Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Παραμύθι χωρίς... μήνυμα

Τα νέα έφθαναν βασανιστικά στις πιο απομακρυσμένες παραλίες, στα ταβερνεία, στις αμμουδιές και στα μίζερα ιδρωμένα διαμερίσματα εκείνης της χώρας. Στην πρωτεύουσα μια ανίσχυρη κυβέρνηση έπαιρνε μέτρα «καθ’ υπαγόρευση» στραγγαλίζοντας το λαό και μια ανεύθυνη αντιπολίτευση καυγάδιζε μπροστά στον καθρέφτη με τον εαυτό της, λες και οι έριδες ανάμεσα στον νυν, τον πρώην και τους παρατρεχάμενούς τους, ενδιέφεραν καθόλου τους καθημαγμένους πολίτες….. 

Το καλοκαίρι ήταν το ίδιο βαρύ, όσο κι ο χειμώνας που είχε περάσει, αλλά τα αιρ κοντίσιον δεν δούλεψαν περισσότερες ώρες από τα καλοριφέρ του χειμώνα, τα οποία φέτος μάλλον έχουν σκοπό να σιγήσουν για τα καλά. 

Οι πολίτες, κουρασμένοι και αφυδατωμένοι αναζητούσαν λίγη δροσιά και άλλη τόση ελπίδα στις οάσεις της πόλης , και στα πατρικά τους σπίτια στα χωριά, που φέτος είχαν την τιμητική τους, λόγω του αξιοπρόσεχτου κύματος επισκέψεων της νεολαίας. Τέτοιες πιένες είχε καιρό να ζήσει η περιφέρεια. 

Τα νέα όμως έφταναν καταλυτικά, ακατάπαυστα και ορμητικά, δίχως έλεος για τους πολίτες, προειδοποιώντας τους για τις μαύρες, ολοένα και πιο μαύρες μέρες που έρχονται. Τα σενάρια για την τύχη της άμοιρης μακρινής χώρας, έδιναν κι έπαιρναν στις άλλες χώρες, γιατί εκείνες έπαιρναν το μήνυμα ότι οι προδομένοι πολίτες της, δεν επρόκειτο να σηκωθούν τελικά από τον καναπέ, για αντιδράσουν σε όλα αυτά. …. 

Πρώην κυβερνήτες επέκριναν ο ένας τον άλλο, κι έκαναν πως δεν ξέρουν ότι μαζί τα κατέστρεψαν όλα, μαζί «τα έφαγαν» όπως έλεγε κι ένας από δαύτους σε άλλο παραμύθι. Ποιόν ενδιέφερε άραγε ο καυγάς τους? Θυμίζει μάλιστα εκείνο το λαϊκό «δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα». 

Κάποιοι που αποφάσιζαν για τις τύχες των πολλών, βεβαιώθηκαν ότι οι κάτοικοι σε αυτή τη χώρα δεν θα σηκωθούν τελικά, και ύστερα προχώρησαν σε ακόμη πιο εγκληματικές πράξεις. 

Πόσο λάθος είναι να στέλνεις λάθος μήνυμα. Πόσο πιο λάθος είναι να μην έχεις μήνυμα να στείλεις…..

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

Πασαδόροι και Βαστάζοι, σαν και χθες


Συμβαδίζει απόλυτα με τις επιταγές της εποχής μας αυτή η ιδέα της Αθηνάς Κακούρη.  Δεν επανεξέδωσε κάποια παλιά της μυθιστορήματα για να δώσει τη δική της μάχη για επιβίωση, αλλά προτίμησε να «κεντήσει» σε ένα νέο καμβά, παλιά και ανακυκλώσιμα υλικά. Υλικά που δεν μπορούν να πάνε χαμένα. 

Ρετάλια και κομμάτια που εξανεμίστηκαν με τα χρόνια και τους καιρούς, έρχονται να στρογγυλοκαθίσουν σε μια ώριμη αφήγηση.

