Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2009

Απληστία

Σε πείσμα των ημερών που θέλουν να λέγονται ''πολιτικές'', εγώ θα μιλήσω για το βιβλίο της Γελφρίντε Γέλινεκ ''ΑΠΛΗΣΤΙΑ'', κι όποιος θέλει κάνει ελεύθερα τους συνειρμούς του...

Προικισμένη και αμφιλεγόμενη η αυστριακή συγγραφέας, που βραβεύτηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας το 2004, στο βιβλίο της αυτό δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας στην αποκρυπτογράφηση του συναισθήματος της απληστίας. Του χωροφύλακα Κουρτ Γιάνις πρώτιστα, ομοφυλόφιλου καταπιεσμένου απο την επιθυμία του να αποσπάσει απο τις ερωμένες του τα σπίτια τους, άλλωστε το σπίτι ταυτίζεται συχνά με το σώμα. Απληστες και οι ερωμένες του, άπληστες οι τράπεζες και τα δάνεια, άπληστος και ο πολιτισμός μας απέναντι στη Φύση την οποία εκμεταλλεύεται ασύστολα με αποτέλεσμα την καταστροφή της.....

Ως μουσικός σπουδαγμένη στη Βιέννη και θεατρολόγος ταυτόχρονα, η Γέλινεκ μπαίνει με τρόπο αριστοτεχνικό στο πετσί του πρωταγωνιστή της και των ''θυμάτων'' του, αλλά αυτό δεν σημαίνει οτι πρόκειται για ένα ευκολοδιάβαστο βιβλίο. Μάλλον το αντίθετο.



Με τον ιδιότυπο φεμινισμό της, καταφεύγει συχνά στον παντογνώστη αφηγητή ο οποίος σχολιάζει κυνικά κι ενίοτε χυδαία, τα τεκταινόμενα. Η απληστία κυριαρχεί κι εμποδίζει τις ανθρώπινες σχέσεις. Δημιουργεί αδιέξοδο.

Οι γνώσεις της Γέλινεκ στη μουσική όμως, της κέντησαν πολλά ταλέντα. Σε πολλά σημεία της ιστορίας της και με διαφορετικές αφορμές, η Γέλινεκ ''ακούει'' και μεταφέρει στον αναγνώστη της ζωντανά τον ήχο του νερού. Του νερού που κυλάει, ή που περιμένει κουλουριασμένο στη γούρνα του, που χάνει την ισορροπία του απο τα χημικά που πέφτουν μέσα του, που τροφοδοτεί υδρόβια φυτά και οργανισμούς, που γίνεται μοχθηρό και βιαστικό, που δημιουργεί λίμνες και λιμνοθάλασσες για να καταπίνει τον ήλιο, που μένει στάσιμο κρύβοντας μυστικά, που ξεγελάει με τη γυάλινη επιφάνειά του, που ξεχύνεται και επεκτείνεται σα να θέλει να διαδόσει τη δόξα του, που μετατρέπεται σε τάφο και φυλάει κρυμμένα μυστικά, που μουγκρίζει, σωπαίνει, κελαρύζει, που πρωτοστατεί στην ορχήστρα της φύσης.

Το διάβασα εν μέσω πυρκαγιών και το τέλειωσα εν μέσω πολιτικών εξελίξεων. Γιατί βρίσκω να έχει σχέση και με τα δύο αυτά;

Κυριακή 23 Αυγούστου 2009

Μύθος η φωτιά

Κάποιος μύθος λέει, οτι ο κόσμος θα τελειώσει με τη φωτιά. Οτι η φωτιά θα καταπιεί κάποτε τα πάντα, τα ζώα, τους ανθρώπους, τη φύση, ό,τι υπάρχει γύρω μας. Κί έτσι θα χαθούν κάποτε όλα. Ισως για να αναγεννηθούν σε άλλες ζωές, ίσως και όχι.



Μα θαρρώ είναι λογικό. Άν η φωτιά καταπιεί τη φύση, τότε δεν θα υπάρχει τίποτε στη γη. Και σίγουρα δεν θα υπάρχουν ''περιουσίες'' που όπως ακούσαμε σήμερα -και μείναμε εμβρόντητοι- απο επίσημα χείλη, αποτελούν λέει και ''προτεραιότητα'' μαζί με τις ανθρώπινες ζωές.

Τί έκπληξη! Σε πρώτη προτεραιότητα ο άνθρωπος και η περιουσία του. Οχι το οξυγόνο του, ούτε η ζωή η ίδια πάνω στη γη...

