Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2018

Η Ρένα η Σμυρνιά κάτι έχει να μας πει

Αξίζει μια βαθειά υπόκλιση απο την πλευρά του θεατή, που λαμβάνει το μήνυμα της παράστασης που σκηνοθέτησε η Νικαίτη Κοντούρη στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.  Η ιστορία της Ρένας, της περσόνας που δημιούργησε ο Αύγουστος Κορτώ είναι "γεμάτη" απο στιγμές που τις απολαμβάνεις στη σκηνή, ή τις διαβάζεις στις σελίδες, αλλά και τόσες άλλες που τις φαντάζεσαι, τις έχεις μέσα σου, γιατί υπήρξαν, συνέβησαν, δεν χάθηκαν, ανήκουν στο παρελθόν, στη ζωή και στον άνθρωπο.
Η Ρένα η Σμυρνιά δεν είναι μια ξεπεσμένη ξεμωραμένη πόρνη, είναι μια περσόνα που μας δίνει ένα μεγάλο μάθημα για τη ζωή. Αντλεί το κουράγιο της απο τα δύσκολα και επιστρατεύει το χιούμορ της και τη θετική της ματιά, για να αντιμετωπίσει την καταστροφή. Πρόκειται για την ιστορία μιας πόρνης, αλλά με κάποιο μαγικό τρόπο σε κάνει να σκέφτεσαι με απλότητα και ανθρωπιά, τα μεγάλα ζητήματα που απασχόλησαν τη χώρα και τους έλληνες.  Πώς βιώθηκε η Μικρασιατική Καταστροφή; Πόσο καλύτεροι γίναμε με τους Πολέμους που σημάδεψαν τον αιώνα που πέρασε; Χρησίμεψαν στον άνθρωπο; Τί πληγές άφησε στην κοινωνία μας η μαύρη περίοδος που ακολούθησε;  Κάναμε καλά που "πιστέψαμε" με πάθος;  Παραμένουμε οι ίδιοι έλληνες, οι φιλόξενοι, εκείνοι με τις καρδιές τις ανοιχτές, με το χαμόγελο το πλατύ, με την πόρτα την ανοιχτή, έτοιμοι να συνεχίσουμε να ζούμε με αισιοδοξία κοιτώντας μπροστά;

Η Ρένα  δεν είναι πια μόνο του Αύγουστου Κορτώ. Είναι και της Νικαίτης Κοντούρη και είναι και δική μας.  Ένα πρόσωπο που ενώ φαινομενικά δείχνει ακραίο, λόγω της ιδιότητάς της -έχει βγει στο κλαρί απο τα γεννοφάσκια της- είναι τόσο απλό και κοντινό μας, τόσο προσβάσιμο, τόσο "ίδιο" με όλους μας, όσο και οι μνήμες που την συνοδεύουν.    Είναι η ίδια η Ελλάδα, που ποτέ δεν έπεσε στα χέρια του Γερμανού ή του Ιταλού όπως λέει η ίδια η Ρένα, που μπορεί να ήταν μια εταίρα αλλά ζούσε με αξιοπρέπεια, περηφάνεια, είναι η Ελλάδα που ερωτεύεται , που παθιάζεται, που τραγουδάει, που ενώνει, που σπέρνει θανατικό στην καταστροφή της, κι ύστερα παλι απολαμβάνει έναν ελληνικό καφέ απο ένα μπαλκόνι.  Αυτή είναι.


Σήμερα η Ρένα μας μιλά απο το σανίδι χαμογελαστή, οι μνήμες είναι η συντροφιά της , δεν έγιναν η μιζέρια της κι αυτό είναι το μεγαλείο στο μήνυμα της Νικαίτης Κοντούρη.   Η Ρένα γριά πια, χαίρεται για όσα έζησε και  κοιτάζει ακόμα μπροστά.  Εγκωμιάζει τον έρωτα, την αγάπη και κοιτάζει το μέλλον με αισιοδοξία.  Μιλάει σε τρεις νεαρούς στο περιθώριο της του Athens Pride Parade.

