορούσαν να είναι ταυτόχρονα και δραματικά, όμως εκείνος προτιμάει το δρόμο της διακωμώδησης, αντίθετα ίσως από τη διάθεση που έδειξε ο J.D.Salinger με τον «Φύλακα στη Σίκαλη» (αντιήρωας και αυτός ο έφηβος) που περιγράφει ταυτόχρονα συναισθήματα απέχθειας και αγάπης ταυτόχρονα για τον κόσμο και για τους γύρω του..

Μετά την ανάγνωση του «Γυμνός» του David Sedaris, αναρωτήθηκα με ποιο βιβλίο είχα ξαναγελάσει τόσο.  Μπορεί να εκπλαγείτε αλλά το μυαλό μου πήγε στον Εμμ.Ροϊδη και το «Ψυχολογία Συριανού Συζύγου» που είχε καταφέρει να με βγάλει από το πετσί μου για να συμπάσχω με τον Συριανό Σύζυγο και τα πάθη του, ώσπου να τελειώσουν οι απόλυτα «ρυθμικές» σελίδες του . Φυσικά αυτό προέρχεται περισσότερο από μια πιο... βρετανική παράδοση με χιούμορ φλεγματικό, ειρωνική διάθεση και ύφος comme il faut, δεδομένου ότι γράφτηκε σε άλλη γλώσσα και άλλη εποχή, αλλά τα κοινά σημεία τους, για τον αναγνώστη τον επίμονο,  ήταν διακριτά.

Οι 17 ιστορίες του, με τον γενικό τίτλο ΓΥΜΝΟΣ  αφορούν αφηγήσεις που προέρχονται από τα έργα και τις ημέρες των μελών της οικογένειάς του και των φίλων τους και είναι δοσμένες με ανάλαφρη διάθεση, χιούμορ μάλλον ανατρεπτικό, με αυτοσαρκασμό και σε πολλά σημεία με υφέρποντα κυνισμό.  Το ξεκαρδιστικό ύφος του ενδεχομένως γίνεται κατά τόπους χοντροκομμένο, κυρίως όταν ο αφηγητής γράφει με την ηλικία του πρωταγωνιστή του, αλλά τα βιβλία του γίνονται πολύ δημοφιλή ίσως ακριβώς επειδή είναι συνεπής και συνεχίζει αυτήν την παράδοση. 

Εκείνο που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι να δει κανείς πώς λειτουργεί συχνά το χιούμορ, με στόχο να μας δείξει τελικά το αντίθετο από αυτά που λέει.  Όταν σε κάποιες ιστορίες γράφει με ένα πιο... ενήλικο χέρι, βλέπει τον πρωταγωνιστή του διαφορετικά, από άλλη οπτική γωνία, ίσως από κάποια απόσταση, τον κάνει πιο σοφό και χρησιμοποιεί το χιούμορ για να παραδεχθεί τα λάθη που έκανε σε νεαρή ηλικία, ή να παραδεχθεί αξίες γύρω του που κάποτε είχε εκμηδενίσει.  Δεν γνωρίζω εάν έγραψε τις ιστορίες που περιλαμβάνει στο «Γυμνός» σε διάφορες ηλικίες, όπως νόμισα αρχικά, ή τελικά αυτό αποτέλεσε μια πολύ ενδιαφέρουσα τεχνική του ...

Ο σαρκασμός του είναι πιθανότατα συχνά συγκαλυμμένη νοσταλγία για την παιδική και εφηβική ηλικία.  Σε ορισμένες διηγήσεις διακωμωδεί την οικογένεια χρησιμοποιώντας ανελέητο χιούμορ, αλλά τελικά, με κάποιο ιδιαίτερο τρόπο γίνεται ικανός να βγάλει ένα συναίσθημα τρυφερότητας παρά επίκρισης για τους δικούς του ανθρώπους.  Μπορεί να βομβαρδίζει με χιουμοριστικές ατάκες και με τον τρόπο αυτό να προχωρεί πιο βαθειά στο θέμα του, πίσω όμως από έναν καταιγισμό από αστεία, μπορεί να κρύβει μια ωριμότερη σκέψη και ένα είδος σοφίας σε ορισμένες από τις ιστορίες του. 