Το «Πασαδόροι και Βαστάζοι» είναι ένας ύμνος στη σημερινή τηλεοπτική εποχή που ζούμε.  Πρόκειται για ανακύκλωση ιστοριών οι οποίες ξαναχρησιμοποιούνται, με την παλιακή τους γλώσσα, με την αύρα της εποχής στην οποία γράφτηκαν,με το άρωμά τους, με την δράση τους, άλλοτε την αστυνομική, άλλοτε την αισθηματική, με τη δική τους προσωπική και ανυπέρβλητη σφραγίδα, το καθένα από αυτά, φέρει τα σημεία του καιρού του.

Μα το κολλάζ είναι τέχνη, δεν είναι παίξε –γέλασε !  Γιατί το κάδρο στο οποίο βάζει το νέο της κέντημα, είναι καινούργιο, σημερινό.  Τα διηγήματα συρράφτηκαν σε μια μυθιστορηματική ιδέα, μέσα στην οποία αυτά εν μέρει τουλάχιστον διατηρούν την αυτονομία τους , όμως ταυτόχρονα γίνονται εικόνες τις οποίες αφηγείται η συγγραφέας, σε μια ώρα δύσκολη…. 

Σε μια ώρα που μια ολόκληρη πόλη πέφτει στο σκοτάδι και οι κάτοικοι, εθισμένοι στην τηλεόρασή τους και στον υπολογιστή, «αναγκάζονται να ανακαλύψουν» την προσωπική αφήγηση.  Τί άλλον κάνουν;   Έτσι τους δίνεται η ευκαιρία από ακροατές να γίνουν και λίγο αφηγητές, και τούμπαλιν. Τους δίνεται η ευκαιρία να  συζητήσουν, να ανταλλάξουν ιδέες, να ακούσουν ο ένας τη φωνή του άλλου.

Βεβαίως η ιδέα δεν είναι καινούργια, η χρήση της όμως είναι συναρπαστικά μοναδική…..  Οι κάτοικοι της ταλαιπωρημένης πόλης δίνουν το παρόν γύρω από την οικογενειακή εστία, εκεί που μπορεί να τρεμοσβήνει ένα κερί, όπως παλιά, εκεί που η γιαγιά έγνεθε και έλεγε. Έλεγε. Έλεγε.

Εκεί μάθαιναν τι έπαθε ο γείτονας, πού χάθηκε το ζωάκι του, που βρίσκεται το κορίτσι με την κόκκινη σκούφια, έβαζαν διλήμματα και αναζητήσεις, στοχάζονταν και αμφέβαλαν για όλους και για όλα, εμβάθυναν και ρωτούσαν, με συγκίνηση, με γέλιο, με προβληματισμό, ή με σαρκασμό, μα πάντοτε με ενδιαφέρον για το τι κρύβεται πίσω από τις πραγματικότητες. Φανταστείτε λοιπόν τους κατοίκους της πόλης που μετά απο αυτή την ονειρική διαδρομή τους, αιφνιδιάζονται απο την ξαφνική ρευματοδότηση που σχεδόν "θαμπώνει" ξαφνικά της ζωή τους.

Είναι άσβεστη η φλόγα του παραμυθά που χρησιμοποιεί τέτοια δομή.  Είναι μεγαλειώδες το μήνυμα που στέλνει σε μια κοινωνία που λιώνει τη φαντασία της ανέξοδα μπροστά σε οθόνες ηλεκτρονικές.


Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Το Διπλό Βιβλίο, σαν εικόνα μαγική...