Η σκηνοθέτης κλείνει το μάτι στο ετερόκλητο κοινό, ξεπερνώντας τις αγκυλώσεις που μπορεί να αιστανθεί ενδεχομένως ο χρυσαυγίτης που "ενοχλείται" που θα ακούσει για τα "επιτεύγματα" του φασισμού,  ή ο καθωσπρέπει κύριος που "δεν θέλει να ξέρει" τι συμβαίνει στο "σπίτι" που στεγάζεται στο ημιυπόγειο με της απέναντι πολυκατοικίας.  Ζητάει απο το κοινό της νά κάνει το ίδιο. Δηλαδή να ξεπεράσει τις αγκυλώσεις και να φτάσει στην ουσία του ανθρώπου και της ζωής.  Μήπως αυτό δεν είναι το ζητούμενο;   Μα τί άλλο να ζητήσει κανείς απο το θέατρο, αν όχι αυτό;



Εξαιρετική η Υρώ Μανέ στο ρόλο της Ρένας. Πλαισιώνεται απο τους ταλαντούχους Αγη Εμμανουήλ, Κωνσταντίνο Φάμη και Μιχάλη Αβρατόγλου. Τα σκηνικά και τα κοστούμια έκανε ο Κ. Ζαμάνης.  Την εξαιρετική μουσική που παίζεται επι σκηνής υπογράφει ο Π. Τσεβάς, τους φωτισμούς η Στέλλα Κάλτσου, την επιμέλεια της κίνησης η Φ.Κορρού.  Να μην το χάσετε, να το δείτε Δευτέρα και Τρίτη στις 20.30.

Πιάνεις χώμα, χρυσάφι γίνεται...


Είναι εκείνη η οικογένεια που ήρθε από μακριά και μένει σε μια παλιά μονοκατοικία λίγο πιο κάτω, ή ίσως σε ένα πρόχειρο παράπηγμα. Είναι αυτοί που ταξίδεψαν ώρες και μέρες για να φτάσουν εδώ.  Τώρα η γυναίκα μπαινοβγαίνει από τα χαράματα, σφουγγαρίζει και σιδερώνει σε δυο-τρια σπίτια της γειτονιάς και σε ένα μικρό ξενοδοχείο.  Τα γειτονόπουλα είδαν στην αρχή τα παιδιά της με μισό μάτι, επειδή μιλούσαν άλλη γλώσσα, μια ακαταλαβίστικη και κυκλοφορούσαν όλο με τα ίδια ρούχα.  Τώρα είναι συμμαθητές. Τα παιδιά προσαρμόζονται εύκολα και μαθαίνουν γρήγορα.  Είναι αυτοί που έκαναν όνειρα για μια νέα πατρίδα. Αυτοί που είναι έτοιμοι να αλλάξουν θρησκεία, όνομα, επάγγελμα για να ξεκινήσουν από το μηδέν, και  να κερδίσουν μια νέα ζωή. Άνθρωποι ζωντανοί, με βλέμμα καθαρό, περήφανο κι αθώο ταυτόχρονα. 

Οι άνθρωποι που περιγράφει η Χριστίνα Φραγκεσκάκη συγκινούν.  Δεν ξεχνούν από πού ξεκίνησαν, αλλά αγωνίζονται από τα χαμηλά με σκέψη αγνή και κορμιά ταλαιπωρημένα.  Το «Πιάνεις χώμα» είναι ένα ευκολοδιάβαστο αφήγημα που μπαίνει βαθειά σε μια από τις ιστορίες που έχουμε ζήσει όλοι κάπου γύρω στον περίγυρό μας. 

Μια μάνα με δυο γιους, αφήνει κόρη και άνδρα στο χωριό -κάπου στην Αλβανία καταλαβαίνουμε από την περιγραφή- και καταφτάνουν μετά από πρόσκληση ενός θείου σε κάποιο ελληνικό νησί –στην πορεία της ανάγνωσης ανακαλύπτουμε ότι είναι η Ρόδος-  αναζητώντας την ελευθερία και διεκδικώντας μια καλή ζωή.  Στο μεταξύ, έχουν χάσει το «μαζί».  Η κόρη για να σπουδάσει γιατρός χρειάζεται να της στέλνουν χρήματα κι ο πατέρας, μαθηματικός, δεν αντέχει ψυχολογικά να ξεκινήσει από την αρχή, δεν του επιτρέπει η περηφάνια του να γίνει χαμάλης σε αυτή την ηλικία.  Η δυνατή Ευγενία όμως –που ενσαρκώνει το στερεότυπο της γυναίκας-βραχου που στηρίζει όλο το οικογενειακό οικοδόμημα-  αναλαμβάνει να «βγάλει το φίδι από την τρύπα» και ξενιτεύεται έχοντας για στήριγμά της το μεγάλο γιό και για  ελπίδα το μικρό, έναν πιτσιρικά εύστροφο, προσαρμοστικό, και τρυφερό. 

