Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

Ο Αχμέτ Αλτάν και το Οθωμανικό Κουαρτέτο


Μέσα από τα κάγκελα της φυλακής Silivri έξω από την Κωνσταντινούπολη, θα μας περιγράφει πλέον οριστικά ο Ahmet Altan τις μέρες της ζοφερής Ιστορίας της Τουρκίας. Η συλλογή του κυκλοφορεί σε λίγο σε ολόκληρη την Ευρώπη, ενώ επικυρώθηκε η απόφαση για ισόβια κάθειρξη επειδή έστελνε «υποσυνείδητα» μηνύματα με τα κείμενά του και τις δημόσιες εμφανίσεις του, στους πολίτες που σχεδίαζαν την ανατροπή της κυβέρνησης με την απόπειρα πραξικοπήματος το 2016.  

Μολονότι το ανώτατο δικαστήριο της Τουρκίας είχε αποφανθεί ότι «Δεν θα μπορούσε κανένας να συλληφθεί με τέτοια στοιχεία» οι εισαγγελείς επέμειναν ότι οι κατηγορούμενοι –τρεις μαζί με τον συγγραφέα και δημοσιογράφο- με τα «υποσυνείδητα» μηνύματά τους υπονόμευσαν την κυβέρνηση.  Δεν είναι δύσκολο να κατηγορήσει κανείς ένα συγγραφέα με μια τέτοια έωλη κατηγορία και βεβαίως εδώ τίθεται και πάλι το καυτό ερώτημα για το ρόλο της λογοτεχνίας, τα όριά της, την διείσδυσή της στα κοινωνικά στρώματα, παντού στον κόσμο αλλά κυρίως σε περιοχές όπου τα καθεστώτα την λογοκρίνουν, ή την έχουν στο στόχαστρο.  Φυσικά ακολουθεί διεθνής κατακραυγή.  Πρόκειται για κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ελευθερίας του Τύπου.

Ο ίδιος ο Ahmet Altan δεν μασάει τα λόγια του, όταν μιλάει για το «δηλητήριο της εξουσίας» των κατά καιρούς σουλτάνων.  Από το 2013 που επέστρεψε στη μυθιστοριογραφία με το Endgame μετά από παύση πέντε ετών, βοήθησε όσο μπορούσε τους επικριτές του να στηρίξουν τις κατηγορίες τους. «Όταν ζεις σε μια χώρα όπως τη Τουρκία, περιστασιακά βρίσκεσαι να κάνεις μια επιλογή, ανάμεσα στο γράψιμο μυθιστορημάτων και τη συμμετοχή σε ιστορίες αναζήτησης μιας λύσης που θα σταματήσει την ταλαιπωρία του λαού... Δεν είναι εύκολο να γυρίσεις την πλάτη σου στα δεινά των ανθρώπων. Γι αυτό κάνεις δημοσιογραφία.  Αλλά είμαι πιο ευτυχισμένος όταν γράφω μυθιστορήματα.  Αν ήταν δυνατόν, θα έγραφα μυθιστορήματα χωρίς διακοπή».

Η Granta έχει ήδη πάρει τα δικαιώματα να κυκλοφορήσει την αγγλική έκδοση της συλλογής του Αλτάν Μεχμέτ τον Μάρτιο του 2019.  Ο ηχηρός τίτλος της συλλογής αντικατοπτρίζει την εκτίμησή του για τις προοπτικές στη χώρα του: «Δεν μπορείτε να προβλέψετε τι μπορεί να συμβεί σε ένα μέρος όπου ο νόμος δεν υπάρχει», είπε ο ίδιος σχολιάζοντας ότι με την πρόσφατη απόφαση, ενδέχεται πλέον να τελειώσει τη ζωή του στη φυλακή.   Αφού θα ξοδεύω το χρόνο μου στη φυλακή θα ονειρεύομαι, θα σκέφτομαι και θα γράφω.  Δεν είναι τόσο επείγουσα η ερώτηση για το αν και το πότε θα απελευθερωθώ».