Στην αρχή μπορεί να κερδίσει τη συμπάθεια του αναγνώστη, ακόμα και να τον συγκινήσει, ή να τον παγώσει από τον απύθμενο κυνισμό των εφήβων, όμως πουθενά τελικά δεν αποκλείει κανείς ότι ο κυνισμός αυτός είναι ένας, το λιγότερο, πληγωμένος ρομαντισμός, μιας γενιάς που δεν τον έζησε...


Εντέλει, όταν το χιούμορ γίνεται εργαλείο και χρησιμοποιείται κατά βούληση (και κατά δύναμη) μπορεί να έχει πολύ πιο σύνθετα αποτελέσματα από την απλή πρόκληση γέλιου με στόχο την ψυχαγωγία.  Προφανώς εξαρτάται από τον «τεχνίτη» της γλώσσας και την εποχή του κι ο David Sedaris μας το αποδεικνύει με την συλλογή «ΓΥΜΝΟΣ» που κυκλοφορεί σε μετάφραση Μυρσίνης Γκανά, από τις εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ.

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Τζιοκόντα. Έρωτας και Θάνατος


Το μεγαλείο της νιότης υπενθυμίζει στον αναγνώστη η ΤΖΙΟΚΟΝΤΑ του Νίκου Κοκάντζη και τον βάζει να σκεφθεί πόσο μικρός στ' αλήθεια φαίνεται ένας σαρωτικός παγκόσμιος πόλεμος στα μάτια δυο ερωτευμένων εφήβων που ζουν το τώρα και απολαμβάνουν το δώρο της ζωής, σαν να μην υπάρχει αύριο. 

Το βιβλίο αυτό, αν και το μοναδικό του Θεσσαλονικιού ψυχιάτρου που έφυγε από τη ζωή το 2009, άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια του στη νεώτερη ελληνική λογοτεχνική πραγματικοτητα. Πρόκειται για μια ιστορία πάθους που έζησε  στην Θεσσαλονίκη την εποχή της γερμανικής Κατοχής ο ίδιος ο συγγραφέας με μια νεαρή Εβραιοπούλα.  Η αφήγησή του επικεντρώνεται στην παρθενική ανακάλυψη της απόλαυσης της σάρκας, στην αφύπνιση της επιθυμίας, της τελετουργίας και της ανακάλυψής της, αλλά και στη συνειδητοποίηση στο μυαλό των δυο νέων, ότι οι συναντήσεις τους είναι πράξεις αντίστασης...

Κάποια στιγμή, που σχεδόν νομίζεις ότι είναι η στιγμή που περίμεναν τα δυο παιδιά, η Τζιοκόντα και η οικογένειά της επιβιβάστηκαν σε ένα απο τα γερμανικά καμιόνια κι ύστερα σε τραίνο για το Αουσβιτς.  Είναι η στιγμή που ο έρωτας και ο θάνατος συναντιούνται.  Πρόκειται για ένα κείμενο με βαθιά συγκινησιακή φόρτιση και κάνει την περιγραφή των ερωτικών συνευρέσεων του ζευγαριού χωρίς περιστροφές, ψευτοντροπές και χωρίς ηθικολογίες.  Με απόλυτη συνέπεια στο ύφος, με αμεσότητα, απλότητα και ρομαντισμό ο Κοκάντζης (ξεφεύγοντας εντελώς από την παγίδα της αφέλειας ή της σαχλαμάρας στην οποία εύκολα μπορεί να πέσει ένας συγγραφέας σε αυτήν την περίπτωση) περιγράφει πώς τα παιδιά ανακαλύπτουν τον έρωτα κάτω από τις συνθήκες του πολέμου.

Με μαστοριά  -η οποία με κάνει να αναρωτιέμαι γιατί άραγε αυτή η μεγαλειώδης απο τεχνικής άποψης νουβέλα, δεν στάθηκε δυνατόν να γίνει η απαρχή μιας σειράς βιβλίων από τον Νίκο Κοκάντζη- ο συγγραφέας προϊκονομεί τους βομβαρδισμούς της Θεσσαλονίκης μέσα απο τις ερωτικές σκηνές.  Επίσης ο συγγραφέας ενθέτει την αναφορά του Ολοκαυτώματος εντελώς αντιθετικά, μέσα στις πιο όμορφες στιγμές που περνούν κρυφά οι δυο νέοι, μέσα απο τις περιγραφές για το σώμα τους, το άρωμά τους, τη νιότη τους , προϊκονομεί το συγκλονιστικό μέλλον...



Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι το βιβλίο αυτό επανεκδίδεται συνεχώς μετά την πρώτη του έκδοση το 1975.  Ο πόλεμος υπάρχει ως φόντο στην ιστορία αυτής της αγάπης.  Ακόμα και για τις φρικαλεότητες, η ματιά του Κοκάντζη ρίχνεται με απαλό κι ευαίσθητο τρόπο.  Αυτό που είχε σημασία γι αυτόν ήταν να πει τις αναμνήσεις του, την ιστορία του. Και το κάνει με ιερό τρόπο στη μνήμη της λατρεμένης του Tζιοκόντα που χάθηκε άδικα στα κρεματόρια με ένα σώμα που ήταν γεμάτο αγάπη και φως από τη ζωή της νιότης.


Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

Confiteor. Mea Culpa

Ένοιωσα ότι εισπνέουμε ακόμη τον καπνό από τα κρεματόρια του Άουσβιτς όταν διάβασα το Confiteor του Ζάουμε Καμπρέ.  Είναι δε ο ίδιος καπνός που έβγαινε από την καύση του κακού στην περίοδο της Ιεράς Εξέτασης του 14ου αιώνα.  Τόσο κοντά έφερε και τα δυο στα μάτια μου ο Καταλανός συγγραφέας με το βιβλίο του αυτό που θεωρήθηκε, όχι άδικα, εκδοτικό γεγονός. Ένα γεγονός που επαναφέρει την κουβέντα για το "κακό", το οποίο όπως ισχυρίζεται  ο Καμπρέ, διατηρείται ανά τους αιώνες και μόνον τα ονόματα αλλάζουν, και από τον τρομερό ιεροεξεταστή Νικόλαο Εϊμερικ, ως τον Ρούντολφ Ες, διοικητή του στρατοπέδου του Άουσβιτς, λίγη είναι η απόσταση, έως μηδαμινή. 


Χρησιμοποιεί πολλά και διαφορετικά πρίσματα ο Καμπρέ για να δει τους ανθρώπους. "Επιμένω να ψάχνω πού εδρεύει το κακό και είμαι σίγουρος ότι δεν κατοικεί στο εσωτερικό κάθε ανθρώπου" λέει ο Αντριά Αρντέβολ, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, που είχε την ατυχία να γεννηθεί σε μια οικογένεια τραυματισμένη και στιγματισμένη από τις αποτρόπαιες πράξεις του πατέρα του, Φέλιξ.  Γι αυτό ο αξιόλογος, καλοπροαίρετος, ειλικρινής και κάπως ενοχικός Αντριά ξοδεύει το χρόνο που του απομένει μέχρι το τέλος, στην εξιστόρηση της αναμέτρησής του με το κακό.  Την ιστορία διηγείται γραπτώς στον Μπερνάτ, πρόκειται δηλαδή για ένα είδος τεράστιας επιστολής προς τον αδελφικό του φίλο, όπου προσωπικές μνήμες και ιστορικά περιστατικά διαπλέκονται σε μιαν ατμοσφαιρική αφήγηση, καθώς προσπαθεί να διασώσει κάθε ψίγμα της Ιστορίας που προηγήθηκε της γέννησής του, μέχρι τη στιγμή που το Αλσχάιμερ αρχίζει να του "αφαιρεί" κομμάτια της μνήμης του αφήνοντας του κενά...

Ο Αντριά έχει μεγαλώσει ανάμεσα σε έναν πατέρα που ήθελε να του δώσει μόρφωση αναγεννησιακού ανθρώπου, να τον κάνει γνώστη πολλών γλωσσών και μια μητέρα που τον προόριζε για την καριέρα δεξιοτέχνη βιολονίστα.   Εκείνος, ευφυής, μοναχικός και υπάκουος, προσπαθεί να ικανοποιήσει τις υπέρμετρες και αντιφατικές φιλοδοξίες των γονιών του, ως τη στιγμή που ανακαλύπτει την ύποπτη προέλευση του οικογενειακού πλούτου και άλλα ανομολόγητα μυστικά.  Πενήντα χρόνια μετά, ο Αντριά, λίγο πριν χάσει τη μνήμη του, προσπαθεί να ανασυνθέσει την οικογενειακή ιστορία, ενώ γύρω από ένα εκπληκτικό βιολί του 18ου αιώνα, ένα μοναδικό Στοριόνι, διαπλέκονται τραγικά επεισόδια της ευρωπαϊκής ιστορίας, από την Ιερά Εξέταση ως τη δικτατορία του Φράνκο και τη ναζιστική Γερμανία, με αποκορύφωμα το Άουσβιτς, το απόλυτο κακό. 