Ένας θειος της τους είχε πει ότι θα συναντούσαν ένα μέρος σαν τη Γη της Επαγγελίας, όμως οι θυσίες που πρέπει να κάνουν είναι συνεχείς.  Η Ευγενία στη χώρα της ήταν εκπαιδευτικός μα τώρα σφουγγαρίζει σκάλες και τουαλέτες, ή σιδερώνει σε σπίτια.  Ο μεγάλος γιός ονειρεύεται αλλά είναι προσγειωμένος και δουλεύει ως «ντελιβεράς» σε πιτσαρία. Ο μικρός νοιώθει ότι υστερεί έναντι των συμμαθητών του, αγωνίζεται να γράψει και να διαβάσει, να μάθει σωστά τη γλώσσα και παλεύει να συνηθίσει και το καινούργιο του όνομα. Ο μικρός Ανδρέας πιστεύει στη μαγική δύναμη και τον ήχο των λέξεων, όπως πιστεύει ότι το γυαλιστερό του ποδήλατο, δώρο του αδελφού του με τα πρώτα του χρήματα από τη δουλειά, θα τον ταξιδέψει παντού για να γνωρίσει τον κόσμο.  Όλα γύρω τους είναι καινούργια.  Οι φωτισμένοι δρόμοι , τα μαγαζιά, τα καράβια που μπαινοβγαίνουν στο λιμάνι.  Καινούργιο είναι και το συναίσθημα της απώλειας μιας οικογένειας χωρισμένης στα δυό, τραυματισμένης…

Το αφήγημα χωρίζεται σε δυο μέρη. Το Πριν και το Μετά. Απαρτίζεται από μικρά κεφάλαια όπου οι αφηγήσεις της Ευγενίας εναλλάσσονται με τις αφηγήσεις του μικρού Ανδρέα.  Κάποια στιγμή ο μαθηματικός σύζυγος, Αγκρόν Πρέντσε, έρχεται στην Ελλάδα.  Κάνει μια προσπάθεια να ενταχθεί, του έχουν λείψει οι δικοί του, μα η προσαρμογή είναι δύσκολη όταν δεν μιλάς τη γλώσσα ενός τόπου. Γίνεται ο τρίτος αφηγητής της ιστορίας, αν και δεν ευλογήθηκε να ζήσει για πολύ στο νέο τόπο του.  Ο μικρός του «συστήνει» το περιβάλλον της νέας τους πατρίδας, τον ξεναγεί, του δείχνει στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, τα ψηλά βουνά.  Εκείνος θυμάται το χωριό τους, την πατρίδα τους, τη ζωή που έχασαν, αντιστέκεται, η νοσταλγία δεν τον αφήνει να δεχθεί την αλλαγή.  Ο Ανδρέας του δείχνει όλα αυτά που έχει μάθει, τον τόπο που έχει αρχίσει να γνωρίζει και που τώρα γίνεται σιγά-σιγά ο δικός του τόπος…  Όσο ο πατέρας του παραμένει «ξένος» εκείνος επιμένει… Δείχνει στον αμίλητο πατέρα του όλα όσα τον περιστοιχίζουν.  Μια μέρα του δείχνει απέναντι, τα βουνά της Μικράς Ασίας.  Εύστοχα επιμένει και ο μικρός, εύστοχα επιμένει και η συγγραφέας του βιβλίου, Χριστίνα Φραγκεσκάκη. Ανήκουν κι εκείνα τα βουνά στις χαμένες πατρίδες…