Ο Εκδότης Sandro Ferri συνιδρυτής του Edizioni E/O  στην Ιταλία καθώς και οι αγγλικές εκδόσεις Europa  (με έδρα τη Ν.Υόρκη και το Λονδίνο) υπέγραψαν συμφωνία μαζί του πριν την τελική απόφαση της φυλάκισής του, να δημοσιεύσουν στα ιταλικά και τα αγγλικά τα ιστορικά μυθιστορήματα γνωστά ως Οθωμανικό Κουαρτέτο. Ο ίδιος ο συγγραφέας λέει ότι κατά την έρευνά του, το σχεδίασε ως τετραλογία για να μπορέσει να δείξει την πολιτιστική διαφοροποίηση και τις εσωτερικές συγκρούσεις μέσα σε μια οικογένεια της Τουρκίας καθώς η αυτοκρατορία κατέρρεε. Ξεκινάει με την επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908 με άφθονα και ακριβή στοιχεία για μέλη της οικογένειας του ίδιου.  Περιγράφει την Κωνσταντινούπολη από τις αρχές του αιώνα, τόσο όμορφη όσο και διεφθαρμένη και φθάνει στο σήμερα με τον επαναπατρισμό του πρωταγωνιστή του σε μια πόλη που έχει αλλάξει...

 Ήδη o Ferri πουλάει τα μεταφραστικά δικαιώματα σε άλλες γλώσσες.  Ο πρώτος τόμος του Κουαρτέτου το «Σαν μια βαθειά πληγή από οθωμανικό σπαθί» θα κυκλοφορήσει μέσα στο μήνα Οκτώβριο (μια περιδιάβαση σε Κωνσταντινούπολη, Παρίσι, Θεσσαλονίκη πριν από τον Πρώτο Πόλεμο).  Θα ακολουθήσουν η «Αγάπη στις μέρες της εξέγερσης» και το «Ο Θάνατος είναι πιο εύκολος από την Αγάπη»

Ο Αχμέτ Αλτάν δε νοιάζεται για τη μόδα στη λογοτεχνία. Είναι οπαδός της δοκιμασμένης κλασσικής συνταγής, ότι το κύριο θέμα στη λογοτεχνία είναι οι άνθρωποι και οι ζωή τους. Στις ιστορίες του περιγράφει τα συγκρουόμενα συναισθήματα ανδρών και γυναικών, τη δύναμη τους, την απελπισία τους, τους αγώνες τους.  Στα κομμάτια της Ιστορίας που περιγράφει ανακαλύπτει κοινά σημεία.  «Η ισχύς είναι δηλητηριώδης παντού» σχολιάζει και λέει ότι η χώρα του, η Τουρκία δεν είναι σε θέση να παράγει ένα αντίδοτο στο δηλητήριο της εξουσίας, γιατί αυτό που συνέβη πριν από έναν αιώνα επαναλαμβάνεται.  «Όλοι όσοι έρχονται στην εξουσία με την υπόσχεση της καταπολέμησης της τυραννίας και την καταπίεσης μετατρέπονται σε τύραννο εγκαίρως, σαν μια μόνιμη επιθυμία των πολιτικών της χώρας «να γίνει κανείς Σουλτάνος» που δεν παύει ποτέ»

Ο συγγραφέας δεν δείχνει να εκφοβίζεται.  Ο ιστότοπός του αναφέρει με βεβαιότητα ότι ο τελικός τόμος του Οθωμανικού Κουρατέτου έχει οριστεί το 1915 και διηγείται τις ιστορίες της γενοκτονίας των Αρμενίων, γεγονός που οδήγησε στο να κατηγορηθεί από τις Αρχές και για «προσβολή της τουρκικότητας»...  Θεωρεί ότι η καλύτερη αφήγηση του σκοτεινού κι αιματηρού προσώπου της ιστορίας βρίσκεται στη λογοτεχνία.  «Η λογοτεχνία, όχι μόνο μας δίνει την ιστορική αλήθεια, αλλά και μας δίνει τη δυνατότητα να διαμορφώσουμε συναισθηματικό δεσμό με αυτό που συνέβη στην Ιστορία, μας επιτρέπει να φέρουμε μέσα στα σημάδια των γεγονότων του παρελθόντος.  Ο ψυχικός τρόμος που νιώθει κάποιος όταν διαβάζει τα συναισθήματα μιας γυναίκας που παρακολουθεί το θάνατο του παιδιού είναι πιο βαθειά από την αντίδραση κάποιου στο άκουσμα της είδησης ότι «ένα εκατομμύριο άνθρωποι σκοτώθηκαν».

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2018

Το Βλεμμα του Αποχαιρετισμού

Ο Ross Macdonald (είναι ψευδώνυμο του αμερικανοκαναδού συγγραφέα Kenneth Millar) έγινε γνωστός από τις ιστορίες που πρωταγωνιστή του Lew Archer, ενός δαιμόνιου ντετέκτιβ που έδρασε στη Νότια Καλιφόρνια και εξιχνίασε πολλά εγκλήματα από το 1940.  Συγκαταλέγεται στους σπουδαιότερους Αμερικανούς συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας και ο ήρωας του, οποίος ενσαρκώθηκε με πολύ ανθρώπινο τρόπο στη μεγάλη οθόνη από τον Paul Newman, αγαπήθηκε πολύ.

Τον ιδιωτικό ντέτεκτιβ Lew Archer.  τον ξανασυναντάμε  στο ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ  που κυκλοφόρησε φέτος για πρώτη φορά στα ελληνικά, από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ, μια ιστορία περίπλοκη, ακόμη και για τους λάτρεις του αστυνομικού μυθιστορήματος, με πλοκή ευρηματική και ανατροπές.  Παιδί χωρισμένων γονιών ο ίδιος ο συγγραφέας, μεγαλωμένος από τη μητέρα του και την οικογένειά της στον Καναδά, παντρεύτηκε την συγγραφέα Margaret Sturm με την οποία επιστρέφει στην Καλιφόρνια όπου και γράφει αρχικά εύπεπτες αστυνομικές ιστορίες σε περιοδικά.  Σιγά-σιγά ωστόσο ως το 1983 που πέθανε, κατάφερε να δώσει στο μυθιστόρημα του αμερικανικού εγκλήματος ένα ψυχολογικό βάθος και ένα είδος ηθικής πολυπλοκότητας που οι προκάτοχοί του Raymond Chandler και Dashiel Hammet , κορυφαίοι στην αστυνομική λογοτεχνία του περασμένου αιώνα, είχαν απλά υπαινιχθεί.   


Στο Βλέμμα του Αποχαιρετισμού, ένα παιδί με βαθιά ψυχολογικά τραύματα βρίσκεται στο επίκεντρο της ιστορίας κι αυτό δεν είναι ίσως ξεκομμένο από την προσωπική διαδρομή και τα βιώματα του συγγραφέα.  Είναι παιδί με τραυματισμένη ψυχή λόγω οικογενειακής κατάστασης.   Η παράξενη διάρρηξη μιας χρυσής κασέλας με επιστολές απο τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, από την έπαυλη του Λάρι και της Αϊρίν Τσάλμερς βρίσκεται στην άκρη του νήματος που οδηγεί την ιστορία.  Το ζευγάρι Τσάλμερς αρνείται να καλέσει την αστυνομία.  Ισχυρίζονται σιωπηρά ότι ο λόγος είναι πως υποψιάζονται ότι ο Νικ, ο νεαρός γιος τους, εμπλέκεται στην υπόθεση.  Αρχικά φαίνεται λογικό. 


Ο δικηγόρος της οικογένειας Τζον Τράτγουελ ζητά απο τον ιδιωτικό ντέτεκτιβ Lew Archer να διαλευκάνει το μυστήριο.  Αυτός σύντομα συνειδητοποιεί ότι η υπόθεση δεν αφορά απλώς μερικά κλεμμένα γράμματα καθώς το πτώμα ενός συνεργάτη του Νικ γίνεται μοχλός για νέες αποκαλύψεις.   Η δολοφονία όμως αυτή δεν είναι η μοναδική στην ιστορία. Το παζλ συμπληρώνεται από μια απαγωγή που συνέβη πολλά χρόνια πριν, καθώς και απο τη ληστεία μιας τράπεζας.  


Ένα περίστροφο τέλος που χρησιμοποιήθηκε σε τρεις δολοφονίες, δένει την υπόθεση και δικαιολογεί τη φήμη του ιδιωτικού ντετέκτιβ Lew Archer ο οποίος αρχικά είχε κάνει την εμφάνιση του σε ένα διήγημα του 1946 με τίτλο Find the Womman που δημοσιεύθηκε σε αμερικανικό περιοδικό.  Από τότε ακολούθησαν καμιά εικοσαριά άλλα τέτοια που το αναγνωστικό κοινό λάτρεψε.

Με τον κεντρικό του χαρακτήρα ο Macdonald επαναπροσδιόρισε την ανάμειξη του ιδιωτικού "ματιού" στην αστυνομική έρευνα, σαν να έκανε κτήμα όλων των αναγνωστών του τη συνείδηση που περπατά στα ύπουλα σύνορα μεταξύ εγκληματικής ενοχής και ανθρώπινης αμαρτίας. 


Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2018

Η ωραία της Νύχτας και η ζωή μετά το φόνο


Κι όμως, μετά το φόνο υπάρχει ζωή, κι ύστερα, μπορεί να υπάρξει πάλι φόνος κι έτσι μια σύγχρονη ανθρώπινη τραγωδία αναπαράγεται από γενιά σε γενιά, φτάνει να υπάρχει κάποιος να την αφηγηθεί, να τη ζήσει με το δικό του τρόπο και να μας την μεταφέρει.

Μαζί με μια μεθυστική εσάνς από νυχτολούλουδο, μας μεταφέρει τα συναισθήματα δυο γυναικών και μαζί, ένα σωρό οικογενειακά μυστικά.  Αυτές οι δυο γυναίκες βρίσκονται στο επίκεντρο της ιστορίας του βιβλίου της Ελένης Γκίκα «Η ωραία της νύχτας», κείμενο δύσκολο μα την αλήθεια, μιας και η υπόθεση που πραγματεύεται είναι μια ιστορία σκοτεινή μα πραγματική, όχι πολύ μακριά από το σήμερα, γραμμένο για αναγνώστες κάπως εξασκημένους.

Οι δυο κεντρικοί χαρακτήρες ξεδιπλώνονται στο χαρτί του τρίτου προσώπου του βιβλίου, μιας ακόμα γυναίκας που εκτελεί χρέη αφηγητή και αναλαμβάνει να διερευνήσει τα αίτια ενός φονικού μα πολύ γρήγορα θα σκοντάψει σε ένα δεύτερο παλιότερο φόνο.  Γράφει την ιστορία της, κάθε βράδυ, σε ένα δροσερό παραμυθένιο κήπο, πολύ κοντά με την ηρωίδα της, μα ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Ερωτική αντιζηλία ήταν η ρίζα του κακού.  

Μια 26χρονη γυναίκα έχει σκοτώσει τη σύζυγο του εραστή της μπροστά στα δυο της παιδιά και στα δυο του θύματος.  Η 26χρονη όμως, είναι η εγγονή μιας άλλης μυθικής γυναίκας, η οποία, έχοντας βιώσει πολύ δύσκολα παιδιά χρόνια, στον ίδιο τόπο, αφού πρώτα δοκιμάστηκε έφτασε στα όριά της και έκαψε ζωντανό τον σύζυγό της, που την κακοποιούσε. 
Ο τόπος είναι ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες του βιβλίου, ένας πρωταγωνιστής, λειτουργεί ως συνεκτικός κρίκος στην πλοκή της ιστορίας.  Το Κορωπί είναι ο ένας από τους δυο κοινούς παρονομαστές των δυο φονικών  -ο άλλος είναι η οικογένεια, η συγγενική σχέση-  και μέσα σε ένα ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό τοπίο, σε καταπράσινους κήπους με λουλούδια και βοτάνια κάθε είδους και γήινες μυρωδιές, γίνεται μια κατάδυση συνεχής ανάμεσα στο συνειδητό και το υποσυνείδητο των προσώπων της ιστορίας, μα και των προγόνων τους. Η κληρονομικότητα δεν αναφέρεται με καθαρά λόγια μα είναι παρούσα και βαριά.  Εκείνη, «το κορίτσι που το είπαν φόνισσα» μας μιλάει ανενδοίαστα σε πρώτο πρόσωπο χωρίς να απολογείται καθόλου, εξηγώντας τον σαρωτικό της έρωτα για τον  αναποφάσιστο άνδρα με τις δυο γυναίκες και δυο οικογένειες... Σε πρώτο πρόσωπο μας μιλάει και η πονεμένη Ελένη, η γιαγιά της 26χρονης, εκείνη που βιάσθηκε για χρόνια από το αφεντικό της μέχρι που ατιμασμένη την ανάγκασαν να τον παντρευτεί, εκείνη που όταν μέσα της πήρε τη μεγάλη απόφαση να προβεί στη μοιραία κίνηση, έζησε εκείνη τη μέρα της σαν όλες τις άλλες, με υπομονή, όπως έκανε σε όλη της τη ζωή, με απόλυτη συνείδηση και σθένος. 

Η συγγραφέας δεν περιγράφει ούτε τη μία , ούτε την άλλη ως ψυχρή και στυγνή δολοφόνο. Περιγράφει τα γεγονότα που οδήγησαν στους φόνους, όμως καταδύεται βαθειά στις ψυχές τους, διερευνά τις καλές τους πλευρές, αναζητώντας τις λέξεις που αντιστοιχούν στην πλευρά τους την ανθρώπινη, την πονετική.  Η Ελένη Γκίκα δείχνει τον άνθρωπο το Α κεφαλαίο.  Βάζει τον αναγνώστη να σκεφθεί, να προβληματισθεί, όπως άλλωστε κάνει και η ίδια.  Και αν ο αναγνώστης ζει σε μια κλειστή κοινωνία,  τότε σκέφτεται ότι τα πράγματα μπορεί να μην είναι έτσι όπως όλοι λένε, αλλά υπάρχουν κι άλλες όψεις της ίδιας πραγματικότητας...  Δείχνει τη γυναίκα που βασανίστηκε κι αποκαλύπτει τις σκέψεις της. Η Ελένη Παπαϊωάννου έμεινε στα χρονικά του τόπου της ως μια σκοτεινή περσόνα και πολλοί μπορεί να φοβούνταν για καιρό να περάσουν από το μπαρουτοκαπνισμένο κατώφλι του σπιτιού της.  Στο βιβλίο τη συναντάμε στη φυλακή, κι αργότερα στο «πουθενά», στην άκρη μιας πέτρας να ζεί σε ένα φάρο, εκεί που διάλεξε να ησυχάσει, να κατασταλάξει μαζί με το άλλο της μισό, το γεμάτο σιωπηρή κατανόηση για όλα. Η εγγονή της, πενήντα χρόνια μετά, στα 26 της, όπως ήταν και η γιαγιά της, για διαφορετικούς λόγους ωστόσο, γίνεται η «Τίγρης του Κορωπίου» και πηγαίνει στο σπίτι του εραστή της και δολοφονεί τη νόμιμη συζυγό του, μητέρα επίσης δυο ανήλικων παιδιών.

Ως δια μαγείας, μέσα σε ένα κάδρο ασφυκτικά ρεαλιστικό, η λογοτεχνία είναι παρούσα παντού.  Η Μαντάμ Μποβαρί του Φλωμπέρ, η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, ο Αντερσεν με τα παραμύθια του, ο Τέννεσι Ουίλιαμς με τον Γυάλινο Κόσμο του, τα φονικά της Άγκαθας και οι μοιραίες επαναλήψεις του Μπόρχες μας συντροφεύουν και μας οδηγούν στην ιστορία αυτή που εξελίσσεται πριν από χρόνια, μα ίσως και μετά, ακόμα και τώρα, μέρες και νύχτες, μέσα σε γειτονιές και κήπους ουράνιους, όπως αυτοί που δημιουργεί η συγγραφέας, κήπους πνιγμένους στα νυχτολούλουδα, τις πετούνιες, τους κατιφέδες, τα δενδρολίβανα, τα φούλια, τα χρυσάνθεμα, τους κισσούς, τις γαζίες και τις δράκαινες, κάτω από μουριές και ιτιές με μυρωδιές διάχυτες από μέντα, βασιλικό και δυόσμο.


Με εργαλείο το χιούμορ


Μια άλλη διάσταση της χιουμοριστικής γραφής αποκαλύπτεται με την ανάγνωση των ιστοριών του David Sedaris.   Οι αυτοβιογραφικές ως επί το πλείστον αυτοτελείς ιστορίες του, οι οποίες προέρχονται κυρίως από την παιδική και εφηβική του ηλικία βάζουν τον Sedaris σε μια από τις θέσεις των  σημαντικότερων εκπροσώπων του αμερικανικού χιούμορ του εικοστού αιώνα. 

Σίγουρα επηρεασμένος από την αμερικανοεβραϊκή παράδοση και στη λογοτεχνία, αλλά και γενικότερα το Pop Culture, έχει δημοσιεύσει κείμενο που καθόλου τυχαία θα μπορούσαν να είναι το απόλυτο σενάριο για αμερικανικές κωμικές σειρές, ή ακόμα και για ταινίες όπως αυτές των αδελφών Κοέν, με τις οποίες έχουν κοινά μοτίβα στο χιούμορ.

Ο συγγραφέας βασίζεται πολύ στον αυτοσχεδιασμό. Σαν να τον παρασέρνει ένας κωμικός οίστρος και εκείνος, λίγο ή πολύ αφήνει αυτόν τον  οίστρο να τον οδηγεί.  Αυτό βέβαια σημαίνει ότι δεν είναι όλα εξίσου αστεία, ούτε ότι όλοι γελούν με όλα.  Ωστόσο δίνει το στίγμα μιας εποχής κι ενός τόπου.

Ο ήρωας φαίνεται στην αρχή υπερβολικά κυνικός. Ήρωας και αντιήρωας μαζί. Πολλά από τα διηγήματα του θα μπορούσαν να είναι ταυτόχρονα και δραματικά, όμως εκείνος προτιμάει το δρόμο της διακωμώδησης, αντίθετα ίσως από τη διάθεση που έδειξε ο J.D.Salinger με τον «Φύλακα στη Σίκαλη» (αντιήρωας και αυτός ο έφηβος) που περιγράφει ταυτόχρονα συναισθήματα απέχθειας και αγάπης ταυτόχρονα για τον κόσμο και για τους γύρω του..

Μετά την ανάγνωση του «Γυμνός» του David Sedaris, αναρωτήθηκα με ποιο βιβλίο είχα ξαναγελάσει τόσο.  Μπορεί να εκπλαγείτε αλλά το μυαλό μου πήγε στον Εμμ.Ροϊδη και το «Ψυχολογία Συριανού Συζύγου» που είχε καταφέρει να με βγάλει από το πετσί μου για να συμπάσχω με τον Συριανό Σύζυγο και τα πάθη του, ώσπου να τελειώσουν οι απόλυτα «ρυθμικές» σελίδες του . Φυσικά αυτό προέρχεται περισσότερο από μια πιο... βρετανική παράδοση με χιούμορ φλεγματικό, ειρωνική διάθεση και ύφος comme il faut, δεδομένου ότι γράφτηκε σε άλλη γλώσσα και άλλη εποχή, αλλά τα κοινά σημεία τους, για τον αναγνώστη τον επίμονο,  ήταν διακριτά.

Οι 17 ιστορίες του, με τον γενικό τίτλο ΓΥΜΝΟΣ  αφορούν αφηγήσεις που προέρχονται από τα έργα και τις ημέρες των μελών της οικογένειάς του και των φίλων τους και είναι δοσμένες με ανάλαφρη διάθεση, χιούμορ μάλλον ανατρεπτικό, με αυτοσαρκασμό και σε πολλά σημεία με υφέρποντα κυνισμό.  Το ξεκαρδιστικό ύφος του ενδεχομένως γίνεται κατά τόπους χοντροκομμένο, κυρίως όταν ο αφηγητής γράφει με την ηλικία του πρωταγωνιστή του, αλλά τα βιβλία του γίνονται πολύ δημοφιλή ίσως ακριβώς επειδή είναι συνεπής και συνεχίζει αυτήν την παράδοση. 

Εκείνο που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι να δει κανείς πώς λειτουργεί συχνά το χιούμορ, με στόχο να μας δείξει τελικά το αντίθετο από αυτά που λέει.  Όταν σε κάποιες ιστορίες γράφει με ένα πιο... ενήλικο χέρι, βλέπει τον πρωταγωνιστή του διαφορετικά, από άλλη οπτική γωνία, ίσως από κάποια απόσταση, τον κάνει πιο σοφό και χρησιμοποιεί το χιούμορ για να παραδεχθεί τα λάθη που έκανε σε νεαρή ηλικία, ή να παραδεχθεί αξίες γύρω του που κάποτε είχε εκμηδενίσει.  Δεν γνωρίζω εάν έγραψε τις ιστορίες που περιλαμβάνει στο «Γυμνός» σε διάφορες ηλικίες, όπως νόμισα αρχικά, ή τελικά αυτό αποτέλεσε μια πολύ ενδιαφέρουσα τεχνική του ...

Ο σαρκασμός του είναι πιθανότατα συχνά συγκαλυμμένη νοσταλγία για την παιδική και εφηβική ηλικία.  Σε ορισμένες διηγήσεις διακωμωδεί την οικογένεια χρησιμοποιώντας ανελέητο χιούμορ, αλλά τελικά, με κάποιο ιδιαίτερο τρόπο γίνεται ικανός να βγάλει ένα συναίσθημα τρυφερότητας παρά επίκρισης για τους δικούς του ανθρώπους.  Μπορεί να βομβαρδίζει με χιουμοριστικές ατάκες και με τον τρόπο αυτό να προχωρεί πιο βαθειά στο θέμα του, πίσω όμως από έναν καταιγισμό από αστεία, μπορεί να κρύβει μια ωριμότερη σκέψη και ένα είδος σοφίας σε ορισμένες από τις ιστορίες του. 

Στην αρχή μπορεί να κερδίσει τη συμπάθεια του αναγνώστη, ακόμα και να τον συγκινήσει, ή να τον παγώσει από τον απύθμενο κυνισμό των εφήβων, όμως πουθενά τελικά δεν αποκλείει κανείς ότι ο κυνισμός αυτός είναι ένας, το λιγότερο, πληγωμένος ρομαντισμός, μιας γενιάς που δεν τον έζησε...


Εντέλει, όταν το χιούμορ γίνεται εργαλείο και χρησιμοποιείται κατά βούληση (και κατά δύναμη) μπορεί να έχει πολύ πιο σύνθετα αποτελέσματα από την απλή πρόκληση γέλιου με στόχο την ψυχαγωγία.  Προφανώς εξαρτάται από τον «τεχνίτη» της γλώσσας και την εποχή του κι ο David Sedaris μας το αποδεικνύει με την συλλογή «ΓΥΜΝΟΣ» που κυκλοφορεί σε μετάφραση Μυρσίνης Γκανά, από τις εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ.

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Τζιοκόντα. Έρωτας και Θάνατος


Το μεγαλείο της νιότης υπενθυμίζει στον αναγνώστη η ΤΖΙΟΚΟΝΤΑ του Νίκου Κοκάντζη και τον βάζει να σκεφθεί πόσο μικρός στ' αλήθεια φαίνεται ένας σαρωτικός παγκόσμιος πόλεμος στα μάτια δυο ερωτευμένων εφήβων που ζουν το τώρα και απολαμβάνουν το δώρο της ζωής, σαν να μην υπάρχει αύριο. 

Το βιβλίο αυτό, αν και το μοναδικό του Θεσσαλονικιού ψυχιάτρου που έφυγε από τη ζωή το 2009, άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια του στη νεώτερη ελληνική λογοτεχνική πραγματικοτητα. Πρόκειται για μια ιστορία πάθους που έζησε  στην Θεσσαλονίκη την εποχή της γερμανικής Κατοχής ο ίδιος ο συγγραφέας με μια νεαρή Εβραιοπούλα.  Η αφήγησή του επικεντρώνεται στην παρθενική ανακάλυψη της απόλαυσης της σάρκας, στην αφύπνιση της επιθυμίας, της τελετουργίας και της ανακάλυψής της, αλλά και στη συνειδητοποίηση στο μυαλό των δυο νέων, ότι οι συναντήσεις τους είναι πράξεις αντίστασης...

Κάποια στιγμή, που σχεδόν νομίζεις ότι είναι η στιγμή που περίμεναν τα δυο παιδιά, η Τζιοκόντα και η οικογένειά της επιβιβάστηκαν σε ένα απο τα γερμανικά καμιόνια κι ύστερα σε τραίνο για το Αουσβιτς.  Είναι η στιγμή που ο έρωτας και ο θάνατος συναντιούνται.  Πρόκειται για ένα κείμενο με βαθιά συγκινησιακή φόρτιση και κάνει την περιγραφή των ερωτικών συνευρέσεων του ζευγαριού χωρίς περιστροφές, ψευτοντροπές και χωρίς ηθικολογίες.  Με απόλυτη συνέπεια στο ύφος, με αμεσότητα, απλότητα και ρομαντισμό ο Κοκάντζης (ξεφεύγοντας εντελώς από την παγίδα της αφέλειας ή της σαχλαμάρας στην οποία εύκολα μπορεί να πέσει ένας συγγραφέας σε αυτήν την περίπτωση) περιγράφει πώς τα παιδιά ανακαλύπτουν τον έρωτα κάτω από τις συνθήκες του πολέμου.

Με μαστοριά  -η οποία με κάνει να αναρωτιέμαι γιατί άραγε αυτή η μεγαλειώδης απο τεχνικής άποψης νουβέλα, δεν στάθηκε δυνατόν να γίνει η απαρχή μιας σειράς βιβλίων από τον Νίκο Κοκάντζη- ο συγγραφέας προϊκονομεί τους βομβαρδισμούς της Θεσσαλονίκης μέσα απο τις ερωτικές σκηνές.  Επίσης ο συγγραφέας ενθέτει την αναφορά του Ολοκαυτώματος εντελώς αντιθετικά, μέσα στις πιο όμορφες στιγμές που περνούν κρυφά οι δυο νέοι, μέσα απο τις περιγραφές για το σώμα τους, το άρωμά τους, τη νιότη τους , προϊκονομεί το συγκλονιστικό μέλλον...



Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι το βιβλίο αυτό επανεκδίδεται συνεχώς μετά την πρώτη του έκδοση το 1975.  Ο πόλεμος υπάρχει ως φόντο στην ιστορία αυτής της αγάπης.  Ακόμα και για τις φρικαλεότητες, η ματιά του Κοκάντζη ρίχνεται με απαλό κι ευαίσθητο τρόπο.  Αυτό που είχε σημασία γι αυτόν ήταν να πει τις αναμνήσεις του, την ιστορία του. Και το κάνει με ιερό τρόπο στη μνήμη της λατρεμένης του Tζιοκόντα που χάθηκε άδικα στα κρεματόρια με ένα σώμα που ήταν γεμάτο αγάπη και φως από τη ζωή της νιότης.