Δεν θα πω άλλα, γιατί μολονότι ζω κάτω απο ένα βουνό, η ανάσα είναι πλέον στα μέρη μας είδος πολυτελείας.....

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2009

...προσγείωση...

Πάει καιρός που τα προφήτεψε με τρόπο πολύξερο, υπερκινητικό και πεφωτισμένο ο Αντι Γουόρχολ. Είχε μιλήσει με την τέχνη του και τον πολύχρωμο τρόπο του, για το πώς επρόκειτο να βιώσουμε σήμερα ως κοινωνία τις ισοπεδωτικές συνέπειες της ομοιομορφίας, του καταναλωτισμού, του καθημερινού βομβαρδισμού με εικόνες και μηνύματα που δεν επιλέγουμε. Περίπου 30 χρόνια αργότερα, επιβεβαιώνεται δραματικά καθημερινά, κάθε ώρα, κάθε στιγμή με επιχειρήματα που πολλαπλασιάζονται και γεννούν κι άλλα, κι όλοένα κι άλλα.



Είναι τραγικό για τον ανθρώπινο νου, που μέσα σε λίγες -η πολλές δεν έχει σημασια- ημέρες διακοπών έχει τη δυνατότητα να ανακτήσει χώρο απο εκείνον που ''έκαψε'' η συνεχής ρουτινιάρικη χρήση του χειμώνα, να επιστρέφει και να προσγειώνεται. Κι εκεί που προσπαθεί να κρατήσει κάπου σε μια γωνιά του τις όμορφες, σχεδόν αχρησιμοποίητες εικόνες που συνέλεξε στις διακοπές, πατάει εκείνο το κουμπί της οθόνης και να μπαίνει σε μια άλλη, άγονη όμως, εποχή αφασίας.

Τί προσγείωση!!! Το θερμόμετρο πλέον δεν ανηφορίζει τρελά, το ελαφρύ αεράκι δίνει έναν τόνο αισιοδοξίας στην πόλη, αλλά οι ρυθμοί δεν επανέρχονται αμέσως κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί κάποιο είδος ηρεμίας έχει μείνει μέσα στον καθένα μας, σαν αποθεματικό της φόρτισης της απουσίας.

Κι εκεί που σκέφτεσαι το γαλάζιο ή το πράσινο που άφησες πίσω σου, εκεί προσγειώνεσαι σε έναν άλλο κόσμο. Σαν μια μάγισσα που με το μαγικό ραβδί της στάζει λίγο-λίγο επάνω σου σταγόνες δηλητήριο για να σε επαναφέρει στη ζοφερή πραγματικότητα. Σαν κάποιο τέρας απο κόσμους άλλους να σου πίνει το μυαλό και μαζί θέλει να πάρει και τις εικόνες σου. Γι αυτό φύλαξέ τις όσο μπορείς.
Μέσα στη ζαλάδα της επήρρειας του δηλητήριου βλέπεις αγαλματένια κορμιά σε γνωστές παραλίες, και απογευματινές βόλτες διαφόρων, που έχουν πρόσωπα κρυμμένα και χωμένα μέσα σε επώνυμα αξεσουάρ, γυαλιά, τσάντες, καπέλα. Με ευκολία διαφημίζουν τις φίρμες των προϊόντων, κι εμείς ωσάν εύπλαστο υλικό στα χέρια έμπειρου χειροτεχνίτη, αρχίζουμε να κουτσομπολεύουμε γνωστούς και αγνώστους, ντόπιους και ξένους, μικρούς και μεγάλους. Αφοβα σχολιάζουμε την κυταρίδιδα στους μηρούς της Σάρον Στόουν, τα τσιλιμπουρδίσματα του Μπερλουσκόνι ή το καινούργιο φλερτ της ξανθάς πρωινής τηλεπερσόνας που κατάφερε να εμφανιστεί με μαγιώ στο δελτίο ειδήσεων!



Η τηλεοπτική αφασία ως όπιο επιχειρεί να μας επαναφέρει αλλά ακόμα αντιστεκόμαστε γιατί έχουμε τις μπαταρίες φορτισμένες. Αλλά έχουν κι ένα δίκιο: Οταν η αλήθεια παρουσιάζεται ''ρετουσαρισμένη'', ή ειλικρινέστερα, ''διαστρεβλωμένη'' με κυνισμό και αυθάδεια, προτιμά κανείς το ''λάιτ'', το ελαφρύ και παρδαλό ψέμα του κουτσομπολιού και του λάιφστάιλ.