Πριν γίνει Ανδρέας, ο Gezim, το bullying δεν το αποκαλούσαμε έτσι.  Υπήρχε όμως και είχε στόχο πάντοτε τους αδύναμους.  Τώρα το τετράδιό του έχει γεμίσει με καινούργιες λέξεις και προχωράει καλά.  Γίνεται καλός μαθητής, ανταγωνίζεται επάξια τους άλλους. Μπαίνει στην εφηβεία. Τώρα τον αποδέχονται και όταν παίζουν ποδόσφαιρο.  Κάποτε μπορεί να κρατάει και την ελληνική σημαία ως άριστος ο Ανδρέας, αλλά σίγουρα τότε μπορεί να θυμηθούν ορισμένοι ότι λέγεται Gezim.  Ήρθε όμως με πολλές ελπίδες σε μια πατρίδα που  όταν έχεις ικανότητες, όταν δουλέψεις σκληρά, «Πιάνεις χώμα και γίνεται χρυσάφι…»

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

Ο Αχμέτ Αλτάν και το Οθωμανικό Κουαρτέτο


Μέσα από τα κάγκελα της φυλακής Silivri έξω από την Κωνσταντινούπολη, θα μας περιγράφει πλέον οριστικά ο Ahmet Altan τις μέρες της ζοφερής Ιστορίας της Τουρκίας. Η συλλογή του κυκλοφορεί σε λίγο σε ολόκληρη την Ευρώπη, ενώ επικυρώθηκε η απόφαση για ισόβια κάθειρξη επειδή έστελνε «υποσυνείδητα» μηνύματα με τα κείμενά του και τις δημόσιες εμφανίσεις του, στους πολίτες που σχεδίαζαν την ανατροπή της κυβέρνησης με την απόπειρα πραξικοπήματος το 2016.  

Μολονότι το ανώτατο δικαστήριο της Τουρκίας είχε αποφανθεί ότι «Δεν θα μπορούσε κανένας να συλληφθεί με τέτοια στοιχεία» οι εισαγγελείς επέμειναν ότι οι κατηγορούμενοι –τρεις μαζί με τον συγγραφέα και δημοσιογράφο- με τα «υποσυνείδητα» μηνύματά τους υπονόμευσαν την κυβέρνηση.  Δεν είναι δύσκολο να κατηγορήσει κανείς ένα συγγραφέα με μια τέτοια έωλη κατηγορία και βεβαίως εδώ τίθεται και πάλι το καυτό ερώτημα για το ρόλο της λογοτεχνίας, τα όριά της, την διείσδυσή της στα κοινωνικά στρώματα, παντού στον κόσμο αλλά κυρίως σε περιοχές όπου τα καθεστώτα την λογοκρίνουν, ή την έχουν στο στόχαστρο.  Φυσικά ακολουθεί διεθνής κατακραυγή.  Πρόκειται για κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ελευθερίας του Τύπου.

Ο ίδιος ο Ahmet Altan δεν μασάει τα λόγια του, όταν μιλάει για το «δηλητήριο της εξουσίας» των κατά καιρούς σουλτάνων.  Από το 2013 που επέστρεψε στη μυθιστοριογραφία με το Endgame μετά από παύση πέντε ετών, βοήθησε όσο μπορούσε τους επικριτές του να στηρίξουν τις κατηγορίες τους. «Όταν ζεις σε μια χώρα όπως τη Τουρκία, περιστασιακά βρίσκεσαι να κάνεις μια επιλογή, ανάμεσα στο γράψιμο μυθιστορημάτων και τη συμμετοχή σε ιστορίες αναζήτησης μιας λύσης που θα σταματήσει την ταλαιπωρία του λαού... Δεν είναι εύκολο να γυρίσεις την πλάτη σου στα δεινά των ανθρώπων. Γι αυτό κάνεις δημοσιογραφία.  Αλλά είμαι πιο ευτυχισμένος όταν γράφω μυθιστορήματα.  Αν ήταν δυνατόν, θα έγραφα μυθιστορήματα χωρίς διακοπή».

Η Granta έχει ήδη πάρει τα δικαιώματα να κυκλοφορήσει την αγγλική έκδοση της συλλογής του Αλτάν Μεχμέτ τον Μάρτιο του 2019.  Ο ηχηρός τίτλος της συλλογής αντικατοπτρίζει την εκτίμησή του για τις προοπτικές στη χώρα του: «Δεν μπορείτε να προβλέψετε τι μπορεί να συμβεί σε ένα μέρος όπου ο νόμος δεν υπάρχει», είπε ο ίδιος σχολιάζοντας ότι με την πρόσφατη απόφαση, ενδέχεται πλέον να τελειώσει τη ζωή του στη φυλακή.   Αφού θα ξοδεύω το χρόνο μου στη φυλακή θα ονειρεύομαι, θα σκέφτομαι και θα γράφω.  Δεν είναι τόσο επείγουσα η ερώτηση για το αν και το πότε θα απελευθερωθώ».

