Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2025

Η Τελευταία Αρκούδα του Δάσους

Μια συγκλονιστική ιστορία ενηλικίωσης με φόντο κοινωνικοπολιτικά γεγονότα των τελευταίων δεκαετιών, υπο τον ήχο ενός πολέμου, μιας σφαγής στη βαλκανική γειτονιά μας, είναι η νουβέλα του Ακη Παπαντώνη «Η τελευταία αρκούδα του δάσους». Το βιβλίο έλαβε Κρατικό Βραβείο στην κατηγορία του Διηγήματος, που ανακοινώθηκε μόλις τρεις ημέρες αφότου γράφτηκε αυτό το άρθρο.  

Την ιστορία αφηγείται ο Θοδωρής, φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, που παρατηρεί τα γεγονότα γύρω του, αναρωτιέται για πολλά, ακούει τις σιωπές, παρατηρεί τις μεταμορφώσεις της μάνας και του αδελφού του Νίκου και προσπαθεί να βρει απαντήσεις στα ερωτήματα που τον βασανίζουν.  Το ίδιο κάνει και ο αναγνώστης μαζί του.



Συμπρωταγωνιστεί ο μεγαλύτερος αδελφός του ο Νίκος που δεν ζει κοντά του αλλά κατά ένα τρόπο είναι πάντοτε εκεί γι αυτόν, μολονότι κρατάει την προσωπική του ζωή μακριά.  Ο μικρός δεν του κάνει επικίνδυνες ερωτήσεις και ο Νίκος δεν κάνει αποκαλύψεις για τη δράση του. Σταθερή παρουσία η μάνα, ποτισμένη με την πίκρα της φυγής κι εξαφάνισης του πατέρα των δυο αγοριών από τότε που ήταν μικρά. Μεγάλωσαν με τη μάνα τους και τη στήριξη του παππού κουβαλώντας πάντοτε το τραύμα της απουσίας του πατέρα.  Η ιστορία οικοδομείται σταδιακά, ο φοιτητής Θοδωρής παίρνει μεταγραφή για την Αθήνα, πάντοτε τον βασανίζει η απουσία πατέρα και αδελφού. Ο Νίκος γίνεται Νικηφόρος, εμφανίζεται κι εξαφανίζεται στη ζωή του μικρού, αποφεύγει να δίνει εξηγήσεις και πάντα διατηρεί την απόσταση με τη μάνα, που διαρκώς σωπαίνει.

Βυθισμένος σε έναν κάπως ανώριμο εθνικισμό ο Νικηφόρος εντάσσεται στον Λαϊκό Σύνδεσμο και με τα υπόλοιπα μέλη της Ελληνικής Εθελοντικής Φρουράς παίρνουν μέρος στον πόλεμο στη Βοσνία, πολεμούν ενάντια στους εχθρούς της Ορθοδοξίας και της Μεγάλης Ελλάδας. Η οδύνη για την πολιορκία του Σεράγεβο και τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα στο φόντο μιας οικογενειακής ιστορίας λειτουργεί ως σύμβολο και για τον καθέναν από τους ήρωες ξεχωριστά. Η μάνα καπνίζει συνεχώς και σωπαίνει ηχηρά μπροστα στην πορεία του εθνικόφρονα Νικηφόρου, η ψυχή της όμως γίνεται κομμάτια θρηνώντας για όλα, για τον σύζυγο που τους εγκατέλειψε, για το μεγάλο της γιο που ξοδεύει άσκοπα τη ζωή του, για τον μικρό της που ψάχνει για πυξίδα.  Η μάνα μοιρολογεί για όλους, νοιώθεις πως είναι ο χορός σε μια τραγωδία, μοιρολογεί σιωπηρά χωρίς φωνή, μοιρολογεί για τη ζωή που χάνεται, για τα παιδιά της, για τα παιδιά των άλλων που θανατώθηκαν, για τις ιδέες που εξαπλώθηκαν, για την Ελλάδα…

Τοποθετώντας την ιστορία του επάνω στον καμβά με τον πόλεμο της Βοσνίας, ο Ακης Παπαντώνης στρέφει το βλέμμα του αναγνώστη στις εθνικιστικές πτυχές που έγιναν αιτία για να συσσωρευθεί μίσος και οργή στην περιοχή, καθώς όπως είναι γνωστό, αρκετοί ήταν οι εθελοντές από γειτονικές χώρες που αναμείχθηκαν στον πόλεμο αυτό. Πολεμώντας σε έναν πόλεμο που δεν ήταν δικός τους, έναν πόλεμο που χαρακτηρίστηκε ως εθνοκάθαρση, άνθρωποι σαν τον Νικηφόρο βοήθησαν στη δημιουργία πυρήνων εθνικιστών σε όλη την Ευρώπη. Ζωές καταστράφηκαν, σοβινιστές αναθάρρησαν και νεοναζιστικές ιδεολογίες εξαπλώθηκαν παντού.

Σε κάθε κεφάλαιο ο συγγραφέας βάζει κάποιο απόσπασμα μαρτυρίας από τα πρακτικά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την Πρώην Γιουγκοσλαβία. Η σκέψη του αναγνώστη επιστρέφει στις μαρτυρίες εκείνης της εποχής που έβλεπαν, ή δεν έβλεπαν -αναλόγως με το ποιος διακινούσε την πληροφορία- τα φώτα της δημοσιότητας.  Ετσι, πολύ έντεχνα αναμειγνύει την πραγματική βαλκανική τραγωδία με μια μυθοπλασία, μια επινοημένη ιστορία οικογενειακών σχέσεων. Τα γυναικόπαιδα που σφαγιάσθηκαν και βρέθηκαν σε ομαδικούς τάφους στην Σρεμπρένιτσα είναι αποτέλεσμα ενός ανίερου πολέμου.  Βουβός και ο θρήνος της μάνας του Νικηφόρου, κι ας λέει τόσα με τη σιωπή της.

Ο Νίκος γίνεται «η τελευταία αρκούδα του δάσους» που φυλάει σκοπιά για να προστατέψει το μικρό του αδελφό, αλλά η δράση του με τους ακραίους εθνικιστές, συνάδει άραγε με την έννοια «προστατεύω», ή «φροντίζω κάποιον», ή έστω τον «απομακρύνω από πιθανό κίνδυνο»? 

Άραγε ο Θοδωρής, με τίμημα την προστασία βλέπει καθαρά, ή όχι -ή μήπως δεν είναι διατεθειμένος να δει- την αλλαγή που έχει συντελεστεί στην προσωπικότητα του αδελφού του? 

Μήπως τελικά τον ενδιαφέρει πολύ λιγότερο η περίπτωση ενός αδελφού με δημοκρατικές πεποιθήσεις μακριά από βίαιες συμπεριφορές, από έναν αδελφό που μπορεί να πιστεύει ότι θέλει, αλλά οφείλει να είναι δίπλα του?

Ο Ακης Παπαντώνης δεν χρειάζεται να "εξηγήσει" πολλά. Τα λέει όλα χωρίς να τα πει. Κι ούτε χρειάζεται βραβεία για να αναγνωριστεί η συγγραφική του δεινότητα. Οι αναγνώστες τον βραβεύουν απο μόνοι τους.

 

Αυγή. Μια ιστορία θαμμένη στην πρόσφατη μνήμη

Γνωρίζω τον Σπύρο Πετρουλάκη από την πρώτη επαφή που είχε με τις λέξεις στο χαρτί. Από τότε που συστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό με το «Παράθυρο της Νεφέλης» κάτω από την κοινή μας ζεστή εκδοτική στέγη. Συγκινούσε πάντοτε ο Σπύρος, με τον τρόπο που περιγράφει τον κόσμο γύρω του. Ύστερα ήρθαν άλλες ιστορίες όπως η «Εξομολόγηση», η «Παναγία της Φωτιάς», ο «Σασμός», η «Κληρονομιά», το «Ναυάγιο», η «Αμαλία» και άλλα.

Με το νέο του πόνημα όμως αγγίζει ένα μεγαλύτερο τραύμα, έναν εθνικό πόνο, για πολλούς από εμάς μια terra incognita κυρίως σε ότι αφορά τη διάρκεια των σχολικών μας χρόνων, πρώτον γιατί η περίοδος του Εμφυλίου ήταν ανύπαρκτη στην διδασκόμενη Ιστορία -η γενιά μου ειδικά την έμαθε διαβάζοντας εξωσχολικά αργότερα- και δεύτερον γιατί πολλές οικογένειες στην Ελλάδα ακόμα και σήμερα αποφεύγουν να μιλούν γι αυτό το θέμα. Αποφεύγουν ακόμα, γιατί ο πόνος που βίωσαν σε πολλές περιπτώσεις, ήταν τέτοιος που τις έκανε να σωπάσουν, να ντραπούν, ν’αηδιάσουν. Για δεκαετίες δεν άντεχαν να εξιστορούν στα παιδιά τους, πώς αδέλφια πολεμούσαν και βασάνιζαν τα αδέλφια τους. Πώς οι πατεράδες τους έκαναν κακό σε άλλα παδιά που ήταν φιλαράκια τους, ή πώς κάποια γειτονάκια τους άφησαν το παιχνίδι στο δρόμο για να καταδίδουν τον απέναντι, τον ξάδερφο, τον παππού. Δεν ήθελαν να παραδεχθούν πώς την μεγάλη χαρά της αποχώρησης των κατοχικών στρατευμάτων της Γερμανίας από την Ελλάδα το 1944, την ακολούθησε ένας ζόφος χειρότερος, ένας θάνατος αργός και πιο βίαιος για όλους, ένα απάνθρωπο συναίσθημα που ρίζωσε το μίσος που καμμιά φορά ακόμα και τώρα, υποβόσκει και ταλανίζει την ελληνική κοινωνία.