Ξάφνιασε,  κάποτε,  το «Διπλό Βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή, εκείνη η έκφραση της αγωνίας για την Ελλάδα και τους Έλληνες στον σύγχρονο κόσμο.   Ξαφνιάζει και σήμερα ακόμα, όταν επιστρέφεις και το ξαναδιαβάζεις.  Τώρα, ο αναγνώστης  -σα να έχει μπροστά του μια μαγική εικόνα-  γυρίζει τις σελίδες, για να διαβάσει και να ξαναδιαβάσει μερικές από τις παραγράφους του –έκπληκτος- γιατί θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί για το σήμερα.
Ο καιρός της δικτατορίας βρίσκει πολλούς έλληνες μαζεμένους στην Ευρώπη.  Άλλοι κυνηγημένοι που κατάφεραν να ξεφύγουν, άλλοι έτοιμοι με δύναμη να τα ανατρέψουν όλα, άλλοι που ζητούσαν δουλειά για να θρέψουν την οικογένεια, άλλοι μπαγκαμπόντες, άλλοι ψευτοφιλόσοφοι κι άλλοι χαφιέδες του προξενείου.   Ο ήρωας του Δημήτρη Χατζή, ο Κώστας είναι μέρος «του ρωμαίικου της Στουτγκάρδης».  
Ο Κώστας δουλεύει σε ένα εργοστάσιο όπου παράγουν λάμπες για αυτοκίνητα.  Περνάει τις μέρες του μετρώντας κουτάκια, μεταφέροντας κιβώτια,  σπρώχνοντας  ένα καρότσι που κυλάει σε χρόνο που κυλά με μαθηματική ακρίβεια.  Το ασανσέρ ανεβοκατεβαίνει τους ορόφους την ίδια ώρα, το ίδιο λεπτό , κάθε μέρα.
«Ο Γερμανός τις λογάριασε τις διαδρομές μας, τα ‘χει κιόλας κανονισμένα από την πρώτη στιγμή, τα’ ανέβασμα, το κατέβασμα, όλη μας την κίνηση.  Νάτος  κιόλας ο μηχανισμός που στήθηκε κιόλας, λέω με το νου μου.  Τι θα πει μηχανισμός; ιδού λοιπόν, τι θα πει μηχανισμός, που δεν το’ ξερα τόσο καιρό: Χωρίς να μιλήσουμε, να καθίσουμε να τα συμφωνήσουμε κι εγώ και ο άλλος, ο τορεαντόρος με τις φαβορίτες –δεχόμαστε το Γερμανό να μας οδηγεί.  Και μηχανισμός  λοιπόν θα πει πως γίνεται κάτι, πας κι εσύ, μπαίνεις μέσα και δεν σε ρωτάνε, δεν τους ρωτάς.  Και μας οδηγεί σωστά το μπουλντόκ…»   

Τόσο απλά και τόσο καταιγιστικά μας περιγράφει την εικόνα ο Δημήτρης Χατζής. Την εικόνα του έλληνα και του ισπανού που εργάζονται για τον μηχανισμό της ισχυρής Γερμανίας με τις μεγάλες βιομηχανίες που στήριξαν την παραγωγή τους σε ξένους εργάτες.

Σήμερα δεν είναι οι εργάτες, μα είναι οι αγορές.  Οι αγορές χωρών που σήμερα κατάντησαν φτωχές , μα πέρασαν μεγαλεία με ακριβά γερμανικά αυτοκίνητα, ηλεκτρικές συσκευές Miele, Siemens, Bosch, μηχανές κάθε είδους, από χλοοκοπτικά μηχανήματα που βολτάριζαν τους ατέλειωτους κήπους των Βορείων Προαστείων , μέχρι ανεμιστηράκια μέσα σε περίπτερα, από υποβρύχια  για πολέμους που ποτέ δεν έγιναν -γιατί αν είχαν γίνει θα είχαν βουλιάξει λόγω αστοχίας υλικού- μέχρι μπαταρίες για παιχνίδια παιδιών, που τώρα δεν παίζουν κλωτσοσκούφι, αλλά προτιμούν τα play station…..