Οταν για παράδειγμα, η εγκατάλειψη των σιδηροδρόμων βαφτίζεται ''εκσυγχρονισμός'', όταν οι προτάσεις για κατάργηση του δώρου των Χριστουγέννων και του επιδόματος αδείας στις συντάξεις χαρακτηρίζονται ''έξοδος απο την κρίση'', όταν η βαριά φορολογία στα Ι.Χ. αυτοκίνητα ονομάζεται ''οικολογική πολιτική'', ε, λογικό είναι: η πολύχρωμη τηλεοπτική ελαρότητα φαίνεται πιο αθώα, πιο πραγματική απο τη σοβαροφάνεια. Και η προσγείωση είναι έτσι κι αλλιώς, για όλους μας ανώμαλη...

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2009

η Κόρη η παντοτινή

Την είδα την Κόρη για μια ακόμη φορά. Στέκει μόνη, απροστάτευτη και νοσταλγική, με τη σκέψη της πάντοτε να τρέχει στις πέντε αδελφές της που βρίσκονται πίσω στην πατρίδα. Περήφανη κοιτά γύρω της και εισπράτει, χρόνια τώρα, θαυμασμό κι εκτίμηση.



Η Κόρη δεν ζήτησε ποτέ, τίποτε. Δεν σκυβει το κεφάλι αν και την ενοχλούν πολύ τα αγγίγματα και τα φλας που πέφτουν επιθετικά επάνω της. Προσβάλουν το ευαίσθητο δέρμα της και φθείρουν το πολύπτυχο αρχαιοελληνικό φόρεμά της.



''Ζηλεύω'' μου ψιθύρισε. ''Ζηλεύω τα αιγυπτιακά μνημεία δίπλα, που προστατεύονται μέσα στις γυάλες...''. ''Δεν θέλω να σε στεναχωρήσω αγαπημένη Κόρη, της απαντώ, αλλά επισκέφθηκα το βαθύπλουτο κι επιβλητικό Βασιλικό παλάτι των Windsor, που 900 χρόνια τώρα, κατοικείται απο βρετανούς βασιλείς... Εκεί οι φωτογραφίες απαγορεύονται και φυσικά δεν μπορεί κανείς να πλησιάσει τα εκθέματα....''

Ο πόνος της ήταν ανείπωτος. Θαρρούσε πώς τα έχασε και άρχισε να κάνει ερωτήσεις για την ελληνική αρχαιότητα, για την Ακρόπολη, για τους πολέμους που μεσολάβησαν, για αυτοκρατορίες, για το μύθο της προστασία της απο ξένους πάτρωνες. Ολα τα ήξερε η Κόρη. Στο βλέμμα της έκλεινε την ιστορία όλη και το περιέφερε τώρα παντού, φωτίζοντας τον κόσμο γύρω της.

Δεν ήθελα να φύγω απο κοντά της. Οταν μου φάνηκε πως μου ψιθύρισε δυο λόγια, τότε το αποφάσισα. Ας μη με ζητούν πίσω, με το λάθος τρόπο. Ας ζητήσουν να προστατευθώ για να μπορώ τουλάχιστον να αναπνεύσω, μου φάνηκε πως μου είπε η όμορφη παντοτινή Κόρη....

Σάββατο 1 Αυγούστου 2009

Το παλιό και το νέο

Γνώριμο και φιλικό. Το παλιό συμβαδίζει με το γκρίζο και το βρεγμένο. Είναι όμορφο και στυλάτο. Πάει με καλό κρασί, ή ενα malt whiskey. Αποπνέει βεβαιότητα. Είναι classical.



Υστερα στρέφεις τα μάτια όχι πολι μακριά. Απλά στην άλλη όχθη του ποταμού. Βλέπεις το καινούργιο, το νέο, το μοντερνο. Πάει με τζιν αλλά και με ταγιέρ. Με trainers αλλά και με ψηλοτάκουνες γόβες. Βρεγμένο κι αυτό, αλλά όχι πολύ γκρίζο. Τυχαίο;



Το Λονδίνο είναι μια πόλη που τα κάνει όλα τα συνυπάρχουν αρμονικά. Οι μοντέρνες λείες γραμμές της σύγχρονης αισθητικής, λένε τις δικές τους ιστορίες δίπλα στα τόξα των παλατιών του παρελθόντος. Κι εγώ, κάθομαι και τις ακούω.