Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Μαΐου 2023

Η "ανασχέσιμη" άνοδος του ναζισμού στον Μπρεχτ

 

«Η μάζα είναι ένα υπάκουο κοπάδι που δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αφέντη. Είναι τόσο διψασμένη για υπακοή, που ενστικτωδώς υποτάσσεται». Δεν είναι η μόνη διαπίστωση του Sigmund Freud που έχει απόλυτη εφαρμογή στις μέρες μας.  Ούτε είναι τυχαίο, που το κοινό πλημμύρισε φέτος τις θεατρικές αίθουσες που παρουσίαζαν έργα σχετικά με το αυξανόμενο ρεύμα του απολυταρχισμού στις δυτικές κοινωνίες.  Ο κόσμος μας σήμερα ολοένα και στρέφεται σε νέους «αφέντες» και με το απελπισμένο βλέμμα του αναζητά την ελπίδα.

Ο άνθρωπος που περιγράφει ο Μπέρτολτ Μπρεχτ δεν πονάει απλά. Ουρλιάζει. Κραυγάζει και γελοιοποιεί, αφού πρώτα γελοιοποιείται ο ίδιος, προσκυνώντας τα ανδρείκελα που πριν από λίγο απέρριπτε.  Με το έργο του «Η Άνοδος του Αρτουρο Ούι», το οποίο έγραψε το 1941 εποχή που ο ναζισμός κυριαρχεί, ο Γερμανός «αιρετικός» συγγραφέας περιγράφει ένα εκρηκτικό πεδίο κοινωνικής κατάπτωσης, απόλυτης ανασφάλειας, διαφθοράς και στέρησης, όπου οι άνθρωποι διαγκωνίζονται για λίγα τρόφιμα τη στιγμή που στοίβες με ζαρζαβατικά στα μανάβικα σαπίζουν.  Οι παραγωγοί καταστρέφονται, η οικονομία ρημάζει, κάποιοι όμως κερδίζουν, είναι αξιοσέβαστοι, αγοράζουν εξοχικές επαύλεις. Το χρήμα είναι ακριβό και οι τσέπες τους γερά ραμμένες, ενώ η πόλη βιώνει τον πανικό της χρεωκοπίας.



Ο Μπρεχτ έχει επιλέξει να τοποθετήσει την ιστορία στο Σικάγο και την περιγράφει ως «ιστορική φάρσα», πιθανώς γιατί παραλληλίζει τις συγκρούσεις των γκάνγκστερ την εποχή του «Κραχ» στην Αμερική -όταν και ο ίδιος ήταν στις ΗΠΑ- με τα γεγονότα που οδήγησαν στην προέλαση των χιτλερικών στρατευμάτων στην Αυστρία.  Μια κοινωνία άστατη, ακραία ανασφαλής, ένας όχλος που αναγκαστικά ετοιμάζεται να στραφεί σε νέους ήρωες, είναι εύκολα χειραγωγήσιμος. Ο Μπρεχτ εξηγεί αβίαστα με την ιστορία του με ποιόν τρόπο προκύπτουν χιτλερίσκοι, γεννημένοι από τους κόλπους της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ο Αρτούρο Ούι, τον οποίο οι ευηπόληπτοι και οι μεγαλοπαράγοντες της κοινωνίας αγνοούσαν και απέρριπταν, γίνεται ο «προστάτης» τους.  Κάθεται στο σβέρκο τους κι επιβάλει το νόμο της ζούγκλας. Αυτοανακηρύσσεται εκπρόσωπος των ανυπεράσπιστων πολιτών, των πεινασμένων καλλιεργητών, σπεύδει να «συνεργασθεί», παρουσιαζόμενος ως η «μόνη λύση» που θα βγάλει τους αγρότες από το αδιέξοδο. 

Εκπληκτικά ευρηματικός ο Μπρεχτ δεν τοποθέτησε στη θέση του κεντρικού προϊόντος της αγοράς ένα άλλο προϊόν, φρούτο ή λαχανικό, την ντομάτα, το λάχανο, τις φράουλες, τα αγγουράκια, ή τις πατάτες, αλλά ένα προϊόν που προσομοιάζει απόλυτα στον ανθρώπινο εγκέφαλο, το μυαλό, που είναι και το κεντρικό ζητούμενο στην παραβολή που έγραψε. Σημειωτέο ότι η ιστορία είχε αρχικά τον τίτλο «Η ανασχέσιμη άνοδος του Αρτούρο Ούι», θέλοντας να κλείσει μέσα του έναν  σπόρο ελπίδας (?) ότι όλο αυτό θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί ίσως, εάν η συμπεριφορά των συνδικάτων και των μονοπωλίων της καπιταλιστικής αγοράς ήταν διαφορετική έναντι της ναζιστικής νοοτροπίας που απειλούσε να απλωθεί παντού. 

Όμως όχι. Στην καρδιά των πάντων βρίσκεται ο φόβος. Ο φόβος της φτώχειας και της καταπίεσης του πολίτη.  Μετά από αυτό, παίρνει σειρά ολόκληρη η πόλη, οι επιχειρήσεις, οι γειτονιές, οι θεσμοί, ο Τύπος.  Ο εκφοβισμός, οι εκβιασμοί, η απληστία, οι δωροδοκίες δικαστών, η βία, οι δολοφονίες.  Ο άλλοτε κραταιός κι αξιοσέβαστος δημοκρατικός γερο-Ντογκσμποροου, τον οποίο όλοι  στην πόλη αγαπούν και υπολογίζουν, γίνεται ο μηχανισμός ο οποίος χρησιμοποιείται για να εγκατασταθεί η εξουσία του Ούι. 


Γερο-Ντόγκσμποροου έχουμε γύρω μας πολλούς στην κοινωνία που ζούμε και στις μέρες μας δεν βρίσκονται πλέον καλά κρυμμένοι. Είναι η προσωποποίηση της πολιτικής εξουσίας που επιζητά τον προσωπικό της πλουτισμό και την ευημερία της.  Τον Ντογκσμποροου, τον σέβονται όλοι. Στα μάτια τους αρχικά, ο εξέχων αυτός συμπολίτης διαθέτει τη δύναμη να απομακρύνει τον Ούι όμως τον νοιάζει η προσωπική του ευμάρεια και η συσσώρευση δύναμης.  Όταν η  διαφθορά πλέον βασιλεύει, η κοινωνία αρχίζει μυρίζει σαπίλα και ο σεβάσμιος Ντόγκσμποροου (Γιάννης Αναστασάκης) υποκύπτει.  Δεν λέει και όχι στις υπηρεσίες του απεχθούς Αρτούρο Ούι (Γ.Χρυσοστόμου).  Μάλιστα «φροντίζει» να τον ευπρεπίσει, κατά τρόπον ώστε να γίνει «αισθητικά αποδεκτός», δηλαδή να μάθει να περπατά και να στέκεται σωστά, να απευθύνεται στο πλήθος με πειστικό τρόπο και φυσικά «να κερδίζει την προσοχή των μικρών ανθρώπων» όπως λέει, γιατί άλλωστε «γι αυτούς τα κάνει όλα».  Παρατηρούμε σταδιακά, εκείνο το ακατέργαστο, επιθετικό αλαζονικό τέρας του υποκόσμου -κατά τον ίδιο τον Μπρεχτ, ένα ανθρωπάκι που καμία σχέση δεν έχει με μεγάλο πολιτικό εγκληματία- να μεταμορφώνεται σε ένα πλάσμα ηγετικό, επιβλητικό που δημιουργεί έναν ασφυκτικό κόσμο πιστών γύρω του. Εξαπατά τα θύματά του, φτάνει να δολοφονήσει τον Εκδότη που απείλησε να δημοσιεύσει τις απάτες του, αλλά ακόμα κι έναν δικό του άνθρωπο, συνεργάτη του, που θεώρησε ότι δεν τον εξυπηρετεί πια.

Στις οδηγίες που αφήνει ο ίδιος ο Μπρεχτ για το ανέβασμα του έργου, κυριαρχεί η βασική «Υπόδειξη για την Παράσταση: Θα ήταν καλό… να αποφεύγεται η σκέτη παρωδία. Το κωμικό της υπόθεσης δεν πρέπει να εμφανίζεται δίχως το φρικιαστικό».

Το πέτυχε ακριβώς αυτό ο σκηνοθέτης Αρης Μπινιάρης στο Θέατρο ΑΡΚ. Δημιούργησε έναν κόσμο πολύ κοντά στο σήμερα, μέσα στον κόσμο του Μπρεχτ. Έναν κόσμο εμπνευσμένο, ένα ειρωνικό σχόλιο, ασφυκτικά σκοτεινό, ή ψυχρά φωτεινό (Κάλτσου) και πικρό, με έντονες γραμμές, με ρυθμό, σαν κόμικ. Οι κινήσεις των ηθοποιών μελετημένες, ενορχηστρωμένες (Χαρά Κότσαλη) εναρμονισμένες με στόχο να υπηρετούν αυτό το καταιγιστικό σύμπαν. Οι ήρωες, καρικατούρες του αιρετικού Μπρεχτ, εντάσσονται ακόμη και ενδυματολογικά (Π.Μέξης) στο απόλυτα αυστηρό  φρικιαστικό κωμικοτραγικό περιβάλλον.  Όπως το ζήτησε ο συγγραφέας ο Μπινιάρης δεν υποτίμησε το φρικιαστικό. Αντιθέτως, κατάφερε να μετατρέψει και τον θεατή μέρος της παράστασης.

Ο θεατής αναλαμβάνει ένα ρόλο, γίνεται το πλήθος. Έχει μπει στο σύμπαν αυτό οικειοθελώς, το επιζητά, μα όμως μέσα του το κατακρίνει. Ίσως να θέλει και να βγει από αυτό, μα όμως μένει, το στηρίζει και το υπονομεύει ταυτόχρονα.  Ο θεατής σχεδόν με το στόμα ανοιχτό, δεν μπορεί να αντιδράσει στον φρικιαστικό ρυθμό με τον οποίο απλώνεται το ναζιστικό μόρφωμα, στη διαρκή του αναμόρφωση, στην επιβλητικότητά του και ταυτόχρονα δεν αντιδρά βλέποντας  την αδυναμία όλων αυτών των «ισχυρών» με την κοινωνική «υπόληψη» που αίφνης έγιναν αδύναμοι και συνειδητοποίησαν ότι «δεν χρειαζόταν να αγοράσουν εκείνη την εξοχική έπαυλη» ούτε άλλα τέτοια…

Μαίρη Σάββα

Πέμπτη 6 Απριλίου 2023

DA, φως μέσα στο σκοτάδι

Μια τρυφερή, παντοτινά αντιθετική και ανθρώπινη ιστορία, περιγράφει το κλασσικό πλέον «DA» του ιρλανδού Hugh Leonard που παίζεται στο Θέατρο Ιλίσια, και μας επιστρέφει σε ένα σκηνικό σύμπαν που πάμε να ξεχάσουμε στις μέρες μας: Απλό, λιτό, στολισμένο με καλοσύνη, αγάπη και καλοφροντισμένους κήπους. Χωρίς άλλα φτιασίδια. Η παράσταση δεν σε βάζει να σκεφτείς περίτεχνα. Μάλλον υπερβολικά απλά, πράγμα που είναι επίσης ιδιαίτερα δύσκολο. Η αγάπη και η αφοσίωση είναι σταθερά ο αναμμένος φάρος που ρίχνει φως στο σκοτάδι και δείχνει το δρόμο στην καρδιά και στο μυαλό του απλού ανθρώπου, έτσι πορεύεται ο Da.
Με τον Γρηγόρη Βαλτινό στον εμβληματικό ρόλο του dad (του πατέρα) του καθοριστικού προσώπου για τον νεαρό Τσάρλι Ντάινα, το DA πριν ανεβεί στο Broadway όπου έγινε μεγάλη επιτυχία το 1978 συγκεντρώνοντας τέσσερα θεατρικά βραβεία, είχε ξεκινήσει δειλά από το Μέριλαντ. Ωστόσο η διάκριση του Drama Desk ως του καλύτερου νέου έργου, το Βραβείο Τony για το καλύτερο θεατρικό, το Βραβείο Κριτικών Θεάτρου της Νέας Υόρκης, καθώς και το Βραβείο Outer Critics για την καλύτερη παράσταση της Νέας Υόρκης, το έφερε μεγάλη επιτυχία που συνεχίσθηκε απρόσκοπτα για δυο-τρία χρόνια. Ο Τσάρλι Τάιναν, συγγραφέας, επιστρέφει στην Ιρλανδία από το Λονδίνο -όπου μένει με την οικογένειά του- με αφορμή το θάνατο του πατέρα του. Σε ένα άδειο φτωχικό σπίτι, μετά από τόσα χρόνια, συναντιέται με τις αναμνήσεις του. Δίνει την εντύπωση ότι είναι έτοιμος να φύγει ξανά αμέσως, να ξεφύγει από την εστία στην οποία μεγάλωσε, όπως και όταν ήταν έφηβος. Στο μυαλό του ανασυστήνονται εικόνες του παρελθόντος και μαζί και τα κομμάτια μιας γενικά ήρεμης και ήσυχης οικογενειακής ζωής, στερημένης από μεγαλεία και πλούτη -άλλωστε βρισκόμαστε στο 1968 και η μεταπολεμική εποχή έχει αφήσει τα σημάδια της στην κοινωνία και τη χώρα- πλούσιας σε καθημερινές στιγμές και αγωνίες ενός έφηβου που ονειρεύεται. Ο Τσάρλι συναντά το παρελθόν του, τους γονείς του και μαζί και τον ίδιο τον έφηβο εαυτό του, τις αγωνίες του, τα διλήμματά του, τους πειρασμούς του. Το φανταστικό διασυνδέεται και ακολουθείται από το πραγματικό και τα δυό μαζί φτιάχνουν ένα μίγμα χρωμάτων και αντιθετικών στιγμών που διαγράφουν την πορεία του μικρού Τσάρλι, τον οποίο κάποτε το ζεύγος Τάιναν βρήκε στην πόρτα του σπιτιού και από τότε τον αγάπησαν και τον μεγάλωσαν μαζί χωρίς να του λείψει κάτι.
Ο Da δεν πρόσφερε στον κόσμο καμιά επιστημονική γνώση, καμιά ανακάλυψη, καμιά καινοτομία, ούτε έγινε διάσημος για κάτι. Ήταν όμως ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, σχεδόν ικανοποιημένος από τα λίγα που κέρδιζε κάνοντας κηπουρικές εργασίες στην περιοχή που ζούσαν. Είχε όμως μέσα του περίσσευμα καρδιάς και αγάπης, έβαζε παντού θετικό πρόσημο, δεν κρατούσε κακίες κι έβλεπε τον κόσμο μέσα από τον καθαρό φακό της ανθρώπινης απλότητας και του πηγαίου αυθορμητισμού. Για αυτό η γκρίνια της συζύγου για τα βρώμικα πουκάμισα, ή για το τσάι που διαδέχεται τα χαμόγελα και τα αστεία απέναντι στην απαιτητική κυρία της απέναντι βίλας που τον πληρώνει ψίχουλα για τα χρόνια που της δούλεψε ομορφαίνοντας τον κήπο και το σύμπαν γύρω του.

 

Γι αυτό και τα «χρώματα» «αλλάζουν» συνεχώς, ταυτόχρονα με το Φλας Μπακ ακόμη και αν δεν βλέπουμε τα περίτεχνα μηχανικά σκηνικά που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν στην ίδια παράσταση στην Αθήνα, για να μας μεταφέρουν σε κήπους με πραγματικά πολύχρωμα λουλούδια με μυρωδιές, εντάσεις και υφέσεις, με εικόνες και εναλλαγές συναισθημάτων. Ο ψίθυρος, το γέλιο και το κλάμα, εναλλάσσονται κι εδώ σήμερα, καθώς το κείμενο παραμένει δυνατό και οι ερμηνείες δεν υπολείπονται σε τίποτε. Ο Da ζωντανεύει στα μάτια του Τσάρλι και στη σκηνή μπροστά μας για να μας θυμίσει τα αυτονόητα που ξεχνάμε. Να μας θυμίσει ότι ο άνθρωπος έχει το φως μέσα του. Έρχεται για να φωτίσει τα σκοτάδια των ημερών που διανύουμε δείχνοντας το δρόμο της αυτογνωσίας και υπενθυμίζοντας ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι σε αυτόν τον πλανήτη ένας Da γεμάτος αγάπη άδολη και χωρίς όρους, θα βρίσκεται κάπου εκεί τριγύρω, κοντά ή μακριά, για να μας δείχνει το δρόμο για καλύτερες ημέρες. Αξία ανεκτίμητη. Το έργο ανέβηκε στην Ελλάδα για πρώτη φορά το 1979 και το 1980 με τον μοναδικό Μάνο Κατράκη, αλλά παίχτηκε με επιτυχία αργότερα (1997-1998) και με τον Γιώργο Μεσσάλα στο Μοντέρνο Θέατρο. Το κλασσικό επιτυχημένο boulevard ανήκει στην παλέτα του Γρηγόρη Βαλτινού, αλλά και του σκηνοθέτη Π.Ζούλια.. Παίζουν επίσης, οι Μ.Οικονόμου, Γ.Σουξές, Ν.Γιαννουδάκη, Στρ.Χατζησταματίου, Κ.Κλαψινού και Β.Παπαδημητρίου, ενώ η μουσική είναι πρωτότυπη και είναι της Ευανθίας Ρεμπούτσικα. 
 Μαίρη Σάββα

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2023

Ο Αδελφός μου ο Αμαντέους. Μια εξομολόγηση

Σωστά σκέφθηκε η Νανέρλ, αδελφή του Βολφγκανγ Αμαντεους Μότσαρτ, ότι ο μικρός της αδελφός ήρθε στη ζωή, από «έναν κόσμο με ανθρώπους ανώτερους, ανθρώπους που είναι κάτι παραπάνω από άνθρωποι». Μα και όσοι από εμάς, αξιωθήκαμε να μοιραστούμε την εμπειρία της εξομολόγησης της από τη σκηνή της Μουσικής Βιβλιοθήκης του Μεγάρου Μουσικής, αιστανθήκαμε πολύ τυχεροί γι αυτό το μοναδικό βίωμα.
Το συγκλονιστικό κείμενο του Μηνά Βιντιάδη εισχώρησε στο αίμα μου καταιγιστικά, σαν να κατεβαίνει γοργά από έναν ορό, σταγόνα-σταγόνα από το πρώτο λεπτό της παράστασης. Κείμενο τυχερό. Έπεσε στα χέρια της Βάνας Πεφάνη που το απογείωσε με την ευρηματικότητά της, κι ύστερα της αειθαλούς Πέμης Ζούνη στο ρόλο της Νανερλ που μας μάγεψε με την εκφραστικότητά της, την καταλυτική ερμηνεία της, την ικανότητά της να μας βάλει για τα καλά μέσα στην ευαίσθητη, την τρυφερή, την οργισμένη προσωπικότητα και την ψυχοσύνθεση της Άννας Μαρίας Μότσαρτ. Μιας γυναίκας που έζησε τη ζωή την οποία όριζε η εποχή της, μιας γυναίκας που μιλάει στο σήμερα. Στο κέντρο της αφήγησής της, ανθίζει η σύντομη ζωή του Βόλφγκανγκ Αμαντεους Μότσαρτ, με τρόπο ποιητικό, μέσα από το ομιχλώδες και σκοτεινό τοπίο του 18ου αιώνα. Εποχή δύσκολη για γυναίκες με δεξιότητες, με θέλω, με κλίσεις και ταλέντα. Το 1760 η Νανέρλ ήταν η διάνοια της οικογένειας Μότσαρτ, ήταν το παιδί θαύμα που έπαιζε τσέμπαλο κι έκανε συνθέσεις από την προσχολική ηλικία. Όταν ήταν τεσσάρων ετών γεννήθηκε ο αδελφός της, ο οποίος κι έγινε ο πρώτος της μαθητής. Οι πρώτοι τους διάλογοι δεν ήταν για παραμύθια, αλλά για ήρωες με μορφή τενόρου, σοπράνο που τραγουδούν άριες, ορχήστρες και συμφωνίες που περιγράφουν τη φύση, τον καιρό και τη ζωή. Ο μικρός έμαθε μουσική πάνω στις δικές της παρτιτούρες. Η νεαρή Νανερλ θεωρήθηκε μια από τις καλύτερες πιανίστριες της Ευρώπης. Μεγαλώνοντας, γύρισαν μαζί όλη την Ευρώπη, επισκέφθηκαν 88 πόλεις μέσα σε μια περίοδο τριών ετών, ως παιδιά θαύματα του αυστηρού μουσικού Λεοπολντ Μότσαρτ.
Για την Νανέρλ αυτά τα χρόνια ήταν ο ορισμός της ευτυχίας. Μα δεν διήρκεσαν για πολύ. Μετά τα 18 της χρόνια, η οικογένειά της και το περιβάλλον της εποχής όρισαν και την υπόλοιπη ζωή της. Τα ήθη της εποχής ήθελαν τη γυναίκα σύζυγο και μητέρα. Γυναίκα-συνθέτης ήταν κάτι πολύ έξω από τις κοινωνικές συνθήκες. Ο αυστηρός πατέρας της την άφησε πλέον έξω από τις εξελίξεις, ενώ ο Βολφγκαγκ εξακολουθούσε να γράφει μουσική και να ταξιδεύει. Η αδελφή του περιορίσθηκε στις οικιακές εργασίες και σε μερικές ώρες μαθημάτων μουσικής με μικρούς μαθητές. Ζούσε πλέον μέσα από αυτά που ο μικρός της αδελφός μπορούσε να της μεταφέρει στις επιστολές τους. Αντάλλασαν απόψεις, ιδέες για έργα, συμφωνίες και λιμπρέτα, εκείνη τον συμβούλευε και τον διόρθωνε κι εκείνος γινόταν ολοένα και καλύτερος. «Το παράθυρό μου στον κόσμο, ήταν τα γράμματα του αδελφού μου, οι μουσικές του. Σε κάθε νότα ανακάλυπτα μια μυρωδιά, μια γεύση, μια γλώσσα, μια γη από άλλες πατρίδες και μπορούσα, αν μου ζητιόταν, να περιγράψω με ακρίβεια τις ζωές που δεν έζησα», εξομολογείται. Ένα σπουδαίο καλλιτεχνικό ταλέντο, ισάξιο ίσως του Αμαντέους, είχε περάσει στο περιθώριο. Μια αξιόλογη γυναίκα είχε θυσιαστεί στο βωμό των κοινωνικών επιταγών και είχε καταδικασθεί να ζήσει μια ζωή που δεν ήθελε. Της είχαν κόψει τα φτερά. Η οικογένειά της της αρνήθηκε ακόμα και να παντρευτεί εκείνον που είχε ερωτευθεί. Η υπέροχη Νανέρλ που κάποτε οραματιζόταν όπερες, έζησε όλη της τη ζωή παρακολουθώντας την πορεία του μικρού αδελφού της με αγάπη, θαυμασμό, λατρεία αλλά ταυτόχρονα και ζήλεια. «Ήμουν τυχερή που ήμουν αδελφή του Μότσαρτ. Ο μόνος άνθρωπος που ήταν κοντά του όλα τα χρόνια της σύντομης ζωής του. Ήμουν τυχερή που ήξερα μουσική, που καταλάβαινα πώς σκεφτόταν, πώς προχωρούσε προς την κορυφή. Ή μήπως ήμουν ένας τραγικά άτυχος άνθρωπος?» αναρωτιέται επι σκηνής.
«Για μένα η σύνθεση είναι απαγορευμένη. Δεν υπάρχει τίποτα για εμάς τις γυναίκες. Άντρες ιππότες, άντρες συνθέτες, άντρες πιανίστες. Ο πατέρας κι ο Αμαντέους οργώνουν την Ευρώπη κι εγώ καθαρίζω πατάτες και γυαλίζω ασημικά. Γράφω κρυφά μουσική και τη στέλνω στον αδελφό μου. Τι θα γινόμουν άραγε αν δεν είχε γεννηθεί ποτέ ο Βόλφι? Πού θα έφτανα?» «Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΜΟΥ Ο ΑΜΑΝΤΕΟΥΣ» είναι η σπαρακτική κραυγή μιας γυναίκας με σπάνιο ταλέντο, καταδικασμένης στην απομόνωση. «Πρόσφατα εξειδικευμένοι γραφολόγοι επιβεβαίωσαν την συμμετοχή μου στην καταγραφή της πρώτης συμφωνίας του Μότσαρτ. Ή μήπως ήταν δικιά μου συμφωνία?» αναρωτιέται. Πάνω στη σκηνή υπάρχουν τρία πρόσωπα και τέσσερεις χαρακτήρες. Ο εξαιρετικός πιανίστας Διονύσης Μαλλούχος (δάσκαλος μουσικής), ο μαθητής του στην σημερινή εποχή, ο ταλαντούχος νεαρός ηθοποιός Φοίβος-Ελιο Μπέικο (που είναι και ο νεαρός Μότσαρτ) καθώς και η μοναδική Πέμη Ζούνη (Νανέρλ) που αν κι έχει ζήσει τον 18ο αιώνα, συνομιλεί, ως πνεύμα στην αρχή και στο τέλος της παράστασης με τον σημερινό μαθητή του ωδείου καταφέροντας να μας μεταφέρει στην σύγχρονη εποχή. Ειδωμένο σε άχρονη εποχή, το έργο περιγράφει την αιωνιότητα της μουσικής, δημιουργεί μια ποιητική ατμόσφαιρα, κάπου-κάπου παιχνιδιάρικη κι αστεία, κάπου-κάπου σκοτεινή και αυστηρή, μα σίγουρα απολαυστική και συγκινητική. Είναι μια συγκλονιστική ιστορία άγνωστη στο ευρύ κοινό, μια ιστορία για τις επιθυμίες που μένουν απραγματοποίητες, για τις αδελφικές σχέσεις, για τη θέση της γυναίκας, για το «ταλέντο» και την τύχη του, για τον έρωτα και τελικά για τη μοναξιά. Μαίρη Σάββα

Τρίτη 19 Μαρτίου 2019

Masterclass

Ωδή στην τέχνη, την τελειότητα, την μοναξιά, και σε όσους αφιερώνονται σε υψηλούς στόχους είναι το Masterclass, η παράσταση που βασίζεται στο κείμενο του Terrence McNally, η οποία θεωρήθηκε φέτος, όχι άδικα, ως "η παράσταση της χρονιάς".  Ένας μονόλογος, με πέντε ακόμα άτομα... με σκηνοθετική δόση χιούμορ που ισοσταθμίζει δίκαια τη μελοδραματική χροιά του κειμένου και πολύ προσεκτική ματιά στις λεπτομέρειες.

Το πορτραίτο της Μαρίας Κάλλας είναι μαζί ανθρώπινο και διαβολικό, αυτό δηλαδή που μπορεί να είναι μια Diva μια Divina, ή ένας ημίθεος, που έχει φτιαχτεί από ανθρώπινα υλικά αλλά με το "είναι" του αγγίζει τα ουράνια, φτάνει το τέλειο, και στην κορύφωσή του μας παίρνει μαζί του, μας ανεβάζει ψηλά, μας στροβιλίζει με δύναμη, με τρέλα, με οργή κι ενθουσιασμό μαζί, κι ύστερα σιωπή, όπως στον ουρανό πάλι, απόλυτη σιωπή και ορίζοντας πλατύς.

"Όταν τραγουδάω στη σκηνή δεν είμαι χοντρή. Δεν είμαι άσχημη. Δεν είμαι η γυναίκα ενός γέρου. Είμαι η Κάλλας, είμαι όλα όσα ήθελα να γίνω" λέει, κατα τον MacNaly, στον σύζυγό της Μπατίστα Μενεγκίνι χωρίς αιδώ, χωρίς δισταγμούς και μάχεται ταυτόχρονα με τους δαίμονές της και κυρίως αυτούς της παιδικής της ηλικίας, τη μητέρα της, την αδελφή της, όλους όσους δεν την πίστεψαν, τη ζήλεψαν και την ανταγωνίστηκαν.  

Η δίψα της για τη ζωή και για την αγάπη που στερήθηκε, περιγράφεται εξαιρετικά στο κείμενο του συγγραφέα που δίνει από την πλευρά του κι αυτός τη δική του μάχη με το ιερό τέρας, αφού από το ξεκίνημα ήδη μας δείχνει το πρόσωπο μιας ιδιότροπης, απαιτητικής, κακότροπης και εν γένει αντιπαθητικής περσόνας. Σταδιακά ωστόσο η εικόνα αυτή αναδιαμορφώνεται, στοιχεία για τη ζωή της μεγάλης πρωταγωνίστριας της όπερας εισβάλουν στο χώρο της αίθουσας όπου παραδίδει σεμινάρια φωνητικής, στο ονομαστό Julliard School της Νέας Υόρκης (1971), και ταυτόχρονα με τους λαρυγγισμούς των σπουδαστών, ταξιδεύει κι εκείνη αντίστοιχα στα μεγάλα θέατρα του κόσμου όπου η ίδια τραγούδησε τις άριες.  Μαζί της ταξιδεύουμε κι εμείς, το ταξίδι αυτό είναι μαγευτικό, δεν σε αφήνει καμιά στιγμή ήσυχο, μόνο η αυστηρότητα προς τους μαθητές της μας επαναφέρει, μας προσγειώνει κι ύστερα μας ξανασηκώνει στα ουράνια.

Σε αυτό το συνεχές ανεβοκατέβασμα η αγάπη της Κάλλας για τη ζωή δεν συναντήθηκε ποτέ με την αγάπη της για την τέχνη.  Κάποια στιγμή και η ίδια συνειδητοποιεί οτι τραγουδάει ερωτικά τραγούδια για κάποιον που δεν του αρέσει καν η όπερα. "Είναι πολύ αστείο αν το σκεφτείς Αρη", λέει.

Η λαμπερή Μαρία Ναυπλιώτου που υποδύεται την μεγάλη σοπράνο βγάζει ένα πανεπιστήμιο με το ρόλο αυτό.  Μετά το Masterclass, όλοι οι επόμενοι ρόλοι ίσως να της φανούν απλοί.  Και καταφέρει πολύ καλά να γίνει ο καθρέφτης της μεγάλης Ντίβας -με χαρακτηριστικά Μήδειας- πάνω στη σκηνή του θεάτρου Μικρό Χόρν.  Μια γυναίκα δυναμική, μια θεά, εγκλωβισμένη στις τεράστιες δυνατότητές της, στην απόλυτη κομψότητα, μια γυναίκα που δεν στερήθηκε τα διαμάντια, τα βελούδα, τη δημόσια αποδοχή και το χειροκρότημα, είναι η γυναίκα θύμα και θύτης ταυτόχρονα, η γυναίκα που περιμένει μάταια από τη φύση της να της δώσει όσα δικαιωματικά θα της ανήκαν, ένα παιδί και μια ζωή με αγάπη.   Δεν μπορεί να τα διδάξει όλα αυτά στους μαθητές της, τους μαθαίνει την υποταγή στον συνθέτη, την κυριαρχία της τέχνης, αλλά τους μαλώνει γιατί δεν επενδύουν τη μουσική με πραγματικό συναίσθημα, τους κοιτάζει ωστόσο αποσβολωμένη όταν προσπαθούν να βγάλουν μια σωστή νότα και τους ξεκαθαρίζει: "αυτό που ψάχνουμε δεν είναι μια νότα... Ψάχνουμε τον  πόνο μιας μαχαιριάς".  Τους λέει στην ουσία να κάνουν τέχνη την ίδια τους τη ζωή, αν και η ίδια , την περίοδο στην οποία αναφέρεται η ιστορία, έχει αρχίσει να χάνει τη φωνή της...

Εγωιστική και ταυτόχρονα τρωτή, συμπεριφέρεται συχνά φθονερά κι απότομα στους σπουδαστές γιατί εκείνοι μπορούν να τραγουδήσουν ενώ εκείνη πλέον είναι στη δύση της, είναι την περίοδο που ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής στο θέατρο La Scala την απέλυσε, κι εκείνη έχει μείνει μόνη στη ζωή, χωρίς την τέχνη της... Αναπολεί τις στιγμές του μεγάλου έρωτα με τον Αριστοτέλη Ωνάση, της ασκητικής μαθητείας της με την Elvira de Hidalgo, της αναγκαστικής συμβίωσης με την γερμανική κατοχή στην Ελλάδα, τις δυσχέρειες, τους συμβιβασμούς, τις στερήσεις, την υπερπροσπάθεια να αποκτήσει την εικόνα που έπρεπε να έχει και φτάνει στην τελευταία της παράσταση, ως το γιουχάισμα στην Metropolitan Opera και τα κακεντρεχή σχόλια που ακολούθησαν για την θεϊκή φωνή που χάθηκε και για την ματαιοδοξία της καλλιτέχνιδας.

Η σκηνοθετική ματιά του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου στο Masterclass -σε μετάφραση Στρατή Πασχάλη- είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, έχει την απαραίτητη δόση χιούμορ στη σκηνή που ισορροπεί κάπως τον μελοδραματικό χαρακτήρα του έργου, είναι αρκετά αφαιρετική πράγμα που κάνει την υποκριτική ακόμη πιο επιβλητική, ο ρυθμός είναι διαρκώς παρών και διαπερνάει τη σκηνή και τους θεατές που απολαμβάνουν γνωστές άριες απο τις σοπράνο Βάσια Ζαχαροπούλου και Λητώ Μεσσήνη και τον τενόρο Νικόλα Μαραζιώτη   (απο την "Υπνοβάτιδα¨" του Μπελίνι, την "Τόσκα" του Πουτσίνι, τη "Λαίδη Μάκβεθ" του Βερντι) και οι χαρακτήρες των σπουδαστών είναι αυτό που πρέπει να είναι, δηλαδή φοιτητές με όνειρα αλλά χωρίς την τραγικότητα που επιβάλει η τέχνη, ενίοτε γκροτέσκοι, λίγο υπερβολικοί και κάπως αστείοι, ίσως και λίγο "ψώνια" όπως θα έλεγαν μερικοί συμφοιτητές τους. Σίγουρα πάντως είναι απόλαυση για το κοινό.

Το έργο έχει παιχθεί αρκετές φορές στην Αμερική με επιτυχία.   Ο Terrence McNally έχει "πιάσει" τον ιδιότροπο χαρακτήρα της Μαρίας Κάλλας (για τους παλιότερους και για  όσους έχουν διαβάσει και δει ντοκυμαντέρ είναι γνωστό) αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι για τα υπόλοιπα πρόσωπα που αναφέρονται έχει την απόλυτα καθαρή εικόνα, ή πιθανόν χρησιμοποίησε μια μόνον πτυχή τους...  Σημασία όμως εδώ έχει η Ελληνίδα Diva, της οποίας περιγράφει μια εξαιρετικά ευάλωτη εκδοχή, καθώς γνώρισε τον απόλυτο καλλιτεχνικό θρίαμβο, αλλά έφτασε ως την αυτοκαταστροφή.  Την τελευταία φορά που έργο του συγγραφέα, είχε ανέβει στην Αθήνα, ήταν τότε με το Corpus Christi που τάραξε τα νερά και θεωρήθηκε βλάσφημος από την Ιερά Σύνοδο.



Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2017

Ο Αχός της εποχής

Η ιστορία αφορά τη σύγκρουση ζωής και τέχνης.  Ποιος αντιλέγει; Τα γεγονότα πάντοτε αφήνουν τα ίχνη τους πάνω στην τέχνη.  Η ιστορία λοιπόν παρουσιάζει από τη μια πλευρά τη δύναμη, την υψηλή αδρεναλίνη και το θάρρος, κι από την άλλη τη δειλία, τον αναγκαστικό συμβιβασμό, την ταπείνωση και τον πόνο που την συνοδεύει. Το βιβλίο αναφέρεται στη ζωή και το έργο του Ντμιτρι Σοστακόβιτς και στη σχέση του με το σταλινικό καθεστώς.

 Η αλήθεια είναι ότι δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τζούλιαν Μπαρνς ασχολείται με βιογραφίες μεγάλων προσωπικοτήτων. Το είχε κάνει στο αξέχαστο "Παπαγάλο του Φλωμπέρ"  όπου μας εντυπωσίασε με διάφορα περιστατικά από τη ζωή του Γκυστάβ Φλωμπέρ, αποκαλύπτοντας την υποκειμενική του ματιά στην καταγραφή ενός ιστορικού γεγονότος, αλλά και στον τρόπο μετάδοσής του, η οποία μπορεί να διαφοροποιήσει τελικά το ίδιο το γεγονός, αυτό καθαυτό.

Όταν το καθεστώς ασκεί καταναγκασμό και τρόμο συνθλίβει την καλλιτεχνική ευφυΐα.  Το θέμα είναι ότι αν τελικά η ευφυΐα επιβιώσει, θα έχει ισοπεδωθεί;  Κατά πόσο η άσκηση βίας από το πολιτικό σύστημα τον υποτάσσει; ή μήπως η ηθική στάση του καλλιτέχνη που επιθυμεί να συνεχίσει να υπηρετεί την τέχνη του, τον ωθεί να μην υποταχθεί και να εξοριστεί, ή να θανατωθεί;   Και εν πάσει περιπτώσει πρόκειται για δειλία όταν επιλέγει κανείς να ζήσει, όπως ο Σοστακόβιτς κάτω απο συνθήκες τρόμου, υποχωρώντας σε απαιτήσεις της παράλογης αρχής;

Ο Τζουλιαν Μπαρνς , που έχει μια έντονη τάση αμφισβήτησης, αποδίδει μια ολόκληρη εποχή σε αυτό το υπέροχο πόνημα.  Η εποχή αυτή έβαλε τη σφραγίδα της σε πολλά σημεία του χάρτη, έκρινε το μέλλον μέχρι και το σήμερα, όρισε τις ζωές πολλών ανθρώπων και φυσικά όρισε και τις μετέπειτα σχέσεις του δυτικού κόσμου και την πρώην Σοβιετική Ένωση.   Γνωρίζοντας οτι "τούτη ήταν η χειρότερη εποχή" όπως γράφει χαρακτηριστικά, ο 30χρονος, την άνοιξη του 1937)  Σοστακόβιτς περιμένει για ώρα υπομονετικά, έξω από ένα ασανσέρ πολυκατοικίας του Λένινγκραντ, να έρθουν να τον συλλάβουν απο την Υπηρεσία Κρατικής Ασφάλειας.  Τι κι αν πρόσφερε μέχρι εκείνη τη στιγμή ευφρόσυνες στιγμές στα πλήθη, τι κι αν έπαιξε σονάτες σε βελουδένια σαλόνια; Τι κι αν "κολυμπούσε στις τιμές όπως η γαρίδες στη μαγιονέζα του κοκτέιλ" όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Μπαρνς.  Κανένας από όσους μεγαλοσχήμονες γνώρισε δεν  του ήταν χρήσιμος εκείνες τις ατέλειωτες στιγμές δίπλα στο ασανσέρ...

Χωρίς λόγια που θα έκαναν πολύ μελό θα ήθελα να αναρωτηθώ πώς βλέπουμε σήμερα κάποιον που δεν αντιστέκεται, δεν τηρεί "ηρωική" στάση απέναντι σε ένα καταπιεστικό καθεστώς.  Τι ακριβώς σημαίνει ένα τέτοιο πρόσωπο για το καθεστώς; Ποιο ήταν το λάθος που έκανε ο συνθέτης για να τραβήξει πάνω του το βλέμμα του Στάλιν;  Μήπως όλα συνέβησαν γιατί ένα έργο του προκάλεσε δυσαρέσκεια; Ίσως ο τρόμος άρχισε να προκαλείται όταν σε άρθρο της η "Πραβντα" είχε επικρίνει την όπερά του "Η Λαίδη Μπακμπεθ του Μτσενσκ" ως "μουσική-βαβούρα"...

Δεν πρόκειται για ιστορία που έχει μια ενιαία πλοκή. Πρόκειται για ένα έργο με τρίπρακτη δομή. Ο συγγραφέας έχει διαλέξει τρία συμβάντα-σταθμούς για τη ζωή του μεγάλου συνθέτη.  Τα παραπάνω περιέχονται στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου. Στο δεύτερο κεφάλαιο ο συνθέτης βρίσκεται επίσης σε μια πολύ δύσκολη στιγμή του. Σε μια ομιλία που έκανε στο Πολιτιστικό κι Επιστημονικό Συνέδριο για την Παγκόσμια Ειρήνη στη Νέα Υόρκη, αναγκάσθηκε να ισχυριστεί οτι το έργο του Ιγκόρ Στραβίνσκι, το οποίο ο Σοστακόβιτς εθαύμαζε, αποτελεί "παράδειγμα διαστροφής".  Τα συναισθήματα είναι καταιγιστικά.  Νοιώθει ενοχές, είναι ηττημένος και ταπεινωμένος απο τις τακτικές του ολοκληρωτικού πολιτικού συστήματος και κατανοεί οτι δεν μπορεί να γίνει κάτι και κανείς δεν μπορεί...



 Ίσως δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι από εκείνο το σημείο και μετά, η ταπείνωση είναι ολοκληρωτική.  Ο συνθέτης παρακολουθεί φροντιστηριακά μαθήματα μαρξισμού-λενινισμού και αποκηρύσσει κάθε είδος κοσμοπολιτισμού στην τέχνη. Ταυτόχρονα υπογράφει πολλές δηλώσεις μεταμέλειας, εκφωνεί ομιλίες -γραμμένες τις περισσότερες φορές από την KGB- εναντίον της καπιταλιστικής και ιμπεριαλιστικής Δύσης, ενώ τελικά εντάσσεται στους "μηχανικούς ανθρώπινων ψυχών" πράγμα που συνοψίζει τη στάση πάρα πολλών καλλιτεχνών της εποχής, οι οποίοι τελικά υποτάχθηκαν....

Στο τρίτο κεφάλαιο βρισκόμαστε στην δεκαετία του '60 και στην περίοδο αποσταλινοποίησης της ΕΣΣΔ από τον Χρουτσόφ.  Ο Σοστακόβιτς αναλογίζεται την αδυναμία του να εμποδίσει την άνευ όρων αφομοίωσή του από το -φαινομενικά- διαφοροποιημένο καθεστώς.  Συνειδητοποιεί ότι η στάση του σημαίνει απόλυτη απεμπόληση ακόμα και του ύστατου δικαιώματος αυτονομίας, αφού πλέον εγγράφεται στο κόμμα και προς αντάλλαγμα διορίζεται στη θέση του Προέδρου της Ένωσης Σοβιετικών Συνθετών με τιμές και δόξες...

Οι σχέσεις του με το καθεστώς έχουν αποκατασταθεί.  Συνθέτει φιλολαϊκή μουσική κι εμψυχώνει τους στρατιώτες και την εργατική τάξη.  Ο Αλεξαντερ Σολζενίτσιν, γνωστός αντιφρονών του καθεστώτος είχε αποκαλέσει "τραγική ιδιοφυΐα, αυτόν τον αξιολύπητο Σοστακόβιτς"!  Η τέχνη του που από κανέναν δεν αμφισβητήθηκε -εκτός του Στάλιν- δεν στάθηκε αιτία να του χαριστεί κανένας. Έζησε βυθισμένος στην ταπείνωση, την ντροπή ως τα γεράματα, προφανώς με την ελπίδα ότι ο θάνατος θα απελευθέρωνε τη μουσική του από την ταπεινωμένη -στον φόβο και τον συμβιβασμό- ζωή του.

Άραγε αν μείνει η μουσική στα συρτάρια, θαμμένη για χρόνια, τί θα γίνει; Θα γίνει καλύτερη; Θα γίνει περισσότερο κατανοητή;  Μήπως συνθέτοντας μουσική, κάνοντας τέχνη, μπορεί κάποιος να ακουστεί πάνω από τον αχό της εποχής;  Μήπως κέρδιζε τελικά την κατανόηση της Ιστορίας; Μήπως τελικά αυτήν την κατανόηση την κέρδισε, γιατί εάν ο Συνθέτης έπρατε διαφορετικά, θα μπορούσε να έχει εξαφανισθεί απο το χάρτη; Μα για ποιόν χάρτη όμως μιλάμε; Μάλλον αυτόν που χάραξε ο πόλεμος...

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Τέφρα και Σκιά, τότε και σήμερα

Οι μεγάλες ανθρωπιστικές καταστροφές τριγυρνούν αυτόν τον καιρό στο μυαλό μας, με τους πρόσφυγες να παλεύουν στα κύματα του Αιγαίου, με συγκρούσεις να μαίνονται, με πολιτισμούς να καταρρέουν και με τον ορισμό του όρου "γενοκτονία" να έχει γίνει σημειο αντιπαράθεσης.  Δεν είναι καινούργια η έριδα.  

Κάποτε ζητήθηκε απο τον Harold Pinter να γράψει ένα έργο που να αναφέρεται στο Ολοκαύτωμα.  Με το "Ashes to Ashes" (Στάχτες στις Στάχτες, επι το ελληνικότερον) στην ουσία απάντησε οτι η μαύρη αυτή πτυχή της ευρωπαϊκής ιστορίας μπορεί να περιγραφτεί μόνον αποσπασματικά, με μνήμες διάφορες εδώ κι εκεί, βασισμένες σε μαρτυρίες, όχι σαν βιβλίο με σελίδες που ακολουθούν η μια την άλλη, με μια συνέχεια, μα σαν εικόνες αποτρόπαιες, παρμένες απο διάφορα παλιά φωτογραφικά άλμπουμ σκορπισμένα σε διάφορες χώρες και διαφορετικές εποχές. Όπως ακριβώς συμβαίνει σε κάθε οδυνηρή μνήμη του παρελθόντος και σε κάθε τραυματική εμπειρία.



Με τον τίτλο "Τεφρα και Σκιά" επανήλθε ο Pinter με το μονόπρακτό του κοντά μας αυτόν τον θεατρικό χειμώνα, βάζοντας τη Ρεβέκκα και τον Ντέβλιν να μας θυμίσουν οτι η κακοποίηση είναι κάτι φρικτό που δεν ξεχνιέται, κάτι ανατριχιαστικό απο το οποίο δεν ξεφεύγεις ποτέ, αλλά ταυτόχρονα πως ο άνθρωπος δεν ξεφεύγει από τη φύση του, μέσα στην οποία το στοιχείο της βίας ζει, επωάζεται και αναπνέει.


Ο Δημήτρης Καραντζάς που σκηνοθέτησε την παράσταση που μας καθήλωσε στις "Ροές" χρησιμοποιεί με τρόπο απέριτο και αριστοτεχνικό το γνωστό βρετανικό φλέγμα και μας παρουσιάζει τα δυο πρόσωπα να συνδιαλέγονται, να σιωπούν και εντέλει να σφαγιάζονται μπροστά μας, δίχως να χυθεί σταγόνα απο αίμα.  Δυο χαρακτήρες, εκείνη (η Ρεβέκκα) κι εκείνος (ο Ντέβλιν) καταθέτουν τη μαρτυρία τους για το μαζικό έγκλημα, με τον τρόπο που ο καθένας το διαχειρίζεται απο την πλευρά του.


Εκείνη (Εύη Σαουλίδου) με επιλεκτιμή μνήμη και με απάθεια που σε κάνει να αναρωτιέσαι για τα υποκριτικά της όρια, περιγράφει την κακοποίηση της, αναφέροντας μόνον όσα επιθυμεί, σαν ένας απλός θεατής του αισχρού εγκλήματος. Εκείνος (Χρήστος Λούλης) με επιλεκτική αμνησία και  με ενδιαφέρον που κινείται μόνον στα όσα τον αφορούν, της θέτει τα ερωτήματά του με τρόπο που πάλι σου επιβάλει να αναρωτηθείς, εάν τον σύζυγο, τον ενδιαφέρει κάτι πιο ουσιαστικό αλήθεια εκτός απο το ότι η "κακοποίηση" είναι κάτι που εντάσσεται στο βίο της συζύγου του πριν απο τη σχέση και τη γνωριμία τους, ή όχι...

Με πόσο χιούμορ αλήθεια θέτει αυτό το στοιχείο του χαρακτήρα του Ντέβλιν ο Πίντερ! Εμβαθύνει δε ακόμη περισσότερο στο χαρακτήρα του άνδρα, που τον βάζει να γίνεται και ο ίδιος σαδιστής, ώστε να γίνει και εραστής της ξανά. Ταυτόχρονα ένα συναίσθημα υποδόροιας βίας κατακλύζει τα πρόσωπα -το νοιώθω σαν θεατής- και ο διάλογός τους μεταφέρει παντού την ανησυχία οτι  όλο αυτό το έγκλημα μπορεί και πάλι να συμβεί και να ξανασυμβεί, λίγο πιο πέρα, λιγο πιο μακριά, ή λιγο πιο κοντά μας, στη δική μας χώρα, στη γειτονική, ή σε μια άλλη στην άλλη πλευρά του πλανήτη.  Τελικά δεν είμαι σίγουρη εάν η ίδια η Ρεβέκκα ήταν θύμα -άλλωστε πολύ νέα είναι για κάτι τέτοιο- ή απλώς ταυτίζεται με τα θύματα της βίας και περιγράφει -με την απάθεια της κοινωνίας- τα δεινά τους...


Η πολιτική είναι ένα στοιχείο που διαπνέει το κείμενο όσο κι αν δεν το μαρτυράει ευθέως. Οι λέξεις κάνουν πως στέκονται σε μια προσωπική μνήμη, μα είναι κι εκείνες οι μακρές σιωπές που δεν μπορούν να κρυφτούν πουθενά και μαρτυράνε πως η μνήμη είναι συλλογική και όλους τους βαραίνει.

Το χώμα που πατούν οι πρωταγωνιστές, είναι μια άμμος ψιλή και κάπως ανοιχτόχρωμη.  Μου τραβάει την προσοχή και σκέφτομαι πως οι δυο τους κάπου περνούσαν καλά κι αμέριμνα, καθισμένοι σε αναπαυτικές πολυθρόνες, μα ήρθε εκείνη η κακιά στιγμή που λένε που το θερμόμετρο της κουβέντας ανέβηκε και ένα θέμα ταμπού τους εκνεύρισε.  Εντάξει όμως, είναι εύκολο να μιλάς για μεγάλα εγκλήματα του παρελθόντος κρατώντας ένα ποτό στο χέρι, φορώντας ένα μακρυ φόρεμα, ή κάτι τέτοιο, και να μην κρυώνεις στα κρεματόρια.... 

Η παράσταση έρχεται να μας τα θυμήσει όλα αυτά, να μας βάλει να σκεφτούμε, να σκεφτούμε τα λόγια που ο Ντέβλιν και η Ρεβέκκα δεν θέλουν να πουν γιατί ο καθένας τους θέλει να θυμηθεί κάποια συγκεκριμένα, ή τα ξεχάσει κάποια άλλα.  Το παιχνίδι της λήθης και της επιλεκτικής μνήμης έρχεται κι επανέρχεται και το -εκπαιδευμένο είναι η αλήθεια- κοινό συμμετείχε απόλυτα, τεντώνοντας τα αφτιά του στις καταιγιστικές σιωπές, παραμένοντας συνεχώς σε εγρήγορση, για να "ακούσει" όσο το δυνατό περισσότερα.

Κυριακή 19 Απριλίου 2015

Δυο δούλες


Στην ιδιαίτερη σχέση δύο γυναικών που είναι αδελφές και καταναλώνουν τη ζωή τους υπηρετώντας την πλούσια, και επηρμένη αριστοκράτισα Κυρία τους, βασίζεται το έργο του Ζαν Ζενέ, ΟΙ ΔΟΥΛΕΣ, ίσως το μοναδικό του με γυναίκες ηρωίδες.   Ενας απο τους σημαντικότερους εκπροσώπους του θεάτρου του παραλόγου, αγαπημένο παιδί της γαλλικής διανόησης που έζησε έναν σπαραχτικό έρωτα με έναν ακροβάτη και κατέληξε να ζει με παλαιστίνιους στρατιώτες στα στρατόπεδα του Λιβάνου, ως ακτιβιστής, καταφέρνει ακόμα να μας εκπλήσσει με την υπαινικτική του γραφή και το πολιτικοποιημένο, αλλά ταυτόχρονα και ανθρώπινο ύφος του.


Δεν βρίσκω τυχαίο οτι η Σολάνζ είχε επιλεγεί απο τον Ζενέ να είναι η πρωταγωνίστριά του. Στο κείμενο του, είναι η μεγάλη αδελφή, η δυναμική, η πρωτοπόρος που λόγω της καταπιεσμένης της σεξουαλικότητας σπέρνει τους σπόρους της αντίδρασης, θέλει να πετάξει την ταυτότητα της υπηρέτριας απο πάνω της, κι ας με διορθώσει όποιος το έχει διαβάσει, οτι είναι εκείνη που πρωτοστατεί στα "συνομωτικά" βήματα που κάνουν οι δυο δούλες...

Εχει σημασία να ξέρουμε λίγα λόγια για αυτόν τον μεγάλο συγγραφέα, συνομιλητή κάποτε του Ζαν Πωλ Σαρτρ στα καφέ και τα μπιστρό γύρω απο τον Σηκουάνα.  Μολονότι στα πρώτα χρόνια της παιδικής ζωής του μεγάλωσε σε στοργικό περιβάλλον, με δυο χωρικούς γονείς, ο Ζενέ είχε τάσεις περιθωριοποίησης. Διάφορες απόπειρες φυγής απο την οικογενειακή εστία και μικροκλοπές στους δρόμους του έβαλαν την ετικέτα του κλέφτη απο τα 12 χρόνια του.  Οι γονείς του όμως βλέποντας τα ιδιαίτερα χαρίσματα του παιδιού τους, τον έστειλαν σε μια τεχνική σχολή έξω απο το Παρίσι για να μάθει ένα επάγγελμα, αυτό του τυπογράφου.  Δεν έμεινε όμως για πολύ.  Το έσκασε γρήγορα για να κυνηγήσει το όνειρό του που ήταν ο κινηματογράφος. 
"Αποφάσισα να απαρνηθώ έναν κόσμο που με είχε απαρνηθεί" έγραψε για την τροπή που πήρε στη συνέχεια η ζωή του, σα να δικαιολογείται για το δρόμο που έμελλε να ακολουθήσει.  Πέρασε τα εφηβικά του χρόνια κλεισμένος σε αναμορφωτήριο κι εκεί γνώρισε καλά τη σκληρή δουλειά, την άσχημη όψη των ανθρώπων, την αδικία αρκετές φορές και σε προσωπικό επίπεδο τον ομοφυλοφιλικό έρωτα. "Βλέπω στους κλέφτες, στους προδότες, στους απόκληρους, στους δολοφόνους και στους μάγκες μια βαθιά ομορφιά, υπόγεια" είχε γράψει.  Το πρώτο του κείμενο η "Παναγία των λουλουδιών" υπήρξε ένα απο τα πιο εμπρηστικά μυθιστορήματα του 20ου αιώνα, το έγραψε και κομματάκια απο χαρτιά μέσα στο κελί του και αναγκάστηκε να το ξαναγράψει όλο απο την αρχή, όταν οι φύλακες για να τον βασανίσουν του το πήραν και το έσκισαν.  


Στις Δούλες που είδαμε απο το Εθνικό, ήταν απολαυστικός ο διάλογος -βαριά παρουσία του  αντιδραστικού και αντικαθεστωτικού Ζενέ- και τα σκηνικά ατμοσφαιρικά, μα δεν είδα τη δαιμόνια Σολάνζ που είχα φτιάξει στο μυαλό μου διαβάζοντας το έργο.    Η πρωταγωνίστρια σε αυτήν την παράσταση ήταν η μικρή της αδελφή, η Κλαίρ, ένας αίλουρος, μια παρουσία στη σκηνή πολύ πιο επιβλητική.  Οφειλόταν άραγε στη δεξιοτεχνία της ηθοποιού που την υποδυόταν; Ήταν, σαν κάποιο μαγικό χέρι να έχει αντιστρέψει τους ρόλους, σα να είχε ξαναμοιράσει τις ατάκες με άλλο τρόπο, δεν ξέρω.  Μπορεί αυτό να ήταν ο στόχος.  Μπορεί ο στόχος να ήταν να κυριαρχήσει, η μικρή, το αντίγραφο της αριστοκράτισας Κυρίας, ώσπου στο τέλος να στραγγαλιστεί απο τα χέρια της αδελφής της.  Προβληματισμός.  

Για την Κυρία, ούτε λόγος.  Ο ρόλος έπεισε απολύτως και παραπέμπει το θεατή σε γνώριμες τέτοιου είδους κυρίες που ζουν μεταξύ χλιδάτων διαμερισμάτων σε ευρωπαϊκές πόλεις, κυκλοφορούν μόνον με σινιέ συνολάκια και διοργανώνουν φιέστες δαπανώντας χρήματα των άλλων.    Ευχαριστούμε.


Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2015

Η Μεγάλη Χίμαιρα

Από την πρώτη εφηβική μου ανάγνωση, μεσολάβησαν μερικά χρόνια κι άλλες δυο ακόμα αναγνώσεις, για να συνειδητοποιήσω οτι η "Μεγάλη Χίμαιρα" του Καραγάτση δεν είναι μια συνηθισμένη αναφορά της ζωής μιας ξένης στην Ελλάδα, μα είναι ένα λεπτομερές γυναικείο ψυχογράφημα, εμπλουτισμένο με μυθολογικά στοιχεία γι αυτό και πλήρες, υπερπλήρες... Είναι το δεύτερο μέρος της αινιγματικής τριλογίας του συγγραφέα "Εγκλιματισμοί κάτω απο το Φόβο", "Λιάπκιν" και βεβαίως "Γιουνγκερμαν", όπου κυρίαρχο στοιχείο είναι ο ξένος, ο ξένος που αποτυγχάνει να προσαρμοστεί απόλυτα στη νέα πατρίδα και ζει την ήττα του, απολαμβάνοντας την ταυτόχρονα, κάτω από τον ελληνικό ήλιο.

Μια κοπέλα η Μαρίνα Μπαρέ, αφοσιώνεται με πάθος στις ελληνιστικές της σπουδές στο πανεπιστήμιο της Ρουέν, μετά το μεγάλο ψυχικό σοκ του ξεπεσμού της οικογένειάς της. Ο στρατιωτικός πατέρας πεθαίνει σε κάποιο αφρικανικό στρατόπεδο και η μητέρα για να μπορέσει να ζήσει ικανοποιητικά, μετατρέπει το αρχοντικό τους σε πολυτελή οίκο ανοχής.  Η κοπέλα βιώνει τις παιδικές της μέρες και νύχτες, με δραματικό τρόπο, γι αυτό και οι σχέσεις που κάνει με άνδρες καθώς μεγαλώνει, έχουν τα στοιχεία που "εισέπραξε" απο την κρεβατοκάμαρη της μητέρας της.  Η μοίρα όμως, την φέρνει να συναντηθεί με τον Γιάννη, έναν Έλληνα ναυτικό, ο οποίος καταφέρνει να γεννήσει μέσα της τον έρωτα και το πάθος. Του παραδίνεται αμαχητί, και τον ακολουθεί στην Σύρο, ενώνοντας την ζωή της με εκείνον, και την οικογένειά του. Μαζί τους μία χήρα παραδοσιακή ελληνίδα μητέρα και ένας καλά σπουδαγμένος, βαθιά καλλιεργημένος αδερφός. 

Ζώντας πια στην κλειστή κοινωνία της Σύρου, η Μαρίνα ανακαλύπτει έναν καινούργιο κόσμο, ιδιαίτερο και αντιθετικό, ερχόμενη σε ρήξη με ό,τι γνώριζε από τη χώρα της στο βορρά. Αφού περάσουν έξι χρόνια και γεννηθεί ένα κοριτσάκι, κάποιο περίεργο παιχνίδι του πεπρωμένου, θα αναγκάσει τον Γιάννη να μπαρκάρει στα καράβια για να καλύψει οικονομικές ζημιές, αφήνοντας μόνη την Μαρίνα, η οποία δεν αντέχει την απουσία συναισθημάτων και ανασύρει απο μέσα της τον παλιό της, νεανικό εαυτό. Την ίδια νύχτα που θα πέσει στην αγκαλιά κάποιου άγνωστου, θα αρρωστήσει βαριά το παιδί της, σαν τιμωρία για την ασυδοσία της, ενώ λίγο αργότερα, τη στιγμή που το μυστικό και ύπουλο πάθος της για το αδελφό του άνδρα της του Μηνά, θα βρει αντίκρισμα, η μικρή Άννα θα αφήσει την τελευταία της πνοή. Αυτή θα είναι η αρχή, ενός προδιαγεγραμμένου από το μύθο, τραγικού τέλους.

Η θεατρική απόδοση της Μεγάλης Χίμαιρας απο τον Δ.Τάρλοου στο Θέατρο ΠΟΡΕΙΑ  είναι πολύ προσεγμένη δουλειά με εξαιρετικές ερμηνείες, υπέροχη μουσική, σκηνικά, σκηνοθεσία.   Δεν είναι τυχαίο που η παράσταση έχει τόσο κόσμο κάθε βράδυ.

Ο θεατής της παράστασης βλέπει μπροστά του σχεδόν τις δυο τραγικές ηρωίδες του Ευριπίδη,τη Φαίδρα,που τυφλωμένη από πόθο για τον Ιππόλυτο τον εκδικείται και τον καταστρέφει, τιμωρώντας στη συνέχεια και τον εαυτό της.  Βλέπει και την Μήδεια που σκορπά την καταστροφή οργισμένη για την ερωτική προδοσία, δολοφονώντας ακόμα και τα παιδιά της λίγο πριν διαφύγει κυνηγημένη πάνω στο άρμα του ήλιου.  Η Φαίδρα είναι παρούσα ως προς τον ψυχισμό, την τελική τιμωρία ή κάθαρση, μα και τις επιπτώσεις του ανεξέλεγκτου πάθους της.

Έτσι τιμωρεί και η Μαρίνα τον εαυτό της, αφού αναζητεί το πάθος και την περιπέτεια, προδίδει την συμβατική συζυγική ζωή που η ίδια είχε επιλέξει και δίνεται σε δύο εραστές, με προδιαγεγραμμένη πορεία  προς το καταστροφικό τέλος.  Η συνταύτιση με τη Μαντάμ Μποβαρύ γίνεται πιο αισθητή, όταν η Μαρίνα, έχοντας ήδη εντοπίσει τα σημάδια αποτυχίας του εγκλιματισμού στην Ελλάδα, στρέφεται μετά από χρόνια θαυμασμού του ελληνικού πνεύματος, ξανά στους κλασικούς της πατρίδας της και ανακαλύπτει ξανά γραφές όπως του Φλωμπέρ. Οδηγείται στο αδιέξοδο μέσα από το μαρτυρικό μονοπάτι της υπέρβασης και η καλά κρυμμένη ύβρις, περιμένει χαιρέκακα τη στιγμή της εξωτερίκευσής της. 

"Μα τί άνθρωπος είστε; Μα τί άνθρωποι είστε;" ρωτά με πραγματική απορία η Αλεξάνδρα Αϊδίνη -υποδυόμενη τη Μαρίνα Μπαρέ- την πεθερά της,  την οποία υποδύεται με όση έμφαση χρειάζεται η ελληνίδα μάνα, η Σοφία Σεϊρλή.  Στο ερώτημα αυτό, κατα τη γνώμη μου, κλείνεται και κρύβεται και όλο το νόημα της ιστορίας του Καραγάτση, που τόσο πολύ εμπνευσμένα δίνεται απο τους συντελεστές της παράστασης....

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

ΠΕΡΣΕΣ. Μια κορυφαία παράσταση

Μυσταγωγία ήταν για τον θεατή η παράσταση "Πέρσες" της Νικαίτης Κοντούρη και του ΚΘΒΕ στον ιερό χώρο του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου.  Ήταν ένα μάθημα από τους νεκρούς για τους ζωντανούς, από εκείνους που έφυγαν και είναι πλέον απόντες, για όσους έμειναν για να διαχειριστούν την ήττα, θέμα πολεμικό βασισμένο στην απρόβλεπτη πανωλεθρία των Περσών στη Σαλαμίνα, γεμάτο μηνύματα που διασώθηκαν και μας μεταφέρθηκαν με εξαίρετο τρόπο από τους συντελεστές της μοναδικής αυτής παράστασης.


Η αγωνία που κουβαλά ο Χορός των Περσών και οι Νύφες του Πένθους γίνεται τρόμος για την Βασίλισσα Άτοσσα, σύζυγο του Δαρείου και μητέρα του Ξέρξη που θρηνεί για την καθολική ήττα  του γιου της. Πρόκειται για μια τραγωδία που  -βασίστηκε στην οπτική γωνία του ηττημένου, ποιος άλλωστε θα μπορούσε να μιλήσει καλύτερα για την ήττα από τον ίδιο τον ηττημένο; Ο Αισχύλος με την τραγωδία αυτή από το 472 π.Χ. (μέρος μιας τετραλογίας της οποίας τα υπόλοιπα κομμάτια χάθηκαν στο χρόνο) κάνει ένα μάθημα ηθικής για τους δυνάστες που ιστορικά προκάλεσαν πολέμους και ανθρώπινο πόνο και  περιγράφει με τρόπο συναρπαστικό συναισθήματα όπως η ανθρώπινη αλαζονεία, η ύβρις, η ελευθερία και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια.


Η οδύνη των Περσών, μεταφερμένη στα Σούσα, στην δραματοποιημένη αφήγηση της Νικαίτης Κοντούρη, βυθίζει στο πένθος τα πρόσωπα του δράματος και μαζί και το θεατή που συγκλονίζεται και απογειώνεται συνεπαρμένος  από το υποβλητικό σκηνικό (Γιώργος Πάτσας), την υπέροχη μουσική (Σοφία Καμαγιάννη) και τις εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών (Ατοσσα, Α.Σακελαρίου, αγγελιοφόρος, Λ.Γεωργακόπουλος, Δαρείος, Γ.Φερτης, Ξερξης, Γ.Κολοβός, Νύφες του Πένθους, Λ.Αγγελίδου, Μ.Βλάχου, Κ.Οθωναίου και άλλοι) 

Συγκλονιστική η αφήγηση του  Λ.Γεωργακόπουλου όταν αγγελιοφόρος καταφθάνει στα Σούσα για να πει να θλιβερά νέα της συντριβής στρατού και στόλου του άλλοτε νικηφόρου Στρατηγού Ξέρξη.  Περιγράφει με οδύνη τη φυγή των Ελλήνων που τόσο προσδοκούσαν οι Πέρσες μα που δεν ήρθε ποτέ....

"Γιατί δεν ήταν για φυγή ο ιερός παιάνας
που έψαλλαν τότε οι Έλληνες, μα εμπρός
γενναία στη μάχη για να ορμήσουν.
Κι όλους, ως πέρα, η σάλπιγγα τους φλόγιζε.
Κι αμέσως, με το πρόσταγμα, χτυπούν
την άρμη τη βαθειά και τα κουπιά τους
βυθίζουνε με κρότο και ρυθμό.
Κι όλοι σε λίγο καθαρά φάνηκαν μπρος μας.
Πρώτα με τάξη πήγαινε το δεξί κέρας
κι ακολουθούσε όλος ο στόλος.  Κι άκουγες
μια δυνατή κραυγή: Ω παίδες Ελλήνων Ιτε, 
εμπρός, ελευθερώστε την πατρίδα, ελευθερώστε 
τα τέκνα, τις γυναίκες , τα ιερά των πατρικών θεών,
τους τάφους των προγόνων! Νυν υπέρ πάντων αγών!
Κι απ' τη δική μας τη μεριά τους απαντούσε
μια βουή στα περσικά. Δεν έμενε καιρός.....
Από τη μετάφραση του Πάνου Μουλλά στην οποία βασίστηκε η παράσταση

Συντρίβεται η Βασίλισσα που ακούει τα νέα της καταστροφής, αδυνατούν να το πιστέψουν οι γέροντες σοφοί και ο Χορός παίζει το ρόλο που του ανήκει.  Περιγράφει, οδύρεται, θρηνεί και εντάσσει το θεατή μέσα στο θρήνο.  Εξαιρετικό το εύρημα των "ψυχών" των Περσών που κρατούν οι άνδρες του Χορού και που προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανές. Εξαιρετικές και οι "Νύφες του Πένθους" γιατί σε όλες τις μάχες της ιστορίας, παντού στον κόσμο, κάποιες γυναίκες, μάνες, σύζυγοι ή αδελφές, περιμένουν και θρηνούν για τους απόντες του πολέμου. 

Υπέροχο το σκηνικό που δείχνει να "ανασταίνει" τον βασιλιά Δαρείο, τον οποίο η Άτοσσα καλεί από τον τάφο του, γιατί δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνη την κατάσταση.  Στα  μάτια του Δαρείου, ο Ξέρξης είναι  ιερόσυλος και ασεβής.  Το μοιραίο ελάττωμα που ο νεκρός βασιλιάς προσάπτει στο γιο του είναι η ολέθρια έπαρση του θνητού ανθρώπου, το "υπερφευ φρονείν" δηλαδή η περιφρόνηση της μοίρας και οι υπερφίαλες σκέψεις που τον οδήγησαν στην αυτοκαταστροφή. 

Γυμνός, ρακένδυτος, χωρίς φρουρά, χωρίς κάτι που να θυμίζει βασιλιά, μονάχα φτώχεια και κακομοιριά και τραύματα, μεταφέρει μαζί του καθώς επιστρέφει τέλος ο Ξέρξης.  Είναι η ώρα που κι ένας βασιλιάς εύχεται να είχε "φύγει" με τους στρατιώτες του.  Θρηνεί για τη χαμένη αίγλη της μεγάλης δύναμης, της Περσίας, θεωρεί τον εαυτό του υπόλογο για την ήττα και τον χαμό των συντρόφων του κι αναρωτιέται γιατί οι θεοί χτύπησαν τόσο σκληρά το γένος των Περσών. 

Οι ΠΕΡΣΕΣ είναι ένα σχόλιο για τις αδυναμίες του δεσποτισμού, αλλά την ίδια στιγμή είναι και ένα εγκώμιο για την υπεροχή της ευνομούμενης δημοκρατικής κοινωνίας που θέλει πολίτες να αυτενεργούν και να αυτοπειθαρχούν, αντί να πράττουν όσα τους επιβάλουν οι μηχανισμοί ελέγχου.  Το δέος και ο φόβος κυριάρχησαν στους Πέρσες επειδή για εκείνους την απεριόριστη εξουσία την έχει ο ηγεμόνας και χωρίς αυτόν πώς μπορεί να υπερασπιστεί μια δημοκρατία τον εαυτό της; αναρωτιέται κάποια στιγμή η Άτοσσα, χήρα του Δαρείου, ανάμεσα στις μαύρες σκέψεις και τη τεράστια θλίψη που την κατακλύζει όταν μαθαίνει τα φοβερά κι ανήκουστα που συνέβησαν. 

Έκπληξη για τον θεατή, τα λόγια που λένε οι Νύφες του Πένθους μέσα στο θρήνο τους: Πρόκειται για λόγια από τα Ανέκδοτα Ποιήματα (1882-1923) του Καβάφη, που είδαν το φως της δημοσιότητας το 1968. Τα αισχυλικά του Καβάφη, μιλάνε για την Περσέπολη, τα Εκβάτανα, τα Σούσα, τόπους ωραίους όπως περιγράφουν οι στίχοι. "Τι εγυρεύαμεν εκεί στη Σαλαμίνα στόλους να κουβανούμε και να ναυμαχούμε...."

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013

Ανάγκη για "πολιτιστικό συσίτιο"

Αφορμή για σκέψεις, μου έδωσε η πρόσφατη εκδήλωση στο Ηρώδειο, με τη βράβευση εκείνων  που κατάφεραν να βγάλουν απο τη λησμονιά και τη φθορά του χρόνου, μνημεία απο κάθε γωνιά της Ευρώπης, που συντηρήθηκαν και αναδείχθηκαν με τρόπο παραδειγματικό.


Τώρα που οι τελετές και οι φανφάρες τέλειωσαν, σκέφτεται κανείς, τί σημαίνει για το μέλλον, να συντηρείς το παρελθόν.  Πολλά σημαίνει, μα για πολλούς αυτά είναι πολυτέλειες και ψιλά γράμματα, γιατί η καθημερινότητα είναι σκληρή και άτεγκτη και τρώει την ψυχή των ανθρώπων της πόλης.  Μα δεν θα μπορούσε ο πολιτισμός να λειτουργήσει ως ίαση άραγε σήμερα; Αναρωτιέμαι πόσο καλύτερη θα ήταν η ζωή όλων αν το περιβάλλον ήταν πιο φιλικό.  Πιο παρήγορο. Πιο ζεστό.  Και μιας και τώρα διαθέτουμε και υπουργό Πολιτισμού, ας το σκεφθεί κι εκείνος...

Ενας τρόπος υπάρχει για να μη χαθεί η ψυχή της πόλης: Να μετατραπούν τα πολιτιστικά ιδρύματα, σε χώρους καθημερινότητας..  Να πάψουν τα μουσεία να είναι ταυτισμένα με το παλιό, με αυτό που φεύγει απο τη ζωή, που πεθαίνει. Με λίγα λόγια να μην περιορίζονται μόνον στην μέχρι σήμερα λειτουργία τους γύρω απο τον εκθεσιακό τους ρόλο, αλλά να ανοίξουν μια διάπλατη αγκαλιά προς την κοινωνία που δοκιμάζεται καθημερινά σε όλα τα επίπεδα.


Είναι εξίσου σημαντικό, για παράδειγμα, αυτό που κάποια μουσεία έχουν ήδη ξεκινήσει, να προσφέρουν δωρεάν (ή όχι;) δραστηριότητες για  παιδιά σε ώρες που οι γονείς εργάζονται.  Ή να δίνουν βήμα έκφρασης σε ηλικιωμένους που αναζητούν ευκαιρίες έκφρασης. Το να περιμένουν να περάσει απ 'εξω ο καταβεβλημένος απο τη ζέστη τουρίστας, που αναζητεί λίγη δροσιά καθώς τελειώνει το νεράκι στο πλαστικό μπουκάλι που κουβαλάει μαζί του, μάλλον δεν είναι λόγος ύπαρξης ενός χώρου πολιτισμού.
 
Αν τα πολιτιστικά ιδρύματα δεν καταφέρουν να γίνουν απαραίτητα  στην καθημερινότητα των ανθρώπων, αν δεν προσφέρουν στον πάγκο της Αθήνας το δικό τους "πολιτιστικό συσίτιο" ώστε οι ίδιοι όλοι μας εμείς να τα πιστέψουμε και να τα υποστηρίξουμε, τότε δεν προσφέρουν στην Ελλάδα της κρίσης.  Ο ρόλος τους άλλαξε.  Όλα άλλαξαν.  Ετσι κι αλλιώς οι κρατικές επιδοτήσεις μειώθηκαν, οι χορηγίες εξαφανίσθηκαν και σε λίγο, και οι υπάλληλοι θα είναι ..... είδος προς εξαφάνιση...

Αφού πια τίποτε δεν λειτουργεί όπως πριν, τότε και οι χώροι πολιτισμού πρέπει να αλλάξουν λειτουργία. Θα πρέπει να ανοίξουν προς την ίδια τη ζωή.  Να εξυπηρετούν τον επισκέπτη, με ό,τι σημαίνει αυτό. Ας είναι ευγενικοί και καταδεκτικοί.  Ας επικοινωνούν μαζί μας μέσω facebook η twitter.  Ας ανοίγουν βραδάκια στο κάτω-κάτω της γραφής, μιας και η βόλτα της νεολαίας σήμερα δεν περιλαμβάνει πλέον -για λόγους οικονομικούς- πάντα τρελές διασκεδάσεις και ποτά μέχρι πρωίας.  Έτσι κάνει κανείς όταν βρίσκεται σε κρίση.  Αναζητεί λύσεις.

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Ορεκτικό και επιδόρπιο, χωρίς κυρίως γεύμα

Φιλόδοξη η προσπάθεια του σκηνοθέτη του «The Master», Πωλ Τόμας Αντερσον. Εκπληκτικό πείραμα μίξης διαφορετικών τεχνών. Πείραμα ανάμειξης φωτογραφίας και μουσικής, εντυπωσιακό χρώμα, δυνατό, παρεμβατικό, ανακατεμένο με ήχους από συνθέσεις για βιολί, ή πνευστά. Και μετά…
…. Μετά κενό. Τίποτε, ή σχεδόν τίποτε. Κάτι δηλαδή , αλλά τόσο ασαφές και ημιτελές, που κάνει και τον πιο καλόβολο θεατή, να αναρωτιέται εάν πρόκειται γι αυτό που κατάλαβε, ή για κάτι ακόμα, κάτι το οποίο του διέφυγε, που «δεν το ‘πιασε», που δεν το συνέλαβε παρόλο που τόσο κοπίασε για δυόμισι ώρες μέσα στην αίθουσα του κινηματογράφου.
Σίγουρα το κλασσικό, πλέον, θέμα της σχέσης εξουσιαστή κι εξουσιαζόμενου αποτέλεσε σημείο του προβληματισμού του σκηνοθέτη, μα να ήταν άραγε μόνον αυτό? Να ήθελε να πει και κάτι άλλο? Ναι σίγουρα, θα ήθελε να το επεκτείνει και στην χειραγώγηση των μαζών, μα μέσα σε μια τόσο αλλόκοτη ατμόσφαιρα, πάνω που πας να πιάσεις το νήμα και λες πως το βρήκες, το χάνεις και ψάχνεις πάλι από την αρχή. Μήπως έβαλε πολλά στο τραπέζι και δεν κυριάρχησε αυτό που θα έπρεπε? Ποιος ήταν τελικά ο στόχος του? Ένα σενάριο σαν τον Τιτανικό, ένα κόσμημα φτιαγμένο με πολύτιμα υλικά, που όταν κανείς δεν το περίμενε, έμπασε τελικά νερά…
Δυσανάλογα σταθερή και βέβαιη, η παρουσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στο ρόλο του Master, του εμπνευστή της Υπόθεσης, του μύστη που εμπνέει τους γύρω του, που ταυτόχρονα διδάσκει και ερευνά , αλλά και του «υπηρέτη» του Φρέντι Κουέλ, ρόλο τον οποίο ενσαρκώνει τέλεια σε ένα δυναμικό come back ο Χοακιν Φίνιξ. Ο Φίνιξ είναι ένα ερείπιο από αυτά που άφησε πίσω του ο πόλεμος, ένας βετεράνος του Πολεμικού Ναυτικού, ένας εύθραυστος ψυχολογικά άνδρας, αλλά φαινομενικά σκληρός και επίμονος. Στην προσπάθειά του να βρει το δρόμο του, τυραννιέται, πελαγοδρομεί, αλλάζει δουλειές, δεν ριζώνει πουθενά, διαφεύγει, ζει με τις εμμονές του και τέλος βρίσκει καταφύγιο στην ομάδα του Μάστερ, όπου γίνεται φανατικός οπαδός της ιδέας του, έτοιμος να επιτεθεί ανα πάσα στιγμή για να πολεμήσει γι αυτήν.
Καλά υλικά για να έχει στηθεί ένα τόσο σαθρό οικοδόμημα. Πρόκειται για μια μεγαλειώδη εικαστικά ταινία γιατί αναμφίβολα ο Αντερσον έχει ταλέντο, σαν τον Σεφ που φτιάχνει ένα εκπληκτικό ορεκτικό και ένα τέλειο επιδόρπιο, τα σερβίρει σε ένα υπέροχα στρωμένο τραπέζι, όμως τα θαλασσώνει στο κυρίως πιάτο….