Ο Κώστας, και οι συνοδοιπόροι του στο βιβλίο, ήταν άνθρωποι χωρίς πατρίδα, άνθρωποι που με αγωνία αναζητούσαν  το ρωμαίικο χαρακτήρα τους.   

Τσαλακωμένος από τα παιδικά του χρόνια, ο ήρωας μεγαλώνει με το φόβο μιας γενιάς που κρυβόταν από τον ίδιο τον εαυτό της.  Στη χαμένη γενιά της αντίστασης ανήκε ο πατέρας του, που δεν μιλούσε σε κανέναν στην οικογένεια για όσα ζούσε έξω από την εστία.   Ο φίλος του ο Σκουρογιάννης, γεμάτος νοσταλγία,  ένας άνδρας που νόμιζε ότι έκρυβε την Ελλάδα μέσα του , όταν επέστρεψε  από τα ξένα για να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα στο χωριό του, δεν την βρήκε πουθενά την Ελλάδα του.
Στις εννέα αφηγηματικές ενότητες, τα μισά τα διηγείται ο συγγραφέας,  που πορεύεται δίπλα στον Κώστα μέσα και  έξω από την Ελλάδα.  Βλέπει όσα δεν βλέπει ο ίδιος και μας τα αφηγείται. Συνδιαλέγεται μαζί του, ανταλλάσουν απόψεις και λυπούνται κι οι δύο βλέποντας να εξαφανίζεται στην ελληνική επαρχία η αδελφή του η Αναστασία, εκπρόσωπος  μιας γενιάς που είχε κι αυτή τα όνειρά της αλλά τα έπνιξε στο ρεαλισμό των συμβιβασμών της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.

Είναι τυχαίο άραγε ότι το βιβλίο, το Διπλό αυτό βιβλίο δεν ολοκληρώνεται?  Σα να περιμένει στο τέλος το επόμενο βιβλίο, εκείνο που μέλλεται να γραφτεί, σαν να ξέρει καλά ο συγγραφέας και συνοδοιπόρος του Κώστα στη Στουτγκάρδη, ότι  το μόνο που θα αλλάξει  είναι ο νέος τρόπος ζωής που θα διαδεχθεί τον παλιό, στο Βόλο, την Αθήνα, τη Στουγκάρδη ή όπου αλλού.
Το «διπλό βιβλίο» περιγράφει την Ελλάδα που καταρρέει.  Ακολουθεί το ρόλο της στην Ευρώπη,  ζει την αλλοτρίωση του μετανάστη, μετατρέπεται σε μετανάστη εσωτερικό και ξένο και σκορπίζεται μαζί με τα θραύσματα μιας μεγάλης έκρηξης που τα συντρίμμια της έφτασαν στις πέντε ηπείρους.
Λέγαν οι βιβλιοκριτικές ότι δεν αγαπήθηκε και πολύ το «διπλό Βιβλίο».  Τελικά η αγάπη είναι πολύ ώριμο συναίσθημα.   Ο χρόνος δούλεψε υπέρ του και ανέδειξε την αξία του.

Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

"Το παν είναι να αντέξουμε"

Μια φορά κι έναν καιρό, σε κάποιο μέρος του κόσμου μακρινό,  οι άνθρωποι περπατούσαν με το σώμα στητό και τα χέρια ελεύθερα...... Ολοι εμείς, σε μια χώρα που οι άνθρωποι περπατούν με δεκανίκια αιφνιδιαστήκαμε, δηλαδή πέσαμε απο τα σύννεφα, όταν μας το αποκάλυψε χθες μια παραμυθού μοναδική, γητεύτρα του λόγου και των ιστοριών.

Η Λίλη Λαμπρέλλη μας μάγεψε όπως πάντα κάνει με τις αφηγήσεις της, χθες βράδι, στο Free Thinking Zone της οδού Σκουφά.   Την απολαύσαμε να μας λέει κάποιες απο τις ιστορίες που περιέχονται στο νέο βιβλίο της "Δέκα και ένα Παραμύθια σοφίας για καιρούς κρίσης και άλλων δεινών".

Μεγάλος ο τίτλος για ένα μικρό βιβλιαράκι έ; Ισως. Μεγάλο το θέμα το οποίο αποτελεί κοινό τόπο των ιστοριών όμως.   Εκεί κάπου, στο θάνατο, στο πένθος, στην καταστροφή, στην εξαφάνιση, υπάρχει ο σπόρος της ελπίδας. Αυτό ανασύρει ο ήρωας.  Αισθάνεται οτι έτσι κι αλλιώς είναι χαμένος.  Τί γίνεται όμως εάν για παράδειγμα , βρει στο δρόμο του ένα ρεβύθι, όπως συνέβη τον Πολυροβιθά;   Ο ήρωας μπορεί να ζήσει ανατροπές.

Γιατί σε όλες του τις μορφές, το λαϊκό παραμύθι στην ουσία μιλάει για ανατροπές με πρώτη και καλύτερη την ανατροπή της παιδικής ηλικίας.  Η ανατροπή, όπως βλέπουμε στα παραμύθια της αγαπημένης μας Λίλης Λαμπρέλη, είναι πλασμένη απο μικρούς θανάτους και συνεχείς αναγεννήσεις, η ανατροπή  προκαλεί μετακίνηση, απαιτεί αντοχή κι εμπιστοσύνη στη ζωή.  Μα μπορεί να φέρει το νέο, να αλλάξει τα πράγματα άρδην, να προκαλέσει μια νέα κατάσταση....

Νεα κατάσταση. Τί κατάσταση; Μαύρη; Ασπρη; Ευημερούσα; Φτωχή; Αγαπησιάρικη; Πολεμική; Χειρότερη ή καλύτερη; Αγνωστο. Κι όπως λέει o Ρίλκε "ποιός μίλησε για νίκες, το πάν είναι να αντέξουμε"!

Αλλωστε τί είναι η τύχη; Τί είναι η ατυχία; Ολα περνούν, κι όλα ξανάρχονται ... Κι αφού, όπως λέν τα παραμύθια, πολλά κακά βγαίνουμε σε καλό, μπορούμε να ελπίζουμε....

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Στην άγρια πλευρά της ζωής


Στον Κόσμο των Τεράτων επανέρχομαι ξανά και ξανά, σα να είναι μια σταθερή παράμετρος, σα να είναι, ο πιο γνώριμος και ο πιο ασφαλής κόσμος, απο τα χρόνια τα παλιά.....


Ο Maurice Sendak , που άφησε τον ανθρώπινο κόσμο  στις αρχές του Μάη, θεωρείται ο πιο σημαντικός εικονογράφος παιδικών βιβλίων του 20ου αιώνα, γιατί πήρε το εικονογραφημένο παιδικό βιβλίο από τον «ασφαλή, απολυμασμένο κόσμο του παιδικού δωματίου και το βύθισε στα σκοτεινά, τρομακτικά και βασανιστικά όμορφα κοιλώματα της ανθρώπινης ψυχής».


Το Where the wild things are αν και αμετάφραστο στην Ελλάδα έχει πουλήσει παγκοσμίως 19 εκατομμύρια αντίτυπα από τη στιγμή που πρωτοεκδόθηκε το 1963: Ο Μαξ, είναι ένα αγόρι που ξεκινάει ένα ταξίδι με τη φαντασία του στη χώρα των τεράτων, όταν η μητέρα του τον στέλνει τιμωρία στο δωμάτιό του να κοιμηθεί χωρίς βραδινό...


Εξηγώντας ο ίδιος έγραφε: «Ήμουν φιλάσθενος όταν ήμουν παιδί και έδειχνα προτίμηση στα βιβλία και τη ζωγραφική. Περνούσα ώρες στο παράθυρό μου, σχεδιάζοντας τα παιδιά της γειτονιάς καθώς έπαιζαν. Σχεδίαζα και πρόσεχα και αυτά τα σημειωματάρια έγιναν αργότερα το γόνιμο έδαφος της δουλειάς μου. Δεν υπάρχει κανένα βιβλίο που να έχω γράψει ή εικόνα που έχω ζωγραφίσει που δεν τους χρωστά με κάποιο τρόπο την ύπαρξή του. Αν έχω ένα ιδιαίτερο χάρισμα, δεν είναι ότι ζωγραφίζω καλύτερα από άλλους ανθρώπους – ποτέ δεν ξεγέλασα τον εαυτό μου με τέτοιες σκέψεις. Το χάρισμά μου είναι μάλλον πως θυμάμαι πράγματα που άλλοι άνθρωποι ξεχνούν: τους ήχους και τα συναισθήματα και τις εικόνες – τη συναισθηματική ποιότητα- ιδιαίτερων στιγμών της παιδικής ηλικίας. Ευτυχώς, ένα ουσιαστικό κομμάτι του εαυτού μου –η ζωή στα όνειρά μου- ζει ακόμη στο φως της παιδικής ηλικίας.


Και μετά ήταν τα βιβλία που αγαπούσα – αυτά τα φτηνά, από χαρτοπολτό, φανταχτερά σχεδόν κακόγουστα εικονογραφημένα κόμικς και ιστορίες. Καλύτερα απ’ όλα, ίσως, ήταν οι ταινίες της παιδικής μου ηλικίας – οι απολαυστικές ταινίες τρομερών τεράτων και οι εικονογραφικά ζωντανές, τόσο παράλογα χαριτωμένες φιγούρες του Μίκυ Μάους και του Τσάρλυ Τσάπλιν. Αυτές ήταν οι κυρίως επιρροές μου ως νέου καλλιτέχνη.


Η εικονογράφηση είναι μια μεγέθυνση, μια απόδοση του κειμένου, έτσι ώστε ο αναγνώστης να καταλάβει τις λέξεις καλύτερα. Ως καλλιτέχνης υπηρετείς πάντα τις λέξεις. Δεν πρέπει ποτέ να εικονογραφείς ακριβώς αυτό που είναι γραμμένο. Πρέπει να βρεις ένα χώρο στο κείμενο, απ’ όπου οι εικόνες θα κάνουν τη δουλειά τους. Κι ύστερα πρέπει να αφήσεις τις λέξεις να κυριαρχήσουν εκεί που εκείνες το κάνουν καλύτερα. Είναι ένα αστείο είδος ταχυδακτυλουργίας. Το καλλιτεχνικό ύφος είναι μόνο ένας τρόπος για ένα τέλος, και όσα περισσότερα στυλ διαθέτεις τόσο το καλύτερο. Αν παγιδευτείς μέσα στο ύφος σου χάνεις κάθε ευελιξία. Αν έχεις μόνο ένα στυλ, τότε θα κάνεις ξανά και ξανά το ίδιο βιβλίο, πράγμα που είναι λίγο βαρετό. Τα διαφορετικά στυλ εικονογράφησης σου επιτρέπουν να μπαινοβγαίνεις μέσα στα βιβλία. Έτσι λοιπόν ανέπτυξε ένα κομψό στυλ, ένα χοντροκομμένο στυλ, ένα λεπτεπίλεπτο στυλ και ένα πραγματικά άγριο στυλ.

Ως ένας επίδοξος καλλιτέχνης θα πρέπει να πασχίζεις να είσαι αυθεντικός. Πρέπει να έχεις κάτι να πεις και ένα φρέσκο τρόπο για να το πεις. Καμιά ιστορία δεν αξίζει να γραφτεί, καμιά εικόνα να φτιαχτεί, αν δεν είναι ένα έργο της φαντασίας και της σκέψης.»