Ένα ερώτημα στοιχειώνει το συναρπαστικό μυθιστόρημα του Καταλανού συγγραφέα. Αν ο Θεός εκτός από πανάγαθος είναι και παντοδύναμος, πώς είναι δυνατόν να επιτρέπει την ύπαρξη του κακού; Και αν το κακό δεν υπάρχει, μέσα στον άνθρωπο, όπως πιστεύει ο Αντριά, τότε από πού αλλού προέρχεται; Είναι ένα ανεξήγητο φαινόμενο, όπως έγραφε ο Καντ, ή είναι παράγωγο των συνθηκών της Ιστορίας του κόσμου;

Ο Αντριά, παρά την αρχική θεώρησή του για την "απουσία" του κακού από το εσωτερικό του ανθρώπου, ανακαλύπτει ότι "συγκατοικούσε" από μικρός με το κακό, καθώς ο πατέρας του, γέμιζε το μαγαζί του με συλλεκτικά αντικείμενα ανεκτίμητης αξίας, πίνακες, χειρόγραφα, μουσικά όργανα, πατώντας επί πτωμάτων και καταδίδοντας στην αστυνομία του Φράνκο όσους στέκονταν εμπόδιο στην ευόδωση των επιχειρηματικών του σχεδίων.  Το κακό διαποτίζει κάθε μόριο του αέρα στους θαλάμους πειραμάτων όπου οι γιατροί των ναζί υπέβαλλαν τους Εβραίους κρατούμενους σε φριχτά βασανιστήρια στο όνομα της πιο αρρωστημένης ιδέας περί ιατρικής προόδου. 

Οι ιστορίες που αφηγείται ο Αντριά διαπλέονται περίτεχνα γύρω από το αγαπημένο του ξακουστό  αυθεντικό Στοριόνι, ένα βιολί που είχε όνομα, λεγόταν Βιάλ, προφανώς γιατί όπως θέλει να δείξει ο Καμπρέ "μονάχα η τέχνη είναι ικανή να αποδώσει ριζικά το βίωμα" και ίσως θέλει ακόμη να πει ότι ένα έργο τέχνης, όπως αυτό το μοναδικό βιολί, ζει περισσότερο από τα ανθρώπινα όντα. Το Βιάλ φτιάχτηκε από το ξύλο ενός δένδρου που έσπειρε ο δολοφόνος Ζακιάμ Μυρέντα σε κάποιο μεσαιωνικό χωριό.  Πέρασε από πολλά χέρια στη συνέχεια.  Ο Αντριά τροφοδοτεί την κληρονομημένη ενοχή του όταν ανακαλύπτει ότι ο πατέρας του το είχε αφαιρέσει για ελάχιστα χρήματα από μια οικογένεια Εβραίων που ξεκληρίστηκε στο Αουσβιτς και υπό την πίεση της συντρόφου της ζωής του Σάρας, που είναι Εβραία, βάζει σκοπό να το επιστρέψει σε κάποιον, έστω και απόγονο της οικογένειας...  


Όταν το βιβλίο κυκλοφόρησε στην Ελλάδα, πολλοί αναρωτήθηκαν τί σημαίνει Confiteor. Προέρχεται από το ρήμα που σημαίνει "ομολογώ".  Confiteor  δηλώνει ο ναζιστής γιατρός που κάνει πειράματα σε βάρος δεκάδων κρατουμένων.  Confiteor πρέπει να δηλώσει ο δήμιος της Ιεράς Εξέτασης που καταδίκασε τους "απίστους", αλλά και ο αξιωματούχος του Φράνκο που δίωξε τους αντιφρονούντες. Confiteor σύμφωνα με τον συγγραφέα πρέπει να δηλώσει η ιστορία που θυσίασε εκατομμύρια ανθρώπους, που διέπραξε τόσες αδικίες.  Confiteor. Mea Culpa δηλώνει ο ίδιος ο Αντριά εκ μέρους του πατέρα του.

Πρόκειται για έργο μεγαλειώδες, συναρπαστικό, απόλυτο.  Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία κι έχει μεταφραστεί σε δεκαπέντε γλώσσες.  Ελπιδοφόρο για μυθιστοριογράφους που γράφουν σε "μικρές" γλώσσες όπως η καταλανική, ή η ελληνική...