Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Ενας ιππότης άνοιξε την κουβέντα

Η εισβολή ενός ιππότη -όχι κατ' ανάγκη σε λευκό άλογο- και η άλωση της διευθυντικής ηγεσίας του μουσείου Μπενάκη άναψε πολλές συζητήσεις στο χώρο του πολιτισμού και της διαχείρισής του.  Ο Γάλλος πολιτικός επιστήμονας Olivier Descotes, ένας 40χρονος φιλόδοξος εκπρόσωπος της νέας γενιάς της ευρωπαϊκής ελίτ, εκφραστής της ανάγκης ανάπτυξης της πολιτιστικής διπλωματίας, γνωστός στην Αθήνα απο τη θητεία του στη θέση του επικεφαλής του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, αναλαμβάνει σε λίγο το τιμόνι του Μουσείου Μπενάκη.



Δεν είναι γνωστό -και ούτε θα μπορούσε- εάν ο ίδιος ο Αντώνιος Μπενάκης θα συμφωνούσε με αυτήν την επιλογή.  Η καθηγήτρια Κλασσικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Λίλα Μαραγκού, που είχε μάλιστα την τύχη να εργαστεί για χρόνια στο Μουσείο Μπενάκη, θεωρεί πως όχι.  Σίγουρα πάντως ο ευεργέτης δεν το είχε σκεφθεί όταν γράφτηκε εκείνη η επιγραφή "τω έθνει δωρείται" στην είσοδο του μουσείου.  


Η αμφιλεγόμενη επιλογή Descotes βρίσκει υπέρμαχους κάποιους Αθηναίους οι οποίοι έχουν γνωρίσει έναν χαρισματικό ευγενή νέο, στο πρόσωπο του γάλλου αξιωματούχου.  Μιλούν για έναν άνθρωπο ευρείας μόρφωσης, στοιχείο απαραίτητο για τη θέση αυτή, έναν άνθρωπο που έχει γνώση του ελληνικού πολιτισμού, εφόσον άλλωστε, προέρχεται απο οικογένεια ελληνομαθών.  Κάποιοι άλλοι ωστόσο οικτίρουν το γεγονός οτι οι κουβέντες του στα αθηναϊκά σαλόνια για τον πολιτισμό δεν έχουν γίνει ποτέ μέχρι σήμερα, στα ελληνικά...


Η θητεία του στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών κρίθηκε επιτυχής καθώς έφερε κάποιον αέρα εξωστρέφειας στο ευγενές ίδρυμα που ως την έλευσή του βημάτιζε σθεναρά και αυστηρά πάνω στη γνωστή γραμμή της francophonie.  Αυτή (η θητεία)  αποτέλεσε και την ομαλή -ομολογουμένως- προσγείωση του κυρίου Descotes στην ελληνική πραγματικότητα σε καλλιτεχνικό και κοινωνικό επίπεδο, όμως τώρα αρκετοί -κυρίως απο τον χώρο του πολιτισμού-  σχολιάζουν με κάποια δυσπιστία, οτι τα τείχη του Γαλλικού Ινστιτούτου είναι "πολύ υψηλά" για να του επιτρέψουν να εξοικειωθεί με την ελληνική πραγματικότητα και θα του φανεί "κάπως δύσκολο" να περάσει στους προθαλάμους κάποιου υπουργείου και να περιμένει συμβούλους και υπουργούς, για να βιώσει την ελληνική πραγματικότητα.



Εφόσον η Ελλάδα θέλει να ανήκει στον πυρήνα της ΕΕ, και να απολαμβάνει την αλληλεγγύη της, θα ήταν λάθος να αποκαλούμε τέτοιους ανθρώπους "ξένους". Ο χαρακτηρισμός αυτός μόνο απο ζήλεια θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί. Άλλωστε θα ήμασταν ιδιαίτερα περήφανοι εάν κάποιος συμπατριώτης μας αναλάμβανε μια τέτοια θέση σε ένα παρόμοι ίδρυμα της Γερμανίας ή της Ιταλίας, έτσι δεν είναι;  Και σίγουρα ο πολιτισμός δεν είναι ιδιοκτησία κανενός, παρα είναι μια κληρονομιά που πρέπει να σεβόμαστε για να την κληροδοτήσουμε μαζί με τη γνώση που τη συνοδεύει, στις επόμενες γενιές.  Μέχρι εκεί όμως ή να πάμε και παρακάτω; Αν συνεχίσουμε τον συλλογισμό θα καταλήξουμε στο οτι δεν πρέπει να διεκδικούμε πλέον τα κομμάτια της Ακρόπολης που βρίσκονται στο Βρετανικό μουσείο.  Μπορεί.  Υπάρχει και η λογική που λέει οτι εκεί που βρίσκεται, την θαυμάζουν εκατομμύρια άνθρωποι κάθε χρόνο, και όταν επιστρέφουν αυτοί στις πατρίδες τους συζητούν με άλλους τόσους για την Ελλάδα και την Ακρόπολή της...

Τα τελευταία χρόνια η τράπουλα των επικεφαλής των μουσειακών ιδρυμάτων της Ευρώπης ανακατεύεται και μοιράζεται συνεχώς.  Πρόσφατα έγινε ντόρος για την μετακίνηση του  βέλγου επικεφαλής της Tate Modern, Chris Derkon στη Γερμανία.  Στο Museo di Capodimonte της Νάπολι μετακόμισε ο γάλλος Sylven Belenge, ενώ μια γερμανίδα, η Σέσιλι Χόλμπεργκ ανέλαβε την Γκαλερία Ντελ Ακαντέμια της Φλωρεντίας. 

Αντί η κουβέντα να περιστρέφεται γύρω απο τον "ξένο" νέο διευθυντή του Μουσείου Μπενάκη, άλλο θα έπρεπε να μας απασχολεί.  Δεν μας λέει άραγε τίποτε ότι όλοι στο χώρο είναι απο την Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία και την Αγγλία, και ως επι το πλείστον, σπουδαγμένοι στο Ηνωμένο Βασίλειο;   Αυτό θα έπρεπε να απασχολεί τους τίμιους και πτωχούς έλληνες.  Το θέμα της εκπαίδευσης και δει, της εκπαίδευσης στη διαχείριση του πολιτισμού.  

Κάθε φορά που οι μεταπτυχιακοί φοιτητές μας της μουσειολογίας έπειτα απο δύο εξάμηνα θεωρίας και εργαστηριακών προσομοιώσεων καλούνται να κρίνουν τις μεθόδους διαχείρισης του πολιτισμού στη χώρα μας και στο εξωτερικό ανακακλύπτουν τη διαφορά.  Είναι άλλο να διδάσκεσαι μέσα σε τέσσερεις τοίχους, κι άλλο να εκπαιδεύεσαι στο πώς θα διαχειριστείς το πολύτιμο πολιτιστικό προϊόν.   Μάλλον γι αυτό το θέμα λοιπόν θα έπρεπε να γίεται ο καυγάς στην Ελλάδα, κι όχι για τον γάλλο ιππότη. Το θέμα της εκπαίδευσης στο χώρο του πολιτισμού. Δε νοείται μια χώρα με τέτοιο παρελθόν να μην παράγει ανθρώπους που θα διατηρήσουν τα μνημεία της και θα διαχειριστούν την ιστορία της.

Μπορεί στη Βρετανία η εκπαίδευση να έχει γίνει μεγάλη επιχείρηση, όμως οι σπουδές είναι απαιτητικές.  Και τί άλλο είναι εκτός απο επιτυχημένη πολιτική στο χώρο, το γεγονός για παράδειγμα οτι οι περιοδικές εκθέσεις στη Royal Academy του Ai Wei Wei , καλλιτέχνη που διώκεται απο το κινεζικό καθεστώς, συνέπεσαν με την επίσημη επίσκεψη του κινέζου πρωθυπουργού Xi Jinping στο Λονδίνο.  Ηταν μόνο η πρόθεση των τοπικών αρχών να απευθυνθούν σε μια διαπολιτισμική κοινότητα; Οχι βέβαια. Ήταν ταυτόχρονα αποτέλεσμα και του σύγχρονου τρόπου άσκησης της διπλωματίας μέσω μιας πιο ολοκληρωμένης και διαθεματικής πολιτικής.

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Φωνές μεταξένιων γυναικών απο το υπόγειο

Ο ανυποψίαστος διαβάτης του πεζόδρομου της Κοραή, προσπερνά και αγνοεί παντελώς το «κάτι» που συμβαίνει στο υπόγειο του Αστυ.  

Εκεί στο Underground όπως λέγεται σήμερα -εκεί στη στοά-  που κάποτε,μικρομαγαζάτορες συντηρούσαν το μύθο της παλιάς Αθήνας κι ανάμεσά τους ένας πιτσιρικάς ανεβοκατέβαινε με το δίσκο μεταφέροντας καφέδες στα εμπορικά καταστήματα της περιοχής, εκεί, η θεατρική ανάσα και ψυχή είναι ενεργής, δυνατή και συμπαγής σαν «Πέτρα».

Δεν θα μπορούσε να βρεθεί καταλληλότερος χώρος για να παρουσιασθεί το έργο της Βάνας Πεφάνη «Μεταξωτές Γυναίκες» από τον Πολυχώρο Underground. Πολλά θέατρα της mainstream σκηνής θα ζήλευαν αυτό το απόλυτο ταίριασμα που συμβαίνει εκεί τα βράδια Παρασκευής, Σαββάτου και Κυριακής.  Μια ομάδα ηθοποιών ζωντανεύει μια ιστορία απ' αυτές που αγνοούμε, ή -επειδή εθελοτυφλούμε- δεν θέλουμε να ξέρουμε και συμβαίνουν συνήθως σε υγρά υπόγεια διαμερίσματα, σε εγκαταλελειμένα σπίτια, ή σε μέρη που κανείς δεν θέλει να παραδεχθεί οτι επισκέφθηκε.  

Η ζωή των ενοίκων μιας πολυκατοικίας αναστατώνεται ξαφνικά όταν η Ωρόρ απο τη Νιγηρία, που ζούσε στο υπόγειο διαμέρισμα, πέφτει απο την ταράτσα.  Ο θάνατός της και η αποκάλυψη μιας σπείρας trafficking τους θέτει όλους προ των ευθυνών τους, καθώς οι μάσκες για όλους πέφτουν και αλήθειες αναδύονται στο μικρόκοσμό τους. Αποκαλύπτονται αλήθειες για αισθήματα φοβικά και νοσηρά, τον ρατσισμό που έχουν μέσα τους, την αδιαφορία, τις καταπιεσμένες επιθυμίες και τα πάθη τους, τα ένοχα μυστικά που τους κατατρέχουν...


Το φάντασμα της όμορφης μεταξένιας Ωρόρ στοιχειώνει τις ζωές όλων, που είναι χαρακτήρες διαφορετικοί, πλασμένοι με μαεστρία και υλικά αριστοτεχνικά μοιρασμένα. Μια ολόκληρη κοινωνική τάξη αποδομείται, μέσα στην κρίση και την ηθική κατάπτωση, ενώ μέχρι την στιγμή της ανακάλυψης για το τί γίνεται στο υπόγειο της πολυκατοικίας, όλοι ζούσαν τα μικρά τους δράματα καλυμένα με ένα πέπλο σιωπηλής ευδαιμονίας...

Η Ωρόρ που έζησε μέσα στην ταπείνωση και το αδιέξοδο απο τη στιγμή που η δική της οικογένεια την πούλησε για να ζήσουν τα υπόλοιπα αδέλφια της, δίνει μόνη της τη λύση στην υπόγεια ζωή της.  Απο εκείνη τη στιγμή και μετά, υπάρχει και ζει για τον κοινωνικό της περίγυρο. Γιατί μέχρι τη στιγμή εκείνη δεν ζούσε.  Όλοι αγνοