Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

Ο Αχός της εποχής

Η ιστορία αφορά τη σύγκρουση ζωής και τέχνης.  Ποιος αντιλέγει; Τα γεγονότα πάντοτε αφήνουν τα ίχνη τους πάνω στην τέχνη.  Η ιστορία λοιπόν παρουσιάζει από τη μια πλευρά τη δύναμη, την υψηλή αδρεναλίνη και το θάρρος, κι από την άλλη τη δειλία, τον αναγκαστικό συμβιβασμό, την ταπείνωση και τον πόνο που την συνοδεύει. Το βιβλίο αναφέρεται στη ζωή και το έργο του Ντμιτρι Σοστακόβιτς και στη σχέση του με το σταλινικό καθεστώς.

 Η αλήθεια είναι ότι δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τζούλιαν Μπαρνς ασχολείται με βιογραφίες μεγάλων προσωπικοτήτων. Το είχε κάνει στο αξέχαστο "Παπαγάλο του Φλωμπέρ"  όπου μας εντυπωσίασε με διάφορα περιστατικά από τη ζωή του Γκυστάβ Φλωμπέρ, αποκαλύπτοντας την υποκειμενική του ματιά στην καταγραφή ενός ιστορικού γεγονότος, αλλά και στον τρόπο μετάδοσής του, η οποία μπορεί να διαφοροποιήσει τελικά το ίδιο το γεγονός, αυτό καθαυτό.

Όταν το καθεστώς ασκεί καταναγκασμό και τρόμο συνθλίβει την καλλιτεχνική ευφυΐα.  Το θέμα είναι ότι αν τελικά η ευφυΐα επιβιώσει, θα έχει ισοπεδωθεί;  Κατά πόσο η άσκηση βίας από το πολιτικό σύστημα τον υποτάσσει; ή μήπως η ηθική στάση του καλλιτέχνη που επιθυμεί να συνεχίσει να υπηρετεί την τέχνη του, τον ωθεί να μην υποταχθεί και να εξοριστεί, ή να θανατωθεί;   Και εν πάσει περιπτώσει πρόκειται για δειλία όταν επιλέγει κανείς να ζήσει, όπως ο Σοστακόβιτς κάτω απο συνθήκες τρόμου, υποχωρώντας σε απαιτήσεις της παράλογης αρχής;

Ο Τζουλιαν Μπαρνς , που έχει μια έντονη τάση αμφισβήτησης, αποδίδει μια ολόκληρη εποχή σε αυτό το υπέροχο πόνημα.  Η εποχή αυτή έβαλε τη σφραγίδα της σε πολλά σημεία του χάρτη, έκρινε το μέλλον μέχρι και το σήμερα, όρισε τις ζωές πολλών ανθρώπων και φυσικά όρισε και τις μετέπειτα σχέσεις του δυτικού κόσμου και την πρώην Σοβιετική Ένωση.   Γνωρίζοντας οτι "τούτη ήταν η χειρότερη εποχή" όπως γράφει χαρακτηριστικά, ο 30χρονος, την άνοιξη του 1937)  Σοστακόβιτς περιμένει για ώρα υπομονετικά, έξω από ένα ασανσέρ πολυκατοικίας του Λένινγκραντ, να έρθουν να τον συλλάβουν απο την Υπηρεσία Κρατικής Ασφάλειας.  Τι κι αν πρόσφερε μέχρι εκείνη τη στιγμή ευφρόσυνες στιγμές στα πλήθη, τι κι αν έπαιξε σονάτες σε βελουδένια σαλόνια; Τι κι αν "κολυμπούσε στις τιμές όπως η γαρίδες στη μαγιονέζα του κοκτέιλ" όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Μπαρνς.  Κανένας από όσους μεγαλοσχήμονες γνώρισε δεν  του ήταν χρήσιμος εκείνες τις ατέλειωτες στιγμές δίπλα στο ασανσέρ...

Χωρίς λόγια που θα έκαναν πολύ μελό θα ήθελα να αναρωτηθώ πώς βλέπουμε σήμερα κάποιον που δεν αντιστέκεται, δεν τηρεί "ηρωική" στάση απέναντι σε ένα καταπιεστικό καθεστώς.  Τι ακριβώς σημαίνει ένα τέτοιο πρόσωπο για το καθεστώς; Ποιο ήταν το λάθος που έκανε ο συνθέτης για να τραβήξει πάνω του το βλέμμα του Στάλιν;  Μήπως όλα συνέβησαν γιατί ένα έργο του προκάλεσε δυσαρέσκεια; Ίσως ο τρόμος άρχισε να προκαλείται όταν σε άρθρο της η "Πραβντα" είχε επικρίνει την όπερά του "Η Λαίδη Μπακμπεθ του Μτσενσκ" ως "μουσική-βαβούρα"...

Δεν πρόκειται για ιστορία που έχει μια ενιαία πλοκή. Πρόκειται για ένα έργο με τρίπρακτη δομή. Ο συγγραφέας έχει διαλέξει τρία συμβάντα-σταθμούς για τη ζωή του μεγάλου συνθέτη.  Τα παραπάνω περιέχονται στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου. Στο δεύτερο κεφάλαιο ο συνθέτης βρίσκεται επίσης σε μια πολύ δύσκολη στιγμή του. Σε μια ομιλία που έκανε στο Πολιτιστικό κι Επιστημονικό Συνέδριο για την Παγκόσμια Ειρήνη στη Νέα Υόρκη, αναγκάσθηκε να ισχυριστεί οτι το έργο του Ιγκόρ Στραβίνσκι, το οποίο ο Σοστακόβιτς εθαύμαζε, αποτελεί "παράδειγμα διαστροφής".  Τα συναισθήματα είναι καταιγιστικά.  Νοιώθει ενοχές, είναι ηττημένος και ταπεινωμένος απο τις τακτικές του ολοκληρωτικού πολιτικού συστήματος και κατανοεί οτι δεν μπορεί να γίνει κάτι και κανείς δεν μπορεί...



 Ίσως δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι από εκείνο το σημείο και μετά, η ταπείνωση είναι ολοκληρωτική.  Ο συνθέτης παρακολουθεί φροντιστηριακά μαθήματα μαρξισμού-λενινισμού και αποκηρύσσει κάθε είδος κοσμοπολιτισμού στην τέχνη. Ταυτόχρονα υπογράφει πολλές δηλώσεις μεταμέλειας, εκφωνεί ομιλίες -γραμμένες τις περισσότερες φορές από την KGB- εναντίον της καπιταλιστικής και ιμπεριαλιστικής Δύσης, ενώ τελικά εντάσσεται στους "μηχανικούς ανθρώπινων ψυχών" πράγμα που συνοψίζει τη στάση πάρα πολλών καλλιτεχνών της εποχής, οι οποίοι τελικά υποτάχθηκαν....

Στο τρίτο κεφάλαιο βρισκόμαστε στην δεκαετία του '60 και στην περίοδο αποσταλινοποίησης της ΕΣΣΔ από τον Χρουτσόφ.  Ο Σοστακόβιτς αναλογίζεται την αδυναμία του να εμποδίσει την άνευ όρων αφομοίωσή του από το -φαινομενικά- διαφοροποιημένο καθεστώς.  Συνειδητοποιεί ότι η στάση του σημαίνει απόλυτη απεμπόληση ακόμα και του ύστατου δικαιώματος αυτονομίας, αφού πλέον εγγράφεται στο κόμμα και προς αντάλλαγμα διορίζεται στη θέση του Προέδρου της Ένωσης Σοβιετικών Συνθετών με τιμές και δόξες...

Οι σχέσεις του με το καθεστώς έχουν αποκατασταθεί.  Συνθέτει φιλολαϊκή μουσική κι εμψυχώνει τους στρατιώτες και την εργατική τάξη.  Ο Αλεξαντερ Σολζενίτσιν, γνωστός αντιφρονών του καθεστώτος είχε αποκαλέσει "τραγική ιδιοφυΐα, αυτόν τον αξιολύπητο Σοστακόβιτς"!  Η τέχνη του που από κανέναν δεν αμφισβητήθηκε -εκτός του Στάλιν- δεν στάθηκε αιτία να του χαριστεί κανένας. Έζησε βυθισμένος στην ταπείνωση, την ντροπή ως τα γεράματα, προφανώς με την ελπίδα ότι ο θάνατος θα απελευθέρωνε τη μουσική του από την ταπεινωμένη -στον φόβο και τον συμβιβασμό- ζωή του.

Άραγε αν μείνει η μουσική στα συρτάρια, θαμμένη για χρόνια, τί θα γίνει; Θα γίνει καλύτερη; Θα γίνει περισσότερο κατανοητή;  Μήπως συνθέτοντας μουσική, κάνοντας τέχνη, μπορεί κάποιος να ακουστεί πάνω από τον αχό της εποχής;  Μήπως κέρδιζε τελικά την κατανόηση της Ιστορίας; Μήπως τελικά αυτήν την κατανόηση την κέρδισε, γιατί εάν ο Συνθέτης έπρατε διαφορετικά, θα μπορούσε να έχει εξαφανισθεί απο το χάρτη; Μα για ποιόν χάρτη όμως μιλάμε; Μάλλον αυτόν που χάραξε ο πόλεμος...

Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

Η Κυρά της Ρω, κυρά της ψυχής μας

Το κείμενο "Κυρά της Ρω" υπενθυμίζει σε όσους το λησμόνησαν, ποια ακριβώς, είναι η Ελλάδα.  Και αν από αυτούς που το λησμόνησαν, οι περισσότεροι περιμένουν να δουν με μια εθνικοκάπηλη ματιά μέσα από την παράσταση, την έπαρση της γαλανόλευκης, πλανώνται.  Κάτι άλλο, περισσότερο συγκλονιστικό, τους περιμένει εκεί στα πέριξ της Ακρόπολης και στο Θέατρο Σφενδόνη.

"... Θέλω αντί για ίχνη, να αφήσω μια σημαία.  Του ασήμαντου ανθρώπου, του κυριακάτικου τραπεζιού, της αρχαίας χαράς...".

Ποιος ξέρει αν έλεγε κάποτε τέτοια λόγια, ή άλλα, η Δέσποινα Αχλαδιώτη, που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της σ' εκείνο το μικροσκοπικό νησάκι απέναντι από το πατρώο της, το Καστελόριζο.  Ο συγγραφέας ωστόσο, ο Γιάννης Σκαραγκάς σε πείθει.  Ξέρεις όταν ακούς την σπαρακτική ερμηνεία της Φωτεινής Μπαξεβάνη, ότι η "Κυρά της Ρω" -δεν μπορεί-  κάπως έτσι θα σκεφτόταν.  

Ο έρωτας ήταν η αφορμή που την έκανε να ακολουθήσει εκεί τον αγαπημένο της τον οποίο παντρεύτηκε κόντρα στην οικογένειά της.  Πάλεψε με τα θηρία των πατρικών πεποιθήσεων σε μια εποχή δύσκολη.  Μα όταν εκείνος πέθανε, εκείνη δεν απαρνήθηκε την απόφασή της και παρέμεινε εκεί, κάνοντας το μέρος πατρίδα της.   Άλλωστε πατρίδα δεν είναι εκεί που γεννιέσαι. Είναι το καρώ τραπεζομάντηλο του κυριακάτικου τραπεζιού, είναι το μοσχομυριστό ζυμάρι που φουσκώνει για να κεραστούν οι νησιώτες στους γάμους, είναι η λάμψη στα πρόσωπα από τη φλόγα στις πασχαλιάτικες λαμπάδες.  Αυτά σου μένουν από το κέντημα του συγγραφέα πάνω στην ιστορία της Κυράς της Ρω...


"Δεν τη φοβάμαι την ερημιά.  Ποτέ δεν τη φοβήθηκα.  Υπήρχαν χρόνια που αυτό εδώ το νησάκι, η Ρω, έμοιαζε με βασίλειο. Αυτός ήταν ο θρόνος μας. Μια ξεραμένη λεμονόφλουδα και γύρω της το μπλε.  Ήμασταν εγώ, ο άντρας μου και το γαλάζιο.  Αυτός ήταν ο λαός μας. Μπορεί να μην είχε φωνή, άλλαζε όμως αποχρώσεις, αμέτρητες αποχρώσεις και πρόσωπα, ανάλογα με τις εποχές και τις μέρες"

Η Δέσποινα Αχλαδιώτη ήταν ακόμη νέα την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πόλεμου, έζησε τις συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής, τον ισχυρό σεισμό των 8 Ρίχτερ του 1926 που κατέστρεψε πολλά σπίτια στο νησί, και τον Δεύτερο Παγκόσμιο. Στη διάρκεια αυτών των ετών, πολλοί κάτοικοι εγκατέλειψαν το Καστελόριζο και μετοίκησαν στη Ρόδο, την Αθήνα και την Τουρκία. Πολλοί ωστόσο ταξίδεψαν ως την Αυστραλία και την Αμερική για να κάνουν νέο ξεκίνημα με τις οικογένειές τους.  Εκείνη έμεινε πιστή στο ιδανικό της. Στον σύντροφό της.  Στον τόπο της. Στο μπλε.

"Τον αγάπησα πολύ τον Κώστα. Για πολλά πράγματα.  Άλλα τα ξέχασα, άλλα τα μπέρδεψα.  Ένα πράγμα όμως κράτησε την αγάπη μου γι αυτόν ζωντανή. Μ'έκανε πάντα να θυμάμαι ποια είμαι.  Με κοίταζε και αμέσως καταλάβαινα.   Αυτό είσαι, σκεφτόμουν, αυτό το μπλε.  Και, αντί για καρδιά, έχεις μια γραμμή.   Όποτε θέλει χωρίζει τον κόσμο στα δυο και, όποτε θέλει, σε βάζει στη μέση να τον βαστάς". 

Σε όλη της ζωή η γυναίκα αυτή εξέπεμπε ένα σήμα.  Το εισπράτεις και σήμερα  το σήμα μέσα από τον καθηλωτικό μονόλογο και αυτό είναι συγκινητικό.  Και γίνεται ακόμα πιο συγκινητικό όταν ακούς ότι "Κανείς δεν γεννιέται ήρωας -γίνεται, μέσα από μια πίστη, μια ανάγκη".   Στο δικό μου μυαλό, αυτό πολλά εξηγεί, μα αφήνει αδιερεύνητο το  γιατί η ανάγκη η σημερινή, δεν έφτασε ακόμα για να φτιάξει ήρωες.  Δεν αρκεί η απλή ανάγκη, σκέφτομαι, δεν αρκεί...


Η γυναίκα αυτή έφυγε από τη ζωή στα 92 της χρόνια και μέχρι τότε δεν υπήρξε πρωινό της ζωής της που δεν "σήκωσε" τη σημαία στο νησάκι της. Και δεν το έκανε  για να γίνει ηρωίδα. Θεωρούσε ότι έπρεπε να εκπέμψει ένα σημάδι ζωής στους γύρω της, στα καράβια που περνούσαν από τα νερά του Αιγαίου, να απευθύνει έναν χαιρετισμό από αυτό το μικρό κομμάτι βράχου το οποίο διεκδικούσαν πάντοτε οι Τούρκοι, άλλοτε βομβάρδισαν οι Γερμανοί κι άλλοτε έγινε κρησφύγετο για τους αγώνες.  "Το νησί αυτό ήταν η ζωή των Καστελοριζιών... Εάν το παίρνασι οι τούρκοι αυτό, θα παίρνασι και το Καστελόριζο", είπε σε εκπομπή της ΕΡΤ το 1976, χαμογελώντας, η ίδια η κυρα-Δέσποινα.

Ήταν ο δικός της αγώνας. Ήταν μια πράξη που έκανε απέναντι στον εαυτό της και τη ζωή της.  Έγινε πρότυπο. Έδειξε ότι μια απλή πράξη, ενός ανθρώπου, μπορεί να αφήσει ένα τεράστιο αποτύπωμα στη ζωή, στους γύρω της, στην Ιστορία...  Ποιος άραγε, από τους κατακτητές που πέρασαν, ή όποιος άλλος, μπορεί να ισχυριστεί ότι η γυναίκα αυτή ηττήθηκε από τα γεγονότα;  Διατήρησε ζωντανή την πίστη ότι η ζωή είναι σημαντική, ακόμα και για τον τελευταίο, τον πιο μικρό και απομονωμένο αυτής της πατρίδας.

Ο συγγραφέας Γιάννης Σκαραγκάς καταφέρνει να μένει μακριά από εξιδανικεύσεις για ηρωισμούς και μεγαλόπνοα οράματα.  Δεν θα βρουν τέτοια, όσοι θα ψάξουν για εθνικοπατριωτικές φωνές.  Με την σκηνοθέτη Κατερίνα Μπερδέκα καταφέρνει και μας γνωρίζει μια απλή νησιώτισσα, με πίστη όμως στη ζωή...  Μας την παρουσιάζει σαν μια γειτόνισσα... Αισθάνομαι πως της κτυπώ την πόρτα, κι εκείνη χαμογελαστή, είναι έτοιμη να μου φέρει δροσερό νερό στο ποτήρι, κι ένα κομμάτι ψωμί, μιας και  τό 'φερε η τύχη να βρεθώ στα μέρη της.   Και στο τέλος, αφού πίνω λαίμαργα το δροσερό νερό της, δάκρυα μου ανεβαίνουν στα μάτια, καθώς εκείνη συνεχίζει να περιγράφει πώς σκέφτεται τη ζωή.

Το βιολοντσέλο στην άκρη της σκηνής του Θεάτρου Σφενδόνη σταματά να παίζει.  Έτσι κι αλλιώς η παρουσία του ήταν διακριτική σε όλη την ώρα της παράστασης.  Τα χειροκροτήματα δεν σταματούν.  Όχι γιατί μας γνώρισαν μια ηρωίδα.  Μα γιατί η δύναμη ψυχής βρίσκεται κάπου, και περιμένει να ανασυρθεί...



Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

Μπαίνεις στο Σπίτι και βγαίνεις από το Κελλί

 Διάβασα "Το Σπίτι και το Κελλί" εκτός χρόνου. Πράγμα που σημαίνει οτι προσπάθησα να το αποσυνδέσω απο την περίοδο της έκδοσής του και απο τις κριτικές που το συνόδευσαν, εκείνη τη φορτισμένη χρονική περίοδο.

Είναι ένα πόνημα "διαβαστερό" το δίχως άλλο.  Μια φαρσοκωμωδία για την ελληνική κοινωνία.  Και ο Χωμενίδης, μολονότι δεν σε "πείθει" στις τηλεοπτικές εμφανίσεις του, έχει αναμφισβήτητα μεγάλη αφηγηματική ικανότητα, την ικανότητα να δομεί ιστορίες, να τις εμπλουτίζει λεκτικά και να τις ολοκληρώνει , αν και όχι πάντα αυξάνοντας το ενδιαφέρον τους.

Μέχρι τη μέση το βιβλίο γίνεται πολύ ενδιαφέρον, αλλά η απογοήτευση των τελευταίων σελίδων είναι δυσανάλογη της προσμονής του αναγνώστη.  Ίσως έφταιγαν τα επικίνδυνα νερά των πληροφοριών για την οργάνωση 17 Νοέμβρη, που έβλεπαν ένα διάστημα το φως της δημοσιότητας με τρόπο καταιγιστικό.  Όταν δεν έχει περάσει χρόνος, όταν δεν έχει κάτσει ο κουρνιαχτός που ξεσηκώνουν οι νωπές ειδήσεις, οι πληροφορίες ακόμα και στα χέρια κάποιου λογοτέχνη μπορεί να χάσουν την πραγματική αξία τους.  Δεν γνωρίζω τί στόχο είχε ο ίδιος όταν το έγραφε.  Πάντως, "Το Σπίτι και το Κελλί" θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα τεράστιο ψηφιδωτό, σε ένα παζλ ενδιαφέρον, για την ελληνική κοινωνία. 

Το βιβλίο που είχε την τύχη να επανεκδοθεί ξεπερνά τις 500 σελίδες και αποτελεί μια πρώτης τάξεως αφορμή για διασκέδαση και ψυχαγωγία στις μέρες μας.  Στην ουσία περιγράφει, ότι ακόμα και μια τρομοκρατική οργάνωση η οποία μπορεί κάποτε να ενέπνευσε πολλούς Έλληνες με τα ιδεώδη της, δεν είναι σε αυτή τη χώρα, παρά μια προχειρότητα, μια μπαχαλοκατάσταση που ξεκίνησε κάποτε μυστικά αλλά φιλόδοξα από ένα μοναστήρι, για να τελειώσει άδοξα τη ζωή της σε μια πλατεία, κοντά σε ένα σταθμό του μετρό, όπου η τελευταία της επιχείρηση -ας βγάλουμε απέξω το γεγονός οτι η επιχείρηση αφορούσε ερωτοδουλειά-  εξελίσσεται σε φιάσκο!  Εάν αυτός ήταν ο στόχος του Χωμενίδη, τότε επιτεύχθηκε!

Στην ιστορία παρελαύνουν πολλά πρόσωπα.  Η εύστοχη σάτιρα της μεγαλοαστικής οικογένειας του Δημήτρη Γκίκα, ιδιοκτήτη της Οινοποιητικής, όπως και όλων των ηρώων γύρω από τον κύκλο της οικογένειας αυτής, συγκαταλέγεται στις επιτυχίες του βιβλίου.  Το ίδιο και η περσόνα του Παναγιώτη Σαντορίνη, υψηλόβαθμου στελέχους του Υπουργείο Εξωτερικών, που κάνει τις αποκαλύψεις για τη δράση της "Εταιρείας" στον Γκίκα.

Ναι μεν, είναι σαν ολοζώντανη φωτογραφία που δείχνει τρομοκράτες, δολοφόνους, ομοφυλόφιλους, κακομοίρηδες, αστούς και υψηλόβαθμους που είναι έτοιμοι να λύσουν τα θέματά τους με δωροδοκίες, μυστικές συνενοήσεις και φόνους, καθωσπρέπει κυρίες που κερατώνουν όμορφα και ήσυχα τους συζύγους τους, όμως κάπου χρειαζόταν και κανένα "καλό" πρόσωπο, γιατί η παντελής απουσία θετικών χαρακτήρων κάπως προβληματικό μου φάνηκε...

Μπορεί επίσης ο συγγραφέας να θέλησε να δείξει ότι γίνονται δίκες στημένες, ή ανούσιες, όταν τα εγκλήματα παρέρχονται, όμως η παρωδία της δίκης των τρομοκρατών ούτε γέλιο δεν μπόρεσε να μου προκαλέσει, μαζί με μερικές απορίες που μου έμειναν στο τέλος της ανάγνωσης:  Γιατί ο ιδιοκτήτης της Οινοποιητικής πλήρωνε τον Σαντορίνη για να ακούει τις αποκαλύψεις του; Γιατί σταμάτησε να τον πληρώνει, μήπως ξεχάστηκε ο συγγραφέας; Γιατί οι μοναχοί που υποτίθεται ότι "έθρεψαν" τον ιστό της 'Εταιρείας, δεν παίζουν τελικά κανένα ρόλο, ποιοι είναι, γιατί τους ξέχασε κι αυτούς;  Πολύ εύκολα ο Γκίκας αποφασίζει να σκοτώσει τη γυναίκα του και ακόμα πιο εύκολα αποδέχεται ο Σαντορίνης να παίξει η εταιρεία το ρόλο του δολοφόνου...   Πολλές είναι ακόμη οι λεπτομέρειες που δεν στέκουν, δεν αρμόζουν, παρά τη θετική διάθεση του αναγνώστη απέναντι σε μια ενδιαφέρουσα ιστορία, γιατί δυστυχώς, στο μυαλό του δεν υπάρχουν οι εξηγήσεις που πιθανόν υπάρχουν στο μυαλό του συγγραφέα...




Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Η αποπλάνηση

Τελειώνει η ταινία της Σοφία Κόπολα "Η Αποπλάνηση" (The Beguiled) και δεν είμαι σίγουρη.  Ο τραυματισμένος δεκανέας που εμφανίζεται με το πρόσωπο του Κόλιν Φάρελ αποπλάνησε τις επτά γυναίκες, ή εκείνες τον αποπλανούσαν σταδιακά, μία-μία και τέλος όλες μαζί;

Εξαιρετική, απροσδόκητη, η σύλληψη να εμφανιστούν όλες οι γυναίκες, δηλαδή επτά διαφορετικά πρόσωπα αλλά να είναι τελικά προφανώς μία, μία γυναίκα που ερωτεύεται τον στρατιώτη που έσωσε στο δάσος, τον φροντίζει, του επουλώνει τα τραύματα, τον έχει μέρες και νύχτες κρυμμένο και τον προστατεύει, μέχρι που τον σώζει απο το θάνατο και τον φέρνει πίσω στη ζωή.  Είναι στο μυαλό μου η ίδια γυναίκα που στήνει τελικά την παγίδα για να τον βγάλει από τη μέση, αφού η παραμονή του στο χώρο γίνεται πλέον αδύνατη.  

Αδιέξοδο, ανατροπές, και μια λύση από γυναίκα. Μικρή ή μεγάλη δεν έχει σημασία. 

Δεν είναι μόνον η Nicol Kindman που στο ρόλο της μεσήλικης Διευθύντριας ενός μικρού ιδιωτικού παρθεναγωγείου  για την εκπαίδευση μικρών κυριών την εποχή του πολέμου Βόρειων και Νότιων, έχει την υπεροχή.  

Δεν είναι μόνον η Kirsten Dunst που στο ρόλο της Εντουινα, της δασκάλας που πέρασε τα 30, "καλοβλέπει" με αδημονία τον αρσενικό επισκέπτη.  Είναι αυτές, μαζί με τα πέντε κορίτσια, τέσσερις μικρότερες σε ηλικία κι ένα teenager , ένα εικοσάχρονο αθώο και προκλητικό ταυτόχρονα για τον διψασμένο στρατιώτη, που συνειδητοποιεί ότι εάν φύγει από αυτό το καταφύγιο όπου βρέθηκε θα τον σκοτώσουν, θα χαθεί.  Χρησιμοποιεί λοιπόν όλα τα μέσα. Αθωότητα εκεί που χρειάζεται.  Πρόκληση αλλού, φιλία κι ευγένεια, και γενικώς τα πάντα...


Το μυθιστόρημα είχε κυκλοφορήσει το 1966 από τον Thomas Cullinan και η πρώτη κινηματογραφική του εκδοχή ενσαρκώθηκε από τον Clint Eastwood ο οποίος ήταν στο κέντρο της αφήγησης.  Αυτό είναι κάτι που ανατράπηκε από τη Σοφία Κόπολα που προτίμησε να πει την ιστορία απο την πλευρά των γυναικών.  


Η δυναμική της εξουσίας από το ανδρικό φύλο στη γυναίκα δεν είναι ένα θέμα που εξαντλείται σε ένα βιβλίο, σε μια ταινία, ή σε μια εποχή. Υπάρχει πάντα ένα μυστήριο ανάμεσα στις σχέσεις των δύο φύλων και αυτό το μυστήριο θέλησε να εξερευνήσει η Σοφία Κόπολα κάνοντας τη διασκευή του σεναρίου από την πλευρά της γυναίκας.Βάζει επιπλέον κι ένα στοιχείο θρίλερ και απογειώνει τη δυναμική της ομάδας των γυναικών, κάνοντας έτσι να διαφανούν στοιχεία που βρίσκονται καλά κρυμμένα στον γυναικείο ψυχισμό και πάντα προσμένουν την "κατάλληλη" πρόκληση για να εξωτερικευθούν.  

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

"Αντιγόνη-Η αληθινή ιστορία"

Με μια κίνηση σαν από μαγική μπαγκέτα, είδαμε φέτος την Αντιγόνη να φεύγει από το μύθο της, να επιλέγει να μην αυτοκτονήσει τελικά εκεί που την φυλάκισε ο Κρέοντας, να αποφασίζει να εγκαταλείψει τον κόσμο των ηρώων, για να ζήσει κάτι γήινο. Κάτι μεγαλειώδες ανά τους αιώνες. Κάτι μοναδικό γι αυτήν, και ταυτόχρονα κοινό για όλους εμάς τους άλλους. Η Αντιγόνη επέλεξε να ερωτευθεί και να αγαπηθεί.

Την μπαγκέτα κρατούσε  η σκηνοθέτις Βάνα Πεφάνη που έκανε πράξη στο υπόγειο του Ιδρύματος Κακογιάννη, το απολαυστικό κείμενο της Χρύσας Ξουράφα, ένα κείμενο  που εμπεριέχει το όνειρο, τη ζωή και εν τέλει την ανατροπή, όπως αυτή κυριαρχεί στους κόσμους των θνητών και των ηρώων. Η παράσταση είχε έναν αέρα παιχνιδιάρικο, νεανικό, αέρα που πνέει κόντρα σε κάθε λογής εξουσία. 

Το κείμενο που είναι γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβο βασίζεται στη συνθήκη της φυγής προς την ελευθερία, στην ίδια συνθήκη που χρησιμοποιήθηκε για την Αλίκη που πέρασε στον κόσμο των θαυμάτων, ή άλλων ηρώων που ειδικά στην εποχή που διανύουμε, αρέσκονται να μετακινούνται για να ζουν τις ζωές που ζήλεψαν.  Το κείμενο είναι γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβο, κάτι που κάτι δυνατό το ρυθμό στην παράσταση, και είναι προσεκτικά γραμμένο και με σεβασμό προς τις νόρμες της τραγωδίας, από την οποία η ηρωίδα το έσκασε.

Η Αντιγόνη καταφθάνει στον κόσμο των θνητών για να ζήσει τον έρωτά της με τον άνθρωπό της, τον Αίμονα.  Ενώ έχουν τις αντιρρήσεις τους, τελικά την ακολουθούν με περιέργεια και αγωνία, ο Οιδίποδας, η Ισμήνη και η Μήδεια, σαν ηρωίδα που έχει ζήσει στο έπακρο την άλλη πλευρά της αγάπης.  Η περιπέτεια και το παραμύθι που ακολουθεί τα έχει όλα.  Χιούμορ, θλίψη, τρυφερότητα, μηνύματα για τον έρωτα, το καλό και το κακό, τη λήθη και τη μνημοσύνη, τα λάθη και τα σωστά των ανθρώπων στο σήμερα και το χθες.


Η διανομή των ρόλων ήταν εξαιρετικά επιτυχημένη.  Δύσκολα θα μπορούσα να φανταστώ τα πρόσωπα της παράστασης στο πετσί άλλων ηθοποιών.  Εξαιρετικά επιβλητική η παρουσία και η φωνή της Ντέπυς Πάγκα στο ρόλο της Μήδειας, που νουθετούσε συνεχώς από κοντά τη μικρή και άπειρη Αντιγόνη, στην αναζήτησή της. Σοβαρός και αστείος ταυτόχρονα ως Οιδίποδας ο Γιώργος Χουλιάρας.  Τί να πεις για το ρυθμό και την υστερική περσόνα της Ισμήνης που ενσαρκώνει η χαρισματική Νικολίνα Μουαίμη? Υπέροχη η παρουσία της  Μαρίας Δαμασιώτη (Αντιγόνη)  και του Αντώνη Καραθανασόπουλου (Αίμονα) που με τη δύναμη της νεαρής ηλικίας ζούν τα πάνω και τα κάτω του έρωτα, το ψέμα, τους εγωισμούς αλλά και το πάθος.  Το σύγχρονο ζευγάρι της ιστορίας η Δήμητρα Σύρου και ο Χρήστος Χριστόπουλος μοιάζουν με ένα οποιοδήποτε ζευγάρι του σήμερα, που επισκέπτεται ένα μουσείο. Είναι αυτοί που αφήνοντας ένα πορτοκάλι δίπλα στην Αντιγόνη δίνουν το σήμα για να ξεκινήσει η ... "αληθινή ιστορία".  Τέλος για τον απολαυστικό -άλλοτε σοφό κι άλλοτε ειρωνικό- Βασίλη Αφεντούλη δεν μπορώ να πω πολλά γιατί τα είχε... όλα! Ως χορός σε μια σύγχρονη  κωμωδία και ταυτόχρονα ως ο συγγραφέας της αρχαίας τραγωδίας  μας εντυπωσίασε!