Ο Εκδότης Sandro Ferri συνιδρυτής του Edizioni E/O  στην Ιταλία καθώς και οι αγγλικές εκδόσεις Europa  (με έδρα τη Ν.Υόρκη και το Λονδίνο) υπέγραψαν συμφωνία μαζί του πριν την τελική απόφαση της φυλάκισής του, να δημοσιεύσουν στα ιταλικά και τα αγγλικά τα ιστορικά μυθιστορήματα γνωστά ως Οθωμανικό Κουαρτέτο. Ο ίδιος ο συγγραφέας λέει ότι κατά την έρευνά του, το σχεδίασε ως τετραλογία για να μπορέσει να δείξει την πολιτιστική διαφοροποίηση και τις εσωτερικές συγκρούσεις μέσα σε μια οικογένεια της Τουρκίας καθώς η αυτοκρατορία κατέρρεε. Ξεκινάει με την επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908 με άφθονα και ακριβή στοιχεία για μέλη της οικογένειας του ίδιου.  Περιγράφει την Κωνσταντινούπολη από τις αρχές του αιώνα, τόσο όμορφη όσο και διεφθαρμένη και φθάνει στο σήμερα με τον επαναπατρισμό του πρωταγωνιστή του σε μια πόλη που έχει αλλάξει...

 Ήδη o Ferri πουλάει τα μεταφραστικά δικαιώματα σε άλλες γλώσσες.  Ο πρώτος τόμος του Κουαρτέτου το «Σαν μια βαθειά πληγή από οθωμανικό σπαθί» θα κυκλοφορήσει μέσα στο μήνα Οκτώβριο (μια περιδιάβαση σε Κωνσταντινούπολη, Παρίσι, Θεσσαλονίκη πριν από τον Πρώτο Πόλεμο).  Θα ακολουθήσουν η «Αγάπη στις μέρες της εξέγερσης» και το «Ο Θάνατος είναι πιο εύκολος από την Αγάπη»

Ο Αχμέτ Αλτάν δε νοιάζεται για τη μόδα στη λογοτεχνία. Είναι οπαδός της δοκιμασμένης κλασσικής συνταγής, ότι το κύριο θέμα στη λογοτεχνία είναι οι άνθρωποι και οι ζωή τους. Στις ιστορίες του περιγράφει τα συγκρουόμενα συναισθήματα ανδρών και γυναικών, τη δύναμη τους, την απελπισία τους, τους αγώνες τους.  Στα κομμάτια της Ιστορίας που περιγράφει ανακαλύπτει κοινά σημεία.  «Η ισχύς είναι δηλητηριώδης παντού» σχολιάζει και λέει ότι η χώρα του, η Τουρκία δεν είναι σε θέση να παράγει ένα αντίδοτο στο δηλητήριο της εξουσίας, γιατί αυτό που συνέβη πριν από έναν αιώνα επαναλαμβάνεται.  «Όλοι όσοι έρχονται στην εξουσία με την υπόσχεση της καταπολέμησης της τυραννίας και την καταπίεσης μετατρέπονται σε τύραννο εγκαίρως, σαν μια μόνιμη επιθυμία των πολιτικών της χώρας «να γίνει κανείς Σουλτάνος» που δεν παύει ποτέ»

Ο συγγραφέας δεν δείχνει να εκφοβίζεται.  Ο ιστότοπός του αναφέρει με βεβαιότητα ότι ο τελικός τόμος του Οθωμανικού Κουρατέτου έχει οριστεί το 1915 και διηγείται τις ιστορίες της γενοκτονίας των Αρμενίων, γεγονός που οδήγησε στο να κατηγορηθεί από τις Αρχές και για «προσβολή της τουρκικότητας»...  Θεωρεί ότι η καλύτερη αφήγηση του σκοτεινού κι αιματηρού προσώπου της ιστορίας βρίσκεται στη λογοτεχνία.  «Η λογοτεχνία, όχι μόνο μας δίνει την ιστορική αλήθεια, αλλά και μας δίνει τη δυνατότητα να διαμορφώσουμε συναισθηματικό δεσμό με αυτό που συνέβη στην Ιστορία, μας επιτρέπει να φέρουμε μέσα στα σημάδια των γεγονότων του παρελθόντος.  Ο ψυχικός τρόμος που νιώθει κάποιος όταν διαβάζει τα συναισθήματα μιας γυναίκας που παρακολουθεί το θάνατο του παιδιού είναι πιο βαθειά από την αντίδραση κάποιου στο άκουσμα της είδησης ότι «ένα εκατομμύριο άνθρωποι σκοτώθηκαν».