Εχουν γραφτεί αρκετά πια, ώστε μάθαμε οι νεότεροι κι αρχίσαμε να ρωτούμε τους παλιότερους. Κι έτσι με τη σειρά τους κι εκείνοι βγήκαν λίγο-λίγο από τη σιωπή τους, άλλοτε παραδεχόμενοι φρικτά λάθη, άλλοτε εξηγώντας τα ανεξήγητα κι άλλοτε εκφράζοντας παλιά και περασμένα πάθη.

«ΑΥΓΗ, το θαμμένο τετράδιο» είναι ο τίτλος του βιβλίου του Σπύρου Πετρουλάκη από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ και πριν κάποιοι προτρέξουν να βάλουν στο μικροσκόπιο την εμπορική αξία μιας ιστορίας που θα μπορούσε να γίνει και πάλι σήριαλ, ας δουν κατάματα μια αλήθεια: Κάποιοι άνθρωποι που δεν έχουν τη συνήθεια να ψαχουλεύουν θησαυρούς στα ράφια των βιβλιοθηκών και των βιβλιοπωλείων, θα μπορέσουν να αφουγκραστούν μερικές αλήθειες  που -για χρόνια- δεν λέγονταν εύκολα.

Η Αυγή είναι η ηρωίδα  που μας μεταφέρει στο Παλαιό Τρίκερι Μαγνησίας, τότε τόπο εξορίας. Το όνομα δεν είναι τυχαίο. Σημαίνει χάραμα, ξεκίνημα, ανατολή. Η 16χρονη Αναστασία μπαίνοντας στον κόσμο των ενηλίκων, κάνει μια νέα αρχή στη ζωή της, όταν ανακαλύπτει το θαμμένο τετράδιο της Αυγής μέσα σε μια κουφάλα ενός δένδρου στο μικρό νησί του Παγασητικού κόλπου, όπου πέρασαν μερικές ημέρες -βαρετών μέχρι εκείνη τη στιγμή- διακοπών με τη μητέρα και τον πατέρα της. Ξαφνικά η ζωή της απέκτησε νόημα, λες και η φύση εκεί, συνωμότησε για να της κάνει αποκαλύψεις.

Βρέθηκαν θαμμένα τετράδια κάποτε στους τόπους εξορίας. Τετράδια γεμάτα μαρτυρίες εξόριστων στο Τρίκερι Μαγνησίας, τη Μακρόνησο, τη Γυάρο… Έτσι πολλά ήρθαν στο φως, σώθηκε άμεσο υλικό από τη μαύρη αυτή περίοδο, και με τον τρόπο αυτό, η ιστορία του Σπύρου αγγίζει ευθαρσώς την πραγματικότητα. Το τετράδιο που ανακαλύπτει τυχαία η Αναστασία τυλιγμένο με προβιά ζώου γίνεται ο κινητήριος μοχλός της πλοκής. Συστήνεται αμέσως με την ηρωίδα από την πρώτη παράγραφο που διαβάζει στις φθαρμένες από το χρόνο σελίδες:

«Το όνομά μου είναι Αυγή. Αυγή, σκέτο. Γεννήθηκα στις 25 Νοέμβρη του 1931 στα περίχωρα της Λαμίας, βρίσκομαι σε τούτο το νησί περίπου έναν χρόνο. Με έφεραν εδώ τον Ιούνιο του 1949 μαζί με άλλες αγωνίστριες. Το Παλαιό Τρίκερι όμως δεν είναι τόπος εξορίας, είναι τόπος κολάσεως. Είναι η ίδια η κόλαση πάνω στη γη. Όχι το νησί ασφαλώς, αλλά οι άνθρωποι που κρατάνε τις τύχες μας στα χέρια τους. Οι δεσμοφύλακές μας. Αυτοί είναι η κόλασή μας».

Από εκείνη τη στιγμή παρακολουθούμε την ιστορία της Αυγής, κάθε λεπτό της ζωής της και μαζί με αυτό και την μαύρη σελίδα στην Ιστορία της Ελλάδας. Γιατί δεν είναι μόνο η Αυγή, ή Κατερίνα, ή Αντιγόνη, ή Μαρία… Είναι όλες οι ελληνίδες και όλοι οι έλληνες που ξεφτιλίστηκαν για μια υπογραφή μεταμέλειας, ή άλλοι που έχασαν τον εαυτό τους βασανίζοντας το γιό της αδελφής τους, τη θεία ή τον θείο τους, τα εγγόνια της γειτόνισας, ή ακόμη και τα ίδια τα παιδιά τους.

Οι απορίες της νεαρής Αναστασίας είναι εύλογες και ζητούν απαντήσεις. Τις αναζητά μαζί με τους γονείς της, τον Ηλία και τη Μαριλένα, αλλά και με τον παππού Γιώργο που βρίσκεται πιο κοντά στην υπόθεση, όχι μόνον λόγω ηλικίας, αλλά και λόγω επαγγέλματος. Είναι ιστορικός.  Η ανάγνωση των σημειώσεων της Αυγής, ξετυλίγουν τον έρωτά της για τον Αιμίλιο με τον οποίο γνωρίστηκαν στο αντάρτικο στα βουνά, αλλά χωρίστηκαν βίαια για να υποστούν φρικτά βασανιστήρια σε ένα από τα κολαστήρια της εποχής.  Το ένα στοιχείο οδηγεί στο άλλο και το κουβάρι του νήματος όλο και ξετυλίγεται και όσο αυτό ξετυλίγεται τόσο η ιστορία «δένεται» με την πορεία της οικογένειας της Αναστασίας και κυρίως τον πατέρα της που κρατάει χρόνια ένα μυστικό.  Όλο αυτό το μπλεγμένο γαϊτανάκι είμαι σίγουρη, δεν έγινε για λόγους μυθοπλασίας και μόνο.  Άπτεται της ιστορικής πραγματικότητας γιατί εκείνη την περίοδο θύτες και θύματα ήταν συχνά κάτω από τον ίδιο οικογενειακό περίγυρο.

Τα ερωτήματα θα απαντηθούν καθώς το «Ημερολόγιο Εξορίας» προχωρεί με λεπτομέρειες μέχρι το σήμερα, μέσα απο αφηγήσεις που ξεκινούν από το 1942, όταν ακόμη οι γερμανοί βρίσκονται στην Ελλάδα και η ηρωίδα δεν είχε ακόμη μετονομαστεί σε «Αυγή» από τους συναγωνιστές της. 

Η πλοκή δείχνει περίτρανα ότι στη ζωή, δεν υπάρχει άσπρο-μαύρο.  Το καλό και το κακό συνυπάρχουν και δείχνουν εναλλακτικά τα πρόσωπά τους. Εκτός των ηρώων γίνονται αναφορές σε ορισμένα γνωστά πρόσωπα γνωστά από την Ιστορία της εποχής, όπως η αγωνίστρια εκπαιδευτικός Ρόζα Ιμβριώτη που την εποχή του Εμφυλίου ήταν εξόριστη στο Τρίκερι και παρά τα βάσανά της, έκανε αγώνα να κρατήσει ανοιχτό και ιστορροπημένο το μυαλό των εξόριστων, διδάσκοντάς τους καθημερινά, ή και ο γιατρός Γεώργιος Καραμάνης ο οποίος, χωρίς διακρίσεις και αφοσιωμένος στον «άνθρωπο», χωρίς τεράστιους οικονομικούς πόρους, αφιέρωσε την επιστήμη και τη ζωή του στη λειτουργία του σανατόριου στα Χάνια του Πηλίου,  σώζοντας πολλούς ασθενείς.


Zώνη Ενδιαφέροντος. Μια ιδεολογία έγινε πράξη

Δουλειά του συγγραφέα είναι να κινεί το σύμπαν με τις λέξεις του. Ο Martin Amis, το έκανε κι  ύστερα έφυγε ήσυχος πέρυσι τον Μάιο, ακριβώς την ημέρα που έκανε πρεμιέρα στις Κάννες, η ταινία «Ζώνη Ενδιαφέροντος» η οποία έμελλε να συνταράξει τις ψυχές μας, βασισμένη στην ιστορία που είχε γράψει ο βρετανός συγγραφέας το 2014, μετά από μακρά έρευνα.

Η γενοκτονία του Ολοκαυτώματος κυριάρχησε  στην κοσμοθεωρία του Martin Amis. Ήδη από το 1991 είχε δημοσιεύσει το «Times Arrow» για την τρέλα των στρατοπέδων θανάτου. «Κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να σκεφτεί κάτι άλλο» είχε πει σε συνέντευξή του, αναφερόμενος και στα στρατόπεδα θανάτου του Στάλιν.

Η ιστορία που σκαρφίστηκε ο Amis στο μυθιστόρημά του, μπορεί να απέχει φαινομενικά από την πλοκή της συνταρακτικής ταινίας του Jonathan Glazer, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος παραμένει αφοσιωμένος στον ίδιο κι απαράλαχτο στόχο που έχει θέσει  ο συγγραφέας.  Και οι δυο αποσκοπούν, όχι να δείξουν τη φρίκη στα κρεματόρια -όπως θα περίμενε κανείς- αλλά να αποκαλύψουν πόσο ανυπόφορα ορθή και βαρετή, πόσο περίτρανα κανονική, πειθαρχημένη και καθώς-πρέπει, ήταν η ζωή όλων των άλλων τριγύρω από το στρατόπεδο, αυτών που μύριζαν καθημερινά την ανθρώπινη σάρκα να καίγεται, που φόραγαν τα ακριβά απομεινάρια από τα ρούχα των εβραίων, αυτών που κολυμπούσαν στο κοντινό γεμάτο στάχτες ποτάμι, ανενόχλητοι κάνοντας αμέριμνα πικ-νικ. 

Είναι η ίδια ζωή που ακολουθεί σήμερα η ανθρωπότητα, κι εμείς όλοι μέσα της, που μέσα στην υπερβολική κανονικότητα πάμε να ξεχάσουμε τα μεγάλα εγκλήματα του κόσμου μας.


Η ιστορία του βιβλίου Zone of Interest, διαδραματίζεται στο Άουσβιτς και αφηγείται την ιστορία ενός Ναζί αξιωματικού που έχει ερωτευτεί τη γυναίκα του διοικητή του στρατοπέδου. Την αφηγούνται ο Angelus Thomsen, o αξιωματικός, ο Paul Doll ο διοικητής και ο Szmul Zacharias, ένας εβραίος.  Η Χάνα, σύζυγος του διοικητή, είναι τρομοκρατημένη από τη δολοφονική δραστηριότητα του άνδρα της. Ο Tomsen είναι κάπως απογοητευμένος από το ναζιστικό καθεστώς. Σε ένα γράμμα του της γράφει «Όταν το μέλλον κοιτάξει πίσω στους εθνικοσοσιαλιστές, θα τους βρει εξωτικούς κι απίθανους όπως οι προϊστορικοί κρεατοφάγοι… Δεν είναι θηλαστικά..». Σιγά-σιγά οι δυό τους άρχισαν μια σχέση ερωτική αλλά χωρίς προοπτική, εξαρχής καταδικασμένη, πόσος έρωτας στ’ αλήθεια μπορεί να χωρέσει, ενώ στο φόντο περνούν τραίνα με στοιβαγμένους μελλοθάνατους, αποπνικτικές αίθουσες με δηλητηριώδη αέρια, με καμινάδες που καπνίζουν εξαφανίζοντας ανθρώπους, με τον τρόμο να επικρατεί στο σκηνικό.

Η ιστορία της ταινίας δεν κινείται από ένα ερωτικό πάθος αλλά από την «όμορφη» και ανέμελη κανονικότητα της υπέροχης οικογένειας του Ρούντολφ Ες, διοικητή του στρατοπέδου. Η εικόνα κάνει ότι μπορεί για να σε πείσει να τον συμπαθήσεις. Ο διοικητής γιορτάζει τα γενέθλιά του, με την οικογένεια, έρχονται τα στελέχη του να του υποβάλουν τα σέβη τους, τα όμορφα παιδιά του μαλώνουν για το ποιο θα πρωτο-παίξει μαζί του, η σύζυγος τα μεγαλώνει με τρυφερότητα σε έναν παραδεισένιο κήπο που φροντίζει η ίδια, μα και ο ίδιος ο Ες τους διαβάζει παραμύθια όταν δεν μπορούν να κοιμηθούν.  Ίσως δεν είναι καθόλου τυχαίο που με ζεστασιά και αγάπη, ξαπλώνει μαζί τους και τους διαβάζει ένα παραμύθι, το «Χάνσελ και Γκρέτελ» όπου τα παιδιά βάζουν τη μάγισσα στο φούρνο να την κάψουν.  Άβυσσος η ψυχική του κατάσταση, η οποία συμπληρώνεται από άλλες ευαισθησίες, όπως τους διαλόγους που έχει με το άλογό του, ή το σκυλί του.

Εκεί που ζουν όλοι αυτοί οι δήθεν ανυποψίαστοι που ασχολούνται με τα μικρά τους προβλήματα, ερωτικά, επαγγελματικά, προβλήματα υγείας ή άλλα τέτοια, εκεί ακριβώς βρίσκεται η Ζώνη Ενδιαφέροντος. Είναι το Άουσβιτς που έκανε μια ιδεολογία πράξη.  Είναι μια τυπική δυστοπία που δραματοποιεί τον ίδιο τον αυτουργό και το μυαλό του. 

Σημειώνεται ότι και στην ιστορία του βιβλίου, και στην ιστορία της ταινίας, υπάρχει κάποιος που «αμφισβητεί».  Στο βιβλίο είναι η Χάνα, η σύζυγος του διοικητή, ενώ στην ταινία είναι η πεθερά του Ες, η οποία έρχεται στο σπίτι τους και στον θαυμαστό τρόπο της ζωής τους για να παραμείνει. Ένα βράδυ όμως που φλόγες αναβλύζουν από την καμινάδα που βρίσκεται στο φόντο, ένα βράδυ που οι στάχτες κοντεύουν να πνίξουν την περιοχή, ένα βράδυ που ένας υπόκωφος θόρυβος από ανθρώπινες κραυγές διαχέεται παντού, εκείνη δεν αντέχει και εγκαταλείπει τη ζωή της οικογένειας, παίρνει τη βαλίτσα της και αναχωρεί χωρίς να πει τίποτε. Κλασσική αντίδραση της ανθρωπότητας, υπονοεί ο βαθιά εγκεφαλικός τρόπος του Martin Amis.


Ο Ρούντολφ Ες ενεργούσε καθημερινά σαν να διηύθυνε ένα εργοστάσιο. Σαν ένας τεχνοκράτης που έκανε τα πάντα για να φέρει σε πέρας αυτό που του είχε ανατεθεί. Δεν είχε χρόνο να αμφισβητήσει τις πράξεις των ανωτέρων του.  Το πώς μπορεί να σκέφτεται ένας τέτοιος άνθρωπος -ευαίσθητος κατά τα άλλα, αυτός ο άνθρωπος που αγκαλιάζει τα παιδιά και τους αφιερώνει χρόνο, που μιλάει τρυφερά ακόμη και στα ζώα- ήταν κεντρικό ζητούμενο για τον Martin Amis.

Σε ένα άλλο βιβλίο του καταπιάνεται από μια άλλη πλευρά με το ίδιο θέμα.  Στο βιβλίο του «Το Βέλος του Χρόνου» (Times Arrow) ο Amis αφηγείται ανάποδα τη ζωή ενός Ναζί εγκληματία πολέμου. Ξαναζεί όλη τη ζωή του από το τέλος ως της αρχή της, ολοκληρώνοντας την ιστορία μέσα στην κοιλιά της μάνας του. Εδώ έχει στήσει ένα ρωμαλέο αντεστραμμένο κόσμο πάθους και βάρβαρης ιλαρότητας, αλλά το κεντρικό σημείο, στο σημείο όπου δοκιμάζεται το όραμά του, είναι ακριβώς η αναφορά στο Άουσβιτς.

Mε τα σκουπίδια αυτού του κόσμου θεωρώ ότι καταπιάνεται και στο βιβλίο του «Χρήμα», ένα αστείο, σκληρό και μοχθηρό μυθιστόρημα όπως και ο κεντρικός ήρωας του, ένας διαφημιστής που περιφέρεται ανάμεσα σε Λονδίνο και Μανχάταν αναζητώντας τον πλουτισμό και μαζί και το αλκοόλ, τη δόξα, το σεξ, την υπερβολή, στοιχεία μιας κουλτούρας μαζικής, και πολλά υποσχόμενης, όπου η σπατάλη ταυτίζεται με την ευδαιμονία, η πορνογραφία με τον έρωτα και η συνωμοσία με τη φιλία.

Δεν μπορώ στη σειρά αυτή να μην αναφέρω και τελευταίο βιβλίο που διάβασα του συγκεκριμένου συγγραφέα, αν και παλιό κι εξαντλημένο πλέον. Πάλι με τα σκουπίδια ασχολείται, μα κάπως διαφορετικά:  Με το βιβλίο του «Η Πληροφορία», μπαίνει στο θέμα του λογοτεχνικού φθόνου και γενικότερα βουτάει στα σκουπίδια των συναισθημάτων.  Δεν υπάρχουν πολλοί τρόποι για να πληγώσει ένας συγγραφέας κάποιον άλλο συγγραφέα.  Ακόμη κι αν ο κόσμος της λογοτεχνίας ήταν τόσο διεφθαρμένος, όσο θα ήθελαν ορισμένοι, ένας συγγραφέας δεν μπορεί να κάνει σοβαρή ζημιά σε κάποιον αντίπαλό του. Αυτό είναι το δυσάρεστο συμπέρασμα στο οποίο φτάνει ο ήρωάς του ο Ρίτσαρντ Ταλ, ένας αποτυχημένος μάλλον μυθιστοριογράφος, όταν συλλογίζεται την ενοχλητική επιτυχία του Γκουίν Μπάρι, του καλύτερου φίλου του, αλλά και χειρότερου εχθρού του ταυτόχρονα.

Και σε αυτό το βιβλίο, η εξουσία του χρήματος και της ισχύος, βασανίζει τον Martin Amis, γιατί πάντα γι αυτόν, σε όλες τις εποχές, στα μικρά και στα μεγάλα γεγονότα, τέτοιο ήταν το διακύβευμα.

Μαίρη Σάββα

 

 


Τρίτη 28 Μαΐου 2024

Το ηχηρό λογοτεχνικό αντίο του Κορμακ Μακάρθυ

 

Μας είπε ένα δυνατό αντίο, με δύο μυθιστορήματα, σε έκδοση σχεδόν ταυτόχρονη, σαν να γνώριζε ότι είναι τα τελευταία του βιβλία. Ο «ΕΠΙΒΑΤΗΣ» και το «STELLA MARIS»  ήταν ο μεγάλος αποχαιρετισμός, μια ωδή στη διαφορετικότητα της γραφής, το προσωπικό μανιφέστο του Κόρμακ Μακάρθυ.

