Προικισμένη και αμφιλεγόμενη η αυστριακή συγγραφέας, που βραβεύτηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας το 2004, στο βιβλίο της αυτό δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας στην αποκρυπτογράφηση του συναισθήματος της απληστίας. Του χωροφύλακα Κουρτ Γιάνις πρώτιστα, ομοφυλόφιλου καταπιεσμένου απο την επιθυμία του να αποσπάσει απο τις ερωμένες του τα σπίτια τους, άλλωστε το σπίτι ταυτίζεται συχνά με το σώμα. Απληστες και οι ερωμένες του, άπληστες οι τράπεζες και τα δάνεια, άπληστος και ο πολιτισμός μας απέναντι στη Φύση την οποία εκμεταλλεύεται ασύστολα με αποτέλεσμα την καταστροφή της.....
Ως μουσικός σπουδαγμένη στη Βιέννη και θεατρολόγος ταυτόχρονα, η Γέλινεκ μπαίνει με τρόπο αριστοτεχνικό στο πετσί του πρωταγωνιστή της και των ''θυμάτων'' του, αλλά αυτό δεν σημαίνει οτι πρόκειται για ένα ευκολοδιάβαστο βιβλίο. Μάλλον το αντίθετο.
Με τον ιδιότυπο φεμινισμό της, καταφεύγει συχνά στον παντογνώστη αφηγητή ο οποίος σχολιάζει κυνικά κι ενίοτε χυδαία, τα τεκταινόμενα. Η απληστία κυριαρχεί κι εμποδίζει τις ανθρώπινες σχέσεις. Δημιουργεί αδιέξοδο.
Οι γνώσεις της Γέλινεκ στη μουσική όμως, της κέντησαν πολλά ταλέντα. Σε πολλά σημεία της ιστορίας της και με διαφορετικές αφορμές, η Γέλινεκ ''ακούει'' και μεταφέρει στον αναγνώστη της ζωντανά τον ήχο του νερού. Του νερού που κυλάει, ή που περιμένει κουλουριασμένο στη γούρνα του, που χάνει την ισορροπία του απο τα χημικά που πέφτουν μέσα του, που τροφοδοτεί υδρόβια φυτά και οργανισμούς, που γίνεται μοχθηρό και βιαστικό, που δημιουργεί λίμνες και λιμνοθάλασσες για να καταπίνει τον ήλιο, που μένει στάσιμο κρύβοντας μυστικά, που ξεγελάει με τη γυάλινη επιφάνειά του, που ξεχύνεται και επεκτείνεται σα να θέλει να διαδόσει τη δόξα του, που μετατρέπεται σε τάφο και φυλάει κρυμμένα μυστικά, που μουγκρίζει, σωπαίνει, κελαρύζει, που πρωτοστατεί στην ορχήστρα της φύσης.
Το διάβασα εν μέσω πυρκαγιών και το τέλειωσα εν μέσω πολιτικών εξελίξεων. Γιατί βρίσκω να έχει σχέση και με τα δύο αυτά;