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2018

Το Βλεμμα του Αποχαιρετισμού

Ο Ross Macdonald (είναι ψευδώνυμο του αμερικανοκαναδού συγγραφέα Kenneth Millar) έγινε γνωστός από τις ιστορίες που πρωταγωνιστή του Lew Archer, ενός δαιμόνιου ντετέκτιβ που έδρασε στη Νότια Καλιφόρνια και εξιχνίασε πολλά εγκλήματα από το 1940.  Συγκαταλέγεται στους σπουδαιότερους Αμερικανούς συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας και ο ήρωας του, οποίος ενσαρκώθηκε με πολύ ανθρώπινο τρόπο στη μεγάλη οθόνη από τον Paul Newman, αγαπήθηκε πολύ.

Τον ιδιωτικό ντέτεκτιβ Lew Archer.  τον ξανασυναντάμε  στο ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ  που κυκλοφόρησε φέτος για πρώτη φορά στα ελληνικά, από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ, μια ιστορία περίπλοκη, ακόμη και για τους λάτρεις του αστυνομικού μυθιστορήματος, με πλοκή ευρηματική και ανατροπές.  Παιδί χωρισμένων γονιών ο ίδιος ο συγγραφέας, μεγαλωμένος από τη μητέρα του και την οικογένειά της στον Καναδά, παντρεύτηκε την συγγραφέα Margaret Sturm με την οποία επιστρέφει στην Καλιφόρνια όπου και γράφει αρχικά εύπεπτες αστυνομικές ιστορίες σε περιοδικά.  Σιγά-σιγά ωστόσο ως το 1983 που πέθανε, κατάφερε να δώσει στο μυθιστόρημα του αμερικανικού εγκλήματος ένα ψυχολογικό βάθος και ένα είδος ηθικής πολυπλοκότητας που οι προκάτοχοί του Raymond Chandler και Dashiel Hammet , κορυφαίοι στην αστυνομική λογοτεχνία του περασμένου αιώνα, είχαν απλά υπαινιχθεί.   


Στο Βλέμμα του Αποχαιρετισμού, ένα παιδί με βαθιά ψυχολογικά τραύματα βρίσκεται στο επίκεντρο της ιστορίας κι αυτό δεν είναι ίσως ξεκομμένο από την προσωπική διαδρομή και τα βιώματα του συγγραφέα.  Είναι παιδί με τραυματισμένη ψυχή λόγω οικογενειακής κατάστασης.   Η παράξενη διάρρηξη μιας χρυσής κασέλας με επιστολές απο τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, από την έπαυλη του Λάρι και της Αϊρίν Τσάλμερς βρίσκεται στην άκρη του νήματος που οδηγεί την ιστορία.  Το ζευγάρι Τσάλμερς αρνείται να καλέσει την αστυνομία.  Ισχυρίζονται σιωπηρά ότι ο λόγος είναι πως υποψιάζονται ότι ο Νικ, ο νεαρός γιος τους, εμπλέκεται στην υπόθεση.  Αρχικά φαίνεται λογικό. 


Ο δικηγόρος της οικογένειας Τζον Τράτγουελ ζητά απο τον ιδιωτικό ντέτεκτιβ Lew Archer να διαλευκάνει το μυστήριο.  Αυτός σύντομα συνειδητοποιεί ότι η υπόθεση δεν αφορά απλώς μερικά κλεμμένα γράμματα καθώς το πτώμα ενός συνεργάτη του Νικ γίνεται μοχλός για νέες αποκαλύψεις.   Η δολοφονία όμως αυτή δεν είναι η μοναδική στην ιστορία. Το παζλ συμπληρώνεται από μια απαγωγή που συνέβη πολλά χρόνια πριν, καθώς και απο τη ληστεία μιας τράπεζας.  


Ένα περίστροφο τέλος που χρησιμοποιήθηκε σε τρεις δολοφονίες, δένει την υπόθεση και δικαιολογεί τη φήμη του ιδιωτικού ντετέκτιβ Lew Archer ο οποίος αρχικά είχε κάνει την εμφάνιση του σε ένα διήγημα του 1946 με τίτλο Find the Womman που δημοσιεύθηκε σε αμερικανικό περιοδικό.  Από τότε ακολούθησαν καμιά εικοσαριά άλλα τέτοια που το αναγνωστικό κοινό λάτρεψε.

Με τον κεντρικό του χαρακτήρα ο Macdonald επαναπροσδιόρισε την ανάμειξη του ιδιωτικού "ματιού" στην αστυνομική έρευνα, σαν να έκανε κτήμα όλων των αναγνωστών του τη συνείδηση που περπατά στα ύπουλα σύνορα μεταξύ εγκληματικής ενοχής και ανθρώπινης αμαρτίας. 


Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2018

Η ωραία της Νύχτας και η ζωή μετά το φόνο


Κι όμως, μετά το φόνο υπάρχει ζωή, κι ύστερα, μπορεί να υπάρξει πάλι φόνος κι έτσι μια σύγχρονη ανθρώπινη τραγωδία αναπαράγεται από γενιά σε γενιά, φτάνει να υπάρχει κάποιος να την αφηγηθεί, να τη ζήσει με το δικό του τρόπο και να μας την μεταφέρει.

Μαζί με μια μεθυστική εσάνς από νυχτολούλουδο, μας μεταφέρει τα συναισθήματα δυο γυναικών και μαζί, ένα σωρό οικογενειακά μυστικά.  Αυτές οι δυο γυναίκες βρίσκονται στο επίκεντρο της ιστορίας του βιβλίου της Ελένης Γκίκα «Η ωραία της νύχτας», κείμενο δύσκολο μα την αλήθεια, μιας και η υπόθεση που πραγματεύεται είναι μια ιστορία σκοτεινή μα πραγματική, όχι πολύ μακριά από το σήμερα, γραμμένο για αναγνώστες κάπως εξασκημένους.

Οι δυο κεντρικοί χαρακτήρες ξεδιπλώνονται στο χαρτί του τρίτου προσώπου του βιβλίου, μιας ακόμα γυναίκας που εκτελεί χρέη αφηγητή και αναλαμβάνει να διερευνήσει τα αίτια ενός φονικού μα πολύ γρήγορα θα σκοντάψει σε ένα δεύτερο παλιότερο φόνο.  Γράφει την ιστορία της, κάθε βράδυ, σε ένα δροσερό παραμυθένιο κήπο, πολύ κοντά με την ηρωίδα της, μα ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Ερωτική αντιζηλία ήταν η ρίζα του κακού.  

Μια 26χρονη γυναίκα έχει σκοτώσει τη σύζυγο του εραστή της μπροστά στα δυο της παιδιά και στα δυο του θύματος.  Η 26χρονη όμως, είναι η εγγονή μιας άλλης μυθικής γυναίκας, η οποία, έχοντας βιώσει πολύ δύσκολα παιδιά χρόνια, στον ίδιο τόπο, αφού πρώτα δοκιμάστηκε έφτασε στα όριά της και έκαψε ζωντανό τον σύζυγό της, που την κακοποιούσε. 
Ο τόπος είναι ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες του βιβλίου, ένας πρωταγωνιστής, λειτουργεί ως συνεκτικός κρίκος στην πλοκή της ιστορίας.  Το Κορωπί είναι ο ένας από τους δυο κοινούς παρονομαστές των δυο φονικών  -ο άλλος είναι η οικογένεια, η συγγενική σχέση-  και μέσα σε ένα ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό τοπίο, σε καταπράσινους κήπους με λουλούδια και βοτάνια κάθε είδους και γήινες μυρωδιές, γίνεται μια κατάδυση συνεχής ανάμεσα στο συνειδητό και το υποσυνείδητο των προσώπων της ιστορίας, μα και των προγόνων τους. Η κληρονομικότητα δεν αναφέρεται με καθαρά λόγια μα είναι παρούσα και βαριά.  Εκείνη, «το κορίτσι που το είπαν φόνισσα» μας μιλάει ανενδοίαστα σε πρώτο πρόσωπο χωρίς να απολογείται καθόλου, εξηγώντας τον σαρωτικό της έρωτα για τον  αναποφάσιστο άνδρα με τις δυο γυναίκες και δυο οικογένειες... Σε πρώτο πρόσωπο μας μιλάει και η πονεμένη Ελένη, η γιαγιά της 26χρονης, εκείνη που βιάσθηκε για χρόνια από το αφεντικό της μέχρι που ατιμασμένη την ανάγκασαν να τον παντρευτεί, εκείνη που όταν μέσα της πήρε τη μεγάλη απόφαση να προβεί στη μοιραία κίνηση, έζησε εκείνη τη μέρα της σαν όλες τις άλλες, με υπομονή, όπως έκανε σε όλη της τη ζωή, με απόλυτη συνείδηση και σθένος. 

Η συγγραφέας δεν περιγράφει ούτε τη μία , ούτε την άλλη ως ψυχρή και στυγνή δολοφόνο. Περιγράφει τα γεγονότα που οδήγησαν στους φόνους, όμως καταδύεται βαθειά στις ψυχές τους, διερευνά τις καλές τους πλευρές, αναζητώντας τις λέξεις που αντιστοιχούν στην πλευρά τους την ανθρώπινη, την πονετική.  Η Ελένη Γκίκα δείχνει τον άνθρωπο το Α κεφαλαίο.  Βάζει τον αναγνώστη να σκεφθεί, να προβληματισθεί, όπως άλλωστε κάνει και η ίδια.  Και αν ο αναγνώστης ζει σε μια κλειστή κοινωνία,  τότε σκέφτεται ότι τα πράγματα μπορεί να μην είναι έτσι όπως όλοι λένε, αλλά υπάρχουν κι άλλες όψεις της ίδιας πραγματικότητας...  Δείχνει τη γυναίκα που βασανίστηκε κι αποκαλύπτει τις σκέψεις της. Η Ελένη Παπαϊωάννου έμεινε στα χρονικά του τόπου της ως μια σκοτεινή περσόνα και πολλοί μπορεί να φοβούνταν για καιρό να περάσουν από το μπαρουτοκαπνισμένο κατώφλι του σπιτιού της.  Στο βιβλίο τη συναντάμε στη φυλακή, κι αργότερα στο «πουθενά», στην άκρη μιας πέτρας να ζεί σε ένα φάρο, εκεί που διάλεξε να ησυχάσει, να κατασταλάξει μαζί με το άλλο της μισό, το γεμάτο σιωπηρή κατανόηση για όλα. Η εγγονή της, πενήντα χρόνια μετά, στα 26 της, όπως ήταν και η γιαγιά της, για διαφορετικούς λόγους ωστόσο, γίνεται η «Τίγρης του Κορωπίου» και πηγαίνει στο σπίτι του εραστή της και δολοφονεί τη νόμιμη συζυγό του, μητέρα επίσης δυο ανήλικων παιδιών.

Ως δια μαγείας, μέσα σε ένα κάδρο ασφυκτικά ρεαλιστικό, η λογοτεχνία είναι παρούσα παντού.  Η Μαντάμ Μποβαρί του Φλωμπέρ, η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, ο Αντερσεν με τα παραμύθια του, ο Τέννεσι Ουίλιαμς με τον Γυάλινο Κόσμο του, τα φονικά της Άγκαθας και οι μοιραίες επαναλήψεις του Μπόρχες μας συντροφεύουν και μας οδηγούν στην ιστορία αυτή που εξελίσσεται πριν από χρόνια, μα ίσως και μετά, ακόμα και τώρα, μέρες και νύχτες, μέσα σε γειτονιές και κήπους ουράνιους, όπως αυτοί που δημιουργεί η συγγραφέας, κήπους πνιγμένους στα νυχτολούλουδα, τις πετούνιες, τους κατιφέδες, τα δενδρολίβανα, τα φούλια, τα χρυσάνθεμα, τους κισσούς, τις γαζίες και τις δράκαινες, κάτω από μουριές και ιτιές με μυρωδιές διάχυτες από μέντα, βασιλικό και δυόσμο.