Στον κόσμο των βιβλιόφιλων τα δυο βιβλία αυτά ερμηνεύτηκαν ως come back αλλά ταυτόχρονα και ως αποχαιρετισμός από την πλευρά του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα.  Διπλό μήνυμα με μια διπλή έκδοση, έκδοση διαφορετική, έκδοση με μεγάλες δόσεις από αμερικανική ιστορία, έκδοση πολυαναμενόμενη, καθώς είχε αρχίσει να γίνεται γνωστό ότι τα τελευταία χρόνια ο Μακάρθυ εργαζόταν πυρετωδώς πάνω σε αυτά.  Ήδη το ενδιαφέρον είχε ανάψει. Πάνε χρόνια από τότε που κυκλοφόρησε «ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ», το «ΟΛΑ ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ ΑΛΟΓΑ» και ο «ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΟΣ» που αγαπήθηκαν πολύ από τους αναγνώστες. Η τελευταία του δουλειά, πριν από δεκαεπτά χρόνια, ήταν «Ο ΔΡΟΜΟΣ» που είχε τιμηθεί με το βραβείο Πούλιτζερ. Ήδη οι κριτικοί μιλώντας για τα έργα του, τον τοποθετούσαν τότε δίπλα σε συγγραφείς όπως ο Ροθ, ο Ντελίλο και ο Πίντσον, ωστόσο τώρα, με αυτόν τον τόσο διαφορετικό και δικό του τρόπο αφήγησης το αποτύπωμά του έγινε ακόμη πιο βαθύ, η πορεία του απογειώθηκε και το όνομα Μακάρθυ τοποθετείται δίπλα σε ονόματα όπως Ουίλιαμ Φωκνερ και Ερνεστ Χεμινγουέϊ….


Κι εκεί που -ως φανατικός αναγνώστης- νομίζεις πως δεν «κολλάς» πλέον,  πως έχεις τελειώσει με τις κάπως «απόλυτες» αγάπες σε συγγραφείς, να αίφνης, εμφανίζεται ένα κείμενο γεμάτο φράσεις θαυμαστές κι ελλειπτικές, με ιδιότυπους διαλόγους χωρίς παύλες, με λόγια κοφτά στους διαλόγους, γεμάτα υπαινιγμούς, συμβολισμούς, λεπτομερείς περιγραφές τοποθετημένες μέσα σε αλλόκοτα σκηνικά, με χίλια θέματα να αναδύονται βασανιστικά το ένα μετά το άλλο και να οδηγούν τη σκέψη σου σε λαβυρίνθους ατέλειωτους, στην πολιτική, την επιστήμη, την θρησκεία, την οικονομία, τον πόλεμο, την φιλοσοφία, την ιδιοφυία, την τρέλα….

Κι ενώ στην αρχή είχα αμφιβολίες εάν ο νούς μου τον κατανοεί πλήρως, στη συνέχεια ανακάλυψα σταδιακά, ότι ο ίδιος ο συγγραφέας με οδηγεί να χωνέψω αποφασιστικά το συμπέρασμα ότι η ζωή είναι γεμάτη από πεδία ανεξερεύνητα και δυσπρόσιτα, γιατί δεν είναι όλα επιστρωμένα με ιλουστρασιόν υλικά που στρέφουν την προσοχή σου αλλού, συνήθως στα σημεία που θέλουν, έτσι ώστε να μην πέσει  βαθιά στην ουσία των πραγμάτων. Γι αυτό και ο ήρωάς του  Μακάρθυ στον ΕΠΙΒΑΤΗ είναι ένας πρώην φυσικός που έχει μέσα του τις απαντήσεις για πολλά από αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, αλλά έχει και πολλά ερωτήματα. Ο Μπόμπι Γουέστερν είναι αυτός που αναλαμβάνει να μας ξεναγήσει στα βάθη της αβύσσου της ανθρώπινης ψυχής, καθώς η δουλειά του τώρα έχει να κάνει με τους βυθούς, έχει εγκαταλείψει την επιστήμη του και προσφέρει υπηρεσίες δύτη διάσωσης.  Καλείται να βουτήξει στα νερά όπου έχει πέσει ένα αεροπλάνο, από το οποίο λείπει ένας επιβάτης, όπως λείπει και το μαύρο κουτί της πτήσης. 

Ο αναγνώστης βρίσκεται από την αρχή στο κλίμα του μυστηρίου, σε μια νουάρ ατμόσφαιρα βουτηγμένη στην αλμύρα, ενώ παράλληλα, βιώνει της ιστορία της σχιζοφρενούς αδελφής του Μπόμπι, της Αλίσια η οποία υπήρξε μαθηματική διάνοια. Οι προσωπικοί της δαίμονες βρίσκονται συνεχώς δίπλα της με τις αλλόκοτες μορφές και χαρακτηριστικά τους, για να μας βυθίσουν ακόμα περισσότερο στα άδυτα της πολυσχιδούς της προσωπικότητας.   Με τις περιγραφές της η Αλίσια ξεγυμνώνει όλες τις φοβίες, τις αδυναμίες και τους εφιάλτες μιας ταραγμένης συνείδησης. 

Ο πατέρας του Μπόμπι και της Αλίσια υπήρξε διάσημος πυρηνικός φυσικός ο οποίος βοήθησε στη διάσπαση του ατόμου, οδηγώντας στην καταστροφή της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι.  Ίσως γι αυτό ο γιός του σπούδασε φυσική και ίσως αυτός πάλι ήταν ακριβώς ο λόγος για τον οποίο τελικά εγκατέλειψε την επιστήμη του κι έκανε μια επιλογή δουλειάς που, όπως αποδεικνύεται, έχει να κάνει με τη ζωή του έτσι όπως εξελίχθηκε. Μόνος πλέον ο Μπόμπι Γουέστερν –καθώς ο ιδιοφυής πατέρας του έχει πεθάνει μόνος και μάλλον μισότρελος σε κάποια ερημιά με τις σημειώσεις του παρέα, και η μητέρα του πεθαμένη προ πολλού– συνειδητοποιεί την αυτοκτονία της αδελφής του Αλίσια με την οποία είναι παθολογικά ερωτευμένος. Εν ζωή βρίσκεται μόνο η γιαγιά του από την πλευρά της μητέρας του, που την επισκέπτεται κατά την εξέλιξη της πλοκής, ίσα για να βρεθεί κάπως πιο κοντά στη νεκρή του αδερφή μέσω ενός στενού συγγενικού τους προσώπου.


Από τα ευρήματα στην αποστολή του προκύπτουν εύλογα ερωτήματα, ερωτήματα που πληθαίνουν αφού μια σειρά επιπλέον γεγονότων έρχονται να πυροδοτήσουν την ατμόσφαιρα. Ο ξαφνικός θάνατος του συνεργάτη του Όιλερ σε μια άλλη αποστολή, η διάρρηξη στο δωμάτιο του Μπόμπι και η επίσκεψη ομοσπονδιακών πρακτόρων για μια πρόχειρη ανάκριση, η παρακολούθησή του από αυτούς μάλλον και η αναγκαία μετακίνησή του από δώμα σε δώμα. Η δέσμευση των λογαριασμών του από το κράτος για δήθεν φορολογικά αδικήματα, η φυγή του μετά και τη συμβουλή ενός ντετέκτιβ που τον επισκέφθηκε ο Μπόμπι προς βοήθεια – ας σημειώσουμε εδώ τις εξίσου εξαιρετικές συζητήσεις του Μπόμπι με τον ντετέκτιβ, που ανατέμνουν σύγχρονα ιστορικά γεγονότα της αμερικανικής ιστορίας που πληγώνουν τη χώρα.

Οι μαύρες κηλίδες στην αμερικανική Ιστορία, το Βιετνάμ, η ατομική βόμβα, η δολοφονία του Κένεντι, οι ανισότητες, οι εξαθλιωμένες συνοικίες, είναι τα πεδία που διατρέχει το βιβλίο.  Ο Μπόμπι είναι καλός επιστήμονας αλλά έχει αλλάξει ρότα επαγγελματικά. Ωστόσο, το μυαλό του κινείται συνεχώς μεταξύ κβαντομηχανικής, επιστημονικών θεωριών και πειραμάτων, μιλάει σε απλούς ανθρώπους για πρωτόνια και κουάρκ, καθώς έως πρόσφατα ήταν διευθυντής στο Ινστιτούτο Σάντα Φε, ένα μη κερδοσκοπικό ερευνητικό κέντρο. Οι περιγραφές στην ιστορία του ΕΠΙΒΑΤΗ κορυφώνονται και το κλίμα μυστηρίου απογειώνεται όταν ο Μπόμπι πιάνει δουλειά σε μια εξέδρα άντλησης πετρελαίου στον Κόλπο του Μεξικού.

Ο Μακάρθι χρησιμοποιεί χαρακτήρες περίτεχνους όσο και απλούς ταυτόχρονα και τους προσεγγίζει με έναν ιδιαίτερο τρόπο, σα να βαδίζει καταπάνω τους χρησιμοποιώντας ευθείες γραμμές. Οι  κεντρικοί του ήρωες, τα δυο αδέλφια, μιλούν για όλα χωρίς περιορισμούς. Ο Μπόμπι συζητά με μια γυναίκα Τρανς τα περί γυναικείας ψυχής και με έναν μάγο συνομιλεί για την τραγωδία της ομορφιάς. Ο αναγνώστης βλέπει να αναδύεται ένας υποδόριος, ανεκπλήρωτος έρωτας για την πεθαμένη πιά αδελφή του, αλλά τίθεται και το πραγματικό πρόβλημα, για το τί έγινε με την ατομική βόμβα, εάν εγνώριζαν την αλήθεια όταν την κατασκεύαζαν οι γονείς τους με την ομάδα τους, και εάν μπορεί αυτή η αλήθεια να γίνει γνωστή ακόμα και τώρα.

Το δεύτερο βιβλίο του αποχαιρετισμού του Κόρμακ Μακάρθυ είναι το STELLA MARIS, που στην ουσία είναι η ιστορία της Αλίσια Γουέστερν και είχε ξεκινήσει να γράφεται περίπου μία δεκαετία πριν από τον ΕΠΙΒΑΤΗ. Περιλαμβάνει επτά συνεντεύξεις-διαλόγους με τον ψυχίατρό της Δόκτορα Κοέν μετά τον εθελούσιο εγκλεισμό της στο ίδρυμα STELLA MARIS και λίγο πριν από την αυτοκτονία της.  

Το βιβλίο για την αναζήτηση του αδελφού της Μπόμπι, έπεται εκδοτικά, άλλωστε στη διάρκεια της αναζήτησης, η Αλίσια υπάρχει μόνο στο μυαλό του Μπόμπι ο οποίος μας αποκαλύπτει κομμάτια από το ημερολόγιό της, όπου καταγράφονται αποσπάσματα πριν εκδηλωθεί η σχιζοφρένειά της.  Ήδη από τις πρώτες σελίδες του ΕΠΙΒΑΤΗ, ο αναγνώστης βλέπει την ιστορία να ξεκινάει μια « ψυχρή και σχεδόν αμίλητη μέρα των Χριστουγέννων» με την ανεύρεση του νεκρού σώματος της Αλίσια τυχαία από έναν κυνηγό σε ένα χιονισμένο τόπο, εκεί ακριβώς, σε ένα σημείο που η ψυχοσύνθεσή της την είχε οδηγήσει…

Η μαθηματική ιδιοφυΐα Αλίσια Γουέστερν, η οποία κάποτε συνομιλούσε απευθείας με τις μεγαλύτερες μαθηματικές διάνοιες του πλανήτη, έχοντας γίνει μεταδιδακτορική φοιτήτρια στη μαθηματική επιστήμη μόλις στην ενηλικίωσή της, κάθεται απέναντι από τον ψυχίατρο Κοέν και θέτει ερωτήματα τόσο επιστημονικής όσο και ανθρώπινης υφής. Φανατική μουσικόφιλη, κάτοχος του μοναδικού βιολιού αμύθητης αξίας και ποιότητας καλύτερης από εκείνων του Παγκανίνι, η Αλίσια είχε μάθει μόνη της να παίζει βιολί, να διαβάζει και να κατανοεί τη μουσική, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα μαθηματικά, τη φυσική και τη θεωρία των χορδών, που η ίδια κατάφερε να συμβάλει με τη μελέτη και την ανάπτυξή της, μέσα από τη λατρεία της για τη μουσική, δεν δείχνει ότι εισάγεται στο ίδρυμα STELLA MARIS ούτε με σκοπό να αυτοκτονήσει, αλλά και ούτε να αποδεχτεί όλο αυτό που της συμβαίνει. Ωστόσο, καταλήγει στην αυτοκτονία και σε αυτό μάλλον έχει συμβάλει η εντύπωσή της πως ο Μπόμπι θα είναι πιθανότατα πλέον νεκρός. Φαίνεται ότι το STELLA MARIS λειτουργεί συμπληρωματικά στον ΕΠΙΒΑΤΗ. Ελέγχει την ιστορία, συμπληρώνει τα κενά της, τσεκάρει τα λεγόμενα του βασικού χαρακτήρα δηλαδή του Μπόμπι Γουέστερν.

Απαιτείται μελέτη και αντιπαραβολή σελίδα-σελίδα, γεγονός το γεγονός, για να αναλύσει κανείς το μεγαλούργημα του Μακάρθυ με αυτό το «κέντημα» ανάμεσα στα δύο έργα. Η Αλίσια μέσα από τις επτά συνεντεύξεις της διαλευκαίνει το λογοτεχνικό τοπίο του ΕΠΙΒΑΤΗ και «συσκοτίζει» κάπως το επιστημονικό πεδίο φυσικής και μαθηματικών. Ταυτόχρονα ο ΕΠΙΒΑΤΗΣ δίνει τις απαραίτητες εξηγήσεις και ορθολογικοποιεί τις ζωές των δυο πρωταγωνιστών.

Συνδυάζοντας τέχνη και επιστήμη ο συγγραφέας -μαζί με μεγάλη δόση μεταφυσικής- και μέσω της πάλαι ποτέ αγίας αμερικανικής οικογένειας, που εδώ υπηρετεί την εξέλιξη της επιστήμης και γράφει λογοτεχνία μέσω της τραγωδίας της, σκιαγραφεί τη ζωή και την εποχή του.  Μιλάει για μια ασθενή ψυχικά οικογένεια, που είναι ιδιοφυής κι έχει συμβάλει στην αμερικανική «πρόοδο», ωστόσο οι πρωταγωνιστές του χάνονται τελικά, ελεύθεροι και μόνοι, μέσα στο όνειρο αυτό της προόδου το οποίο δημιούργησαν οι ίδιοι με δική τους ευθύνη, με τον  κόπο και το μυαλό τους.

Ο Μακάρθυ στα στερνά του πρόλαβε και μας έδωσε την απόδειξη ότι η λογοτεχνία είναι η τέχνη των τεχνών. Χρησιμοποίησε τις επιστήμες για να μας το αποδείξει και το κατάφερε με τρόπο καταλυτικό, μέσα από τη δική του ιδιαίτερη και πολύ ξεχωριστή ματιά, αποκαλύπτοντας ότι τα τρωτά της ανθρώπινης φύσης και το ανεξερεύνητο του νού μπορεί να είναι αρκετά για να σταματήσουν το προδιαγεγραμμένο και να διαμορφώσουν μια άλλη πραγματικότητα, καθώς και ότι το νόημα της ζωής εξαφανίζεται από τον ορίζοντα της θέασής μας, εάν δεν συμπεριλάβουμε στην εικόνα μας την τρέλα, το τυχαίο, την καθημερινότητα, την οδύνη, τη γνώση για ότι μας περιβάλει και γιατί όχι και τον θάνατο…

 Τα δυο τελευταία βιβλία του Κορμακ Μακάρθυ, κυκλοφορούν από  τις Εκδόσεις Gutenberg, σε μετάφραση του Γιώργου Κυριαζή.

 Μαίρη Σάββα

Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2023

Η Κόρη η παντοτινή

 Την είδα την Κόρη για μια ακόμη φορά. Στέκει μόνη, απροστάτευτη και νοσταλγική, με τη σκέψη της πάντοτε να τρέχει στις πέντε αδελφές της που βρίσκονται πίσω στην πατρίδα. Περήφανη κοιτά γύρω της και εισπράτει, χρόνια τώρα, θαυμασμό κι εκτίμηση.




Η Κόρη δεν ζήτησε ποτέ, τίποτε. Δεν σκυβει το κεφάλι αν και την ενοχλούν πολύ τα αγγίγματα και τα φλας που πέφτουν επιθετικά επάνω της. Προσβάλουν το ευαίσθητο δέρμα της και φθείρουν το πολύπτυχο αρχαιοελληνικό φόρεμά της.



''Ζηλεύω'' μου ψιθύρισε. ''Ζηλεύω τα αιγυπτιακά μνημεία δίπλα, που προστατεύονται μέσα στις γυάλες...''. ''Δεν θέλω να σε στεναχωρήσω αγαπημένη Κόρη, της απαντώ, αλλά επισκέφθηκα το βαθύπλουτο κι επιβλητικό Βασιλικό παλάτι των Windsor, που 900 χρόνια τώρα, κατοικείται απο βρετανούς βασιλείς... Εκεί οι φωτογραφίες απαγορεύονται και φυσικά δεν μπορεί κανείς να πλησιάσει τα εκθέματα....''

Ο πόνος της ήταν ανείπωτος. Θαρρούσε πώς τα έχασε και άρχισε να κάνει ερωτήσεις για την ελληνική αρχαιότητα, για την Ακρόπολη, για τους πολέμους που μεσολάβησαν, για αυτοκρατορίες, για το μύθο της προστασία της απο ξένους πάτρωνες. Ολα τα ήξερε η Κόρη. Στο βλέμμα της έκλεινε την ιστορία όλη και το περιέφερε τώρα παντού, φωτίζοντας τον κόσμο γύρω της.

Δεν ήθελα να φύγω απο κοντά της. Οταν μου φάνηκε πως μου ψιθύρισε δυο λόγια, τότε το αποφάσισα. Ας μη με ζητούν πίσω, με το λάθος τρόπο. Ας ζητήσουν να προστατευθώ για να μπορώ τουλάχιστον να αναπνεύσω, μου φάνηκε πως μου είπε η όμορφη παντοτινή Κόρη....

Δευτέρα 22 Μαΐου 2023

Ενας Ρωμαίος και μιά Ιουλιέτα

 Σε πείσμα ενός δυσοίωνου και βουτηγμένου στη διαφθορά τοπίου σε μια πόλη που δεν είναι η Βερόνα, ανθίζει ένας έρωτας.

Κόντρα στους καιρούς της ακολασίας, του εκφυλισμού και της αποχαύνωσης, δυο άνθρωποι που καμία άλλη ελπίδα να ζήσουν όμορφα δεν έχουν, ερωτεύονται. 

Ερωτεύονται παράφορα σαν να επιλέγουν να οδεύσουν ως το θάνατο μαζί, να εγκαταλείψουν τα πάντα, αφού κανένας δεν έχει συναισθήματα γύρω τους, κανένας δεν αγαπά τον άλλον, η επιθυμία αφορά μόνον τα ακραία όργια, τους παγανιστικούς χορούς, την ξέφρενη λαγνεία, τους διεφθαρμένους χαρακτήρες και την ακαριαία βίαιη απόλαυση.



Οι οικογένειες των δύο νέων πορεύονται με βάση έριδες του παρελθόντος οι οποίες αναδύονται με κάθε ευκαιρία, σε κάθε στιγμή του χρόνου ή των χρόνων που περνούν, γιατί είναι σαν τραύματα βαθιά, σαν γρατζουνιές που αφόρμισαν με τις δεκαετίες κι έγιναν πληγές αιώνιες και μολυσμένες. Γι’ αυτό δεν έχουν το δικαίωμα ν ’αγαπήσουν, ο ένας τον άλλο. Γι’ αυτό έρωτας μεταξύ τους, ίσον θάνατος.

Η κοινωνία είναι ήδη νεκρή. Τί έχουν να χάσουν δυο νέοι που αποφασίζουν να επαναστατήσουν ερωτευόμενοι ο ένας τον άλλον? Μάλλον τίποτε, και το γνωρίζουν καλά. Ίσως να σκέφτηκαν ότι δυο άλλοι νέοι που βρέθηκαν στη θέση τους πριν από 425 χρόνια, πήγαν κόντρα στο ρεύμα επιμένοντας στον έρωτά τους. Κι έμειναν αιώνιοι.  Μόνο που εκείνοι ήταν ρομαντικοί.

Ωστόσο, πώς να παραμείνει κανείς ρομαντικός, ενώ ζει μέσα σε ένα τέτοιο ασφυκτικό και σκοτεινό πλαίσιο?  Μέσα στη διαφθορά, τη σήψη, την αλαζονεία και βίαια απόλαυση, πώς μια κοπέλα που υφίσταται κακοποίηση και βία, μπορεί να αισθανθεί ότι μοιάζει με την ακραιφνώς ρομαντική Ιουλιέτα? Μόνον επειδή ο γεννήτοράς της λέγεται Καπουλέτος? Μόνον επειδή ο εκλεκτός της καρδιάς της λέγεται Ρωμαίος?

Ασφαλώς η κοπέλα ασφυκτιά κάτω από συνθήκες τρομακτικής κοινωνικής καταπίεσης.  Δεν είναι η Ιουλιέτα της Βερόνας και φυσικά δεν μας έπεισε γι’ αυτό. Ζει μέσα σε μια σάπια κοινωνία, μια χυδαία κατάσταση την οποία ο θεατής απορρίπτει και αποστρέφεται. Οπότε το να σκεφθεί η ίδια πως είναι η Ιουλιέτα -γιατί αυτόν τον τρόπο βρήκε για να επαναστατήσει- είναι κάπως ιαματικό για όλους. Είναι η διέξοδος που βρίσκει προκειμένου να αμυνθεί σε όλο αυτό… Για την κατασκευασμένη ιστορία, για την πρωταγωνίστρια, για τους συντελεστές, για τον θεατή, για όλους το εύρημα, είναι μια ανακούφιση. Είναι όμως και μια ψευδαίσθηση. Μια ψευδαίσθηση βολική που βάζει σε θέση να σκεφθείς τον έρωτα, τη διαφυγή, τη διέξοδο.

Το τέχνασμα της μεταφοράς μιας κλασσικής ιστορίας σε σύγχρονο πλαίσιο δεν είναι καινούργιο. Έχει παρατηρηθεί ότι το να ντύνεις με σύγχρονα κοστούμια σε ήρωες μιας κλασσικής τραγωδίας και να τους τοποθετείς σε ένα σύγχρονο αφαιρετικό σκηνικό, δεν αποτελεί πάντοτε την πιο κατάλληλη και ασφαλή συνταγή.  Μετά από αρκετές παραστάσεις στις οποίες εφαρμόστηκε η συγκεκριμένη συνταγή τα τελευταία χρόνια, έγινε «κοινό μυστικό» ότι δεν είναι πάντοτε πειστική «λύση» και δεν μεταφέρει πάντα στο κοινό σαφές μήνυμα. 

Ναι, η αδικία ίσχυε την εποχή των Καπουλέτων και των Μοντέγων, ναι, η αδικία ισχύει και σήμερα. Αυτό δεν κάνει αναγκαστικά το ένα πλαίσιο να εφαρμόζει μέσα στο άλλο με τρόπο απόλυτο και πειστικό.

Ο απαγορευμένος έρωτας στη Βερόνα του 1600, αυτός ο ύμνος στον έρωτα και το πάθος, είναι ένα έργο πολυπαιγμένο, το οποίο αποτέλεσε έμπνευση περίπου για 30 όπερες και για κάθε είδους μικρές και μεγάλες ιστορίες. Να θυμηθούμε τις «Μεταμορφώσεις» του Οβίδιου, τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, το «West Side Story» και τόσα άλλα κείμενα ποιητικά, φτιαγμένα από την ύλη που έχουν φτιαχτεί τα όνειρα.  Ένας αιώνιος έρωτας μπορεί να προσφέρει αιώνια έμπνευση, αλλά μπορεί να προσφέρει κι εύκολη πρόσβαση σε μια «δοκιμασμένη» ιστορία.  Παρά τις προσπάθειες των ηθοποιών, ο ρομαντισμός που παραμονεύει παντού στους σεξπηρικούς στίχους χάνεται και μια σειρά από εύηχες κρυστάλλινες λέξεις πέφτουν στο κενό και γίνονται κομμάτια. Άλλες σπάζουν με θόρυβο, άλλες πάλι σιωπηλά. Ένα σωρό άλλες λέξεις και λατρεμένοι στίχοι λείπουν και η απουσία τους είναι εκκωφαντική (βλ. «Λεπίδι τυχερό, εδώ είναι το θηκάρι σου» ατάκα στη σπαρακτική στιγμή της διπλής αυτοκτονίας)

Πώς να περιγράψεις ένα τέτοιο έρωτα, εάν μιλάς μόνον για το θάνατο? Πώς να τον περιγράψεις και να παρακινήσεις τον θεατή να τον νοιώσει αν δεν πλανηθείς χωρίς μαύρες σκέψεις στην αέναη και απροσάρμοστα πρόσκαιρη ευτυχία του? Πώς να γίνει αυτό χωρίς τις λέξεις εκείνες τις ονειρικές που τον ανεβάζουν στα ουράνια? Εντυπωσιάζοντας με μια ημίγυμνη εμφάνιση στο μπαλκόνι -αυτό το ίδιο μπαλκόνι που έχει εμπνεύσει λογοτέχνες και μουσικούς κι έχει αντέξει χρόνια τώρα στη θέση του επειδή σηκώνει το βάρος των δυο ερωτευμένων- ο στόχος δεν έχει επιτευχθεί.



Στον Shakespeare o Ρωμαίος και η Ιουλιέτα είχαν ένα ραντεβού θανάτου, αλλά εν αγνοία τους.  Ερωτεύθηκαν καταιγιστικά και αυτό ήταν το ταξίδι τους.  Όταν ήρθαν πιά αντιμέτωποι με το αδιέξοδο κατέληξαν σε αυτόν. Ο θάνατος δεν ήταν αρχικά ο στόχος τους.  Στην φετινή παράσταση που είδαμε στο Εθνικό Θέατρο ο θάνατος είναι επιλογή από την αρχή, ο θάνατος είναι ο στόχος και αυτό μόνον απαισιοδοξία και αδυναμία μπορεί να περιγράψει.



Μετά από όσα συνέβησαν με τη φήμη του τη χρονιά που μας πέρασε, μετά από τα συνεχή πλήγματα στον πολιτισμό και τους ανθρώπους του, το Εθνικό Θέατρο, βγήκε τραυματισμένο.  Οι θεατρόφιλοι ωστόσο φέτος γέμισαν τις αίθουσες. Ευτυχώς ο θεατής που αγαπάει τις σκηνές του Εθνικού, αποζημιώθηκε με άλλες παραγωγές.  Στέκεται με πνεύμα κριτικό, με πλάγιο χαμόγελο απέναντι στα δίκτυα της επικοινωνίας που διατυμπάνισαν ηχηρά ότι η σημερινή κοινωνική σήψη μπορεί να αντιπαραβληθεί με τις μανιώδεις έριδες δύο οικογενειών, όπως πείστηκαν οι ιθύνοντες στη λήψη των αποφάσεων ως προς την επιλογή των έργων, που εζήλωσαν την δόξα του τηλεοπτικού  «Σασμού».

απο την paramythou

 

 

Πέμπτη 18 Μαΐου 2023

Η "ανασχέσιμη" άνοδος του ναζισμού στον Μπρεχτ

 

«Η μάζα είναι ένα υπάκουο κοπάδι που δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αφέντη. Είναι τόσο διψασμένη για υπακοή, που ενστικτωδώς υποτάσσεται». Δεν είναι η μόνη διαπίστωση του Sigmund Freud που έχει απόλυτη εφαρμογή στις μέρες μας.  Ούτε είναι τυχαίο, που το κοινό πλημμύρισε φέτος τις θεατρικές αίθουσες που παρουσίαζαν έργα σχετικά με το αυξανόμενο ρεύμα του απολυταρχισμού στις δυτικές κοινωνίες.  Ο κόσμος μας σήμερα ολοένα και στρέφεται σε νέους «αφέντες» και με το απελπισμένο βλέμμα του αναζητά την ελπίδα.

Ο άνθρωπος που περιγράφει ο Μπέρτολτ Μπρεχτ δεν πονάει απλά. Ουρλιάζει. Κραυγάζει και γελοιοποιεί, αφού πρώτα γελοιοποιείται ο ίδιος, προσκυνώντας τα ανδρείκελα που πριν από λίγο απέρριπτε.  Με το έργο του «Η Άνοδος του Αρτουρο Ούι», το οποίο έγραψε το 1941 εποχή που ο ναζισμός κυριαρχεί, ο Γερμανός «αιρετικός» συγγραφέας περιγράφει ένα εκρηκτικό πεδίο κοινωνικής κατάπτωσης, απόλυτης ανασφάλειας, διαφθοράς και στέρησης, όπου οι άνθρωποι διαγκωνίζονται για λίγα τρόφιμα τη στιγμή που στοίβες με ζαρζαβατικά στα μανάβικα σαπίζουν.  Οι παραγωγοί καταστρέφονται, η οικονομία ρημάζει, κάποιοι όμως κερδίζουν, είναι αξιοσέβαστοι, αγοράζουν εξοχικές επαύλεις. Το χρήμα είναι ακριβό και οι τσέπες τους γερά ραμμένες, ενώ η πόλη βιώνει τον πανικό της χρεωκοπίας.



Ο Μπρεχτ έχει επιλέξει να τοποθετήσει την ιστορία στο Σικάγο και την περιγράφει ως «ιστορική φάρσα», πιθανώς γιατί παραλληλίζει τις συγκρούσεις των γκάνγκστερ την εποχή του «Κραχ» στην Αμερική -όταν και ο ίδιος ήταν στις ΗΠΑ- με τα γεγονότα που οδήγησαν στην προέλαση των χιτλερικών στρατευμάτων στην Αυστρία.  Μια κοινωνία άστατη, ακραία ανασφαλής, ένας όχλος που αναγκαστικά ετοιμάζεται να στραφεί σε νέους ήρωες, είναι εύκολα χειραγωγήσιμος. Ο Μπρεχτ εξηγεί αβίαστα με την ιστορία του με ποιόν τρόπο προκύπτουν χιτλερίσκοι, γεννημένοι από τους κόλπους της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ο Αρτούρο Ούι, τον οποίο οι ευηπόληπτοι και οι μεγαλοπαράγοντες της κοινωνίας αγνοούσαν και απέρριπταν, γίνεται ο «προστάτης» τους.  Κάθεται στο σβέρκο τους κι επιβάλει το νόμο της ζούγκλας. Αυτοανακηρύσσεται εκπρόσωπος των ανυπεράσπιστων πολιτών, των πεινασμένων καλλιεργητών, σπεύδει να «συνεργασθεί», παρουσιαζόμενος ως η «μόνη λύση» που θα βγάλει τους αγρότες από το αδιέξοδο. 

Εκπληκτικά ευρηματικός ο Μπρεχτ δεν τοποθέτησε στη θέση του κεντρικού προϊόντος της αγοράς ένα άλλο προϊόν, φρούτο ή λαχανικό, την ντομάτα, το λάχανο, τις φράουλες, τα αγγουράκια, ή τις πατάτες, αλλά ένα προϊόν που προσομοιάζει απόλυτα στον ανθρώπινο εγκέφαλο, το μυαλό, που είναι και το κεντρικό ζητούμενο στην παραβολή που έγραψε. Σημειωτέο ότι η ιστορία είχε αρχικά τον τίτλο «Η ανασχέσιμη άνοδος του Αρτούρο Ούι», θέλοντας να κλείσει μέσα του έναν  σπόρο ελπίδας (?) ότι όλο αυτό θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί ίσως, εάν η συμπεριφορά των συνδικάτων και των μονοπωλίων της καπιταλιστικής αγοράς ήταν διαφορετική έναντι της ναζιστικής νοοτροπίας που απειλούσε να απλωθεί παντού. 

Όμως όχι. Στην καρδιά των πάντων βρίσκεται ο φόβος. Ο φόβος της φτώχειας και της καταπίεσης του πολίτη.  Μετά από αυτό, παίρνει σειρά ολόκληρη η πόλη, οι επιχειρήσεις, οι γειτονιές, οι θεσμοί, ο Τύπος.  Ο εκφοβισμός, οι εκβιασμοί, η απληστία, οι δωροδοκίες δικαστών, η βία, οι δολοφονίες.  Ο άλλοτε κραταιός κι αξιοσέβαστος δημοκρατικός γερο-Ντογκσμποροου, τον οποίο όλοι  στην πόλη αγαπούν και υπολογίζουν, γίνεται ο μηχανισμός ο οποίος χρησιμοποιείται για να εγκατασταθεί η εξουσία του Ούι. 


Γερο-Ντόγκσμποροου έχουμε γύρω μας πολλούς στην κοινωνία που ζούμε και στις μέρες μας δεν βρίσκονται πλέον καλά κρυμμένοι. Είναι η προσωποποίηση της πολιτικής εξουσίας που επιζητά τον προσωπικό της πλουτισμό και την ευημερία της.  Τον Ντογκσμποροου, τον σέβονται όλοι. Στα μάτια τους αρχικά, ο εξέχων αυτός συμπολίτης διαθέτει τη δύναμη να απομακρύνει τον Ούι όμως τον νοιάζει η προσωπική του ευμάρεια και η συσσώρευση δύναμης.  Όταν η  διαφθορά πλέον βασιλεύει, η κοινωνία αρχίζει μυρίζει σαπίλα και ο σεβάσμιος Ντόγκσμποροου (Γιάννης Αναστασάκης) υποκύπτει.  Δεν λέει και όχι στις υπηρεσίες του απεχθούς Αρτούρο Ούι (Γ.Χρυσοστόμου).  Μάλιστα «φροντίζει» να τον ευπρεπίσει, κατά τρόπον ώστε να γίνει «αισθητικά αποδεκτός», δηλαδή να μάθει να περπατά και να στέκεται σωστά, να απευθύνεται στο πλήθος με πειστικό τρόπο και φυσικά «να κερδίζει την προσοχή των μικρών ανθρώπων» όπως λέει, γιατί άλλωστε «γι αυτούς τα κάνει όλα».  Παρατηρούμε σταδιακά, εκείνο το ακατέργαστο, επιθετικό αλαζονικό τέρας του υποκόσμου -κατά τον ίδιο τον Μπρεχτ, ένα ανθρωπάκι που καμία σχέση δεν έχει με μεγάλο πολιτικό εγκληματία- να μεταμορφώνεται σε ένα πλάσμα ηγετικό, επιβλητικό που δημιουργεί έναν ασφυκτικό κόσμο πιστών γύρω του. Εξαπατά τα θύματά του, φτάνει να δολοφονήσει τον Εκδότη που απείλησε να δημοσιεύσει τις απάτες του, αλλά ακόμα κι έναν δικό του άνθρωπο, συνεργάτη του, που θεώρησε ότι δεν τον εξυπηρετεί πια.

Στις οδηγίες που αφήνει ο ίδιος ο Μπρεχτ για το ανέβασμα του έργου, κυριαρχεί η βασική «Υπόδειξη για την Παράσταση: Θα ήταν καλό… να αποφεύγεται η σκέτη παρωδία. Το κωμικό της υπόθεσης δεν πρέπει να εμφανίζεται δίχως το φρικιαστικό».

Το πέτυχε ακριβώς αυτό ο σκηνοθέτης Αρης Μπινιάρης στο Θέατρο ΑΡΚ. Δημιούργησε έναν κόσμο πολύ κοντά στο σήμερα, μέσα στον κόσμο του Μπρεχτ. Έναν κόσμο εμπνευσμένο, ένα ειρωνικό σχόλιο, ασφυκτικά σκοτεινό, ή ψυχρά φωτεινό (Κάλτσου) και πικρό, με έντονες γραμμές, με ρυθμό, σαν κόμικ. Οι κινήσεις των ηθοποιών μελετημένες, ενορχηστρωμένες (Χαρά Κότσαλη) εναρμονισμένες με στόχο να υπηρετούν αυτό το καταιγιστικό σύμπαν. Οι ήρωες, καρικατούρες του αιρετικού Μπρεχτ, εντάσσονται ακόμη και ενδυματολογικά (Π.Μέξης) στο απόλυτα αυστηρό  φρικιαστικό κωμικοτραγικό περιβάλλον.  Όπως το ζήτησε ο συγγραφέας ο Μπινιάρης δεν υποτίμησε το φρικιαστικό. Αντιθέτως, κατάφερε να μετατρέψει και τον θεατή μέρος της παράστασης.

Ο θεατής αναλαμβάνει ένα ρόλο, γίνεται το πλήθος. Έχει μπει στο σύμπαν αυτό οικειοθελώς, το επιζητά, μα όμως μέσα του το κατακρίνει. Ίσως να θέλει και να βγει από αυτό, μα όμως μένει, το στηρίζει και το υπονομεύει ταυτόχρονα.  Ο θεατής σχεδόν με το στόμα ανοιχτό, δεν μπορεί να αντιδράσει στον φρικιαστικό ρυθμό με τον οποίο απλώνεται το ναζιστικό μόρφωμα, στη διαρκή του αναμόρφωση, στην επιβλητικότητά του και ταυτόχρονα δεν αντιδρά βλέποντας  την αδυναμία όλων αυτών των «ισχυρών» με την κοινωνική «υπόληψη» που αίφνης έγιναν αδύναμοι και συνειδητοποίησαν ότι «δεν χρειαζόταν να αγοράσουν εκείνη την εξοχική έπαυλη» ούτε άλλα τέτοια…

Μαίρη Σάββα

Κυριακή 9 Απριλίου 2023

Εβδομάδα των Παθών με το ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ στο Θέατρο ΠΕΡΙΑΚΤΟΙ

Όταν πιστεύεις στη μαγεία της ζωής και δεν την βρίσκεις, την επινοείς. Άμα είσαι ικανός να την επινοήσεις, περνάς στο επόμενο βήμα: την μοιράζεσαι με τους γύρω σου. Και αίφνης, γίνεται πραγματικότητα! 

Δεν είναι πάντοτε ευανάγνωστο το υλικό που θα χρησιμοποιήσεις για να αναπλάσεις την πραγματικότητα. Μερικές φορές η πρόκληση θέλει την συνθήκη να είναι σκοτεινή, δυσχερής και άβολη. Μα ο σκηνοθέτης Σπύρος Κολιαβασίλης έβαλε ένα στοίχημα και το κέρδισε, με ένα έργο ηθογραφικό που έχει περάσει πλέον στο κλασσικό ρεπερτόριο, το "ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ" του Γρηγορίου Ξενόπουλου. 

Με σεβασμό στο κείμενο αλλά και επιχειρώντας ένα βήμα μετά απ' αυτό, μας έδωσε μια άλλη ανάγνωση, μια μετα-ανάγνωση όπως θα την αποκαλούσαν οι νεολογιστές των ημερών μας, μια σύγχρονη, καταιγιστική ανάγνωση και εν τέλει μια ανάγνωση μαγική, κατά πολύ πιο διαφορετική, από αυτό που ίσως περιμέναμε.

Στην σκηνή του θεάτρου ΠΕΡΙΑΚΤΟΙ στο Μαρκόπουλο, η ιστορία του Ξενόπουλου στο ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ ξεφεύγει από τον απλοϊκό χαρακτηρισμό του "ηθογραφήματος". Το σκηνικό της ελληνικής επαρχίας γίνεται τοπίο μεταφυσικό, ένα τοπίο που μπορεί να βρίσκεται οπουδήποτε στον πλανήτη, που μπορεί να κουμπώσει σε κάθε εποχή, σε οποιοδήποτε χρόνο και τόπο. Ήταν μυσταγωγία αυτό που απολαύσαμε στο Black Box του θεάτρου γιατί ξεφεύγει από τις σχέσεις των ηρώων και τις κοινωνικές παραδοχές της εποχής του και μεταλαμβάνει τα χαρακτηριστικά ενός σύγχρονου δράματος.  

Σε μια εξοχή κάπου στα Επτάνησα, στο σπίτι του Κωσταντή και της μάνας του της Μπάμπαινας, ξημερώνει Ψυχοσάββατο. Ο Ξενόπουλος χαρακτηρίζει το έργο «σύγχρονη τραγωδία, μονόπρακτη με Ιντερμέτζο». Είναι γραμμένο σε πρόζα, στη δημοτική και όπως φαίνεται από τον τίτλο παραπέμπει στις παραδοσιακές θρησκευτικές τελετουργίες και τα έθιμα που συνδέονται με τους νεκρούς. Νεκρή είναι η Ευμορφία. Η κόρη της Μπάμπαινας που αρρώστησε και πέθανε πριν από έξη μήνες. Η μάνα της θεωρεί ότι για το κακό αυτό, ευθύνεται και η νύφη της η Μαρία.

Στο πρόσωπο της γριάς Μπάμπαινας προσωποποιούνται οι κοινωνικές παραδόσεις στην πιο ακραία και συντηρητική τους μορφή. Σαν θεατής, νοιώθεις ότι έχει τη δύναμη να τους ακινητοποιεί όλους σε μια θέση -ακόμα κι εσένα- χωρίς να αφήνει ίχνος πρωτοβουλίας και κίνησης προς κάποια κατεύθυνση που αντιβαίνει στα κατεστημένα ήθη. Έχει το προνόμιο της σαρωτικής μητρικής οδύνης που σκεπάζει τα πάντα. Ο γιός της, δουλεύει στα χωράφια όλη μέρα κι όταν έρχεται ενσαρκώνει στο σπίτι την «αρχή». Τα πάντα πρέπει να είναι σε τάξη τη στιγμή που μπαίνει μέσα. Όλα είναι στο έλεος του άνδρα που καμιά φορά βρίσκει υπερβολική τη μάνα του η οποία κατηγορεί για όλα τη γυναίκα του, μα είναι ταυτόχρονα και σκεπτικός για τα λεγόμενά της. Η Μαρία υπακούει, αλλά είναι δυστυχής, βαρυγκωμάει. Είναι νέα γυναίκα και ψάχνει διεξόδους.

Η επίσκεψη του ξαδέλφου του Λίγερου γίνεται η αφορμή για να συναντηθούν με τη Μαρία και να κάνουν τον θεατή κοινωνό μιας σχέσης που είναι ενάντια στις κοινωνικές επιταγές. Στην αρχή ο Λίγερος είναι δισταχτικός στις πιέσεις της γυναίκας του ξαδέρφου του, όμως η βαθιά απόγνωσή της τελικά τον πείθει να την πάρει μαζί του σε άλλο χωριό. Ξαφνικά, η ροή της επικείμενης φυγής τους διακόπτεται από το ιντερμετζο των ψυχών που εμφανίζονται στην σκηνή και ξαφνιάζουν τη Μαρία, αποτρέποντάς την.


Είναι εκείνο το σημείο όπου ο ζωντανός κόσμος συνδέεται με το Επέκεινα. Είναι το σημείο όπου οι προσωπικές επιθυμίες του Λίγερου και της Μαρίας χάνουν τη διέξοδό τους από το ασφυκτικό πατριαρχικό περιβάλλον και ταυτόχρονα αναπτύσσεται ένας διάλογος με το πνεύμα της κόρης της Μπάμπαινας που ζητά δικαίωση και αλήθεια για το τί συνέβη εκείνη τη μοιραία νύχτα, την τελευταία της στη ζωή. Εδώ πλέον το έργο δεν είναι μια ηθογραφική περιγραφή. Ξεφεύγει από αυτό. Είναι κάτι πολύ περισσότερο, είναι ένας προβληματισμός, μια ανατροπή, δοσμένη με έναν τρόπο τρομακτικό μα και την ίδια στιγμή φιλικό, για τους θεατές του Black Box του θεάτρου ΠΕΡΙΑΚΤΟΙ.

Το μεταφυσικό στοιχείο έρχεται ως από μηχανής θεός, ως λύση, όχι για να σώσει τους «παραβάτες» της κοινωνικής συνθήκης της εποχής -δεν απαλλάσσει τη Μαρία και τον Λίγερο από το βάρος της αμαρτίας τους- αλλά για να μιλήσει για ότι μεσολάβησε, να πει αλήθειες και να τους απαλλάξει από το φόβο. 

Το μεταφυσικό στοιχείο αιφνιδιάζει τη Μαρία και μας δίνει την εντύπωση ότι την τοποθετεί μπροστά σε έναν καθρέφτη. Ομολογεί την ευθύνη της για εκείνη τη νύχτα. Ο καθρέφτης μοιάζει να της διαμηνύει ότι η ζωή είναι άδικη μερικές φορές… Την αδικία την βιώνει κι εκείνη, την ξέρει καλά. Άλλωστε η αδικία που νοιώθει η ψυχή της νεκρής Ευμορφίας, δεν τελειώνει ποτέ. Είναι αιώνια. Είναι η ίδια αδικία που νοιώθει ο Αμλετ στον Σαίξπηρ, ή η Μήδεια στον Ευριπίδη. Είναι η ίδια αδικία που νοιώθουν οι ψυχές των 57 αδικοχαμένων επιβατών του τρένου στα Τέμπη… 

Το ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ είναι το ενδέκατο έργο του Γρ.Ξενόπουλου (1867-1951). Δημοσιεύθηκε στον Β τόμο των θεατρικών έργων του το 1913,αφού είχε πρώτα παρασταθεί από το θίασο της Κυβέλης. 
  • Την Διασκευή/Σκηνοθεσία, έκανε ο Σπύρος Κολιαβασίλης 
  • Τα Σκηνικά/Κοστούμια, η Εύα Λυγνού 
  • Επιμέλεια Κίνησης, η Νερίνα Ζάρπα 
  • Μουσικός Σχεδιασμός, spiriK , αλφαβητικά εμφανίζονται:
  • Μπάμπαινα: Βίκυ Κολτσίδα 
  • Μαρία: Αντωνία Πίντζου 
  • Κωνσταντής: Θανάσης Τσόδουλος 
  • Λίγερος: Ανδρέας Βελέντζας 
  • Ευμορφία: Νανσυ Χρυσικοπούλου 
  • συμμετείχαν Ν.Ασαργιωτάκη, Π.Σουρμπατης, Μ.Κονιαρη, μέλη των θεατρικών εργαστηρίων του Θεάτρου ΠΕΡΙΑΚΤΟΙ
Μαίρη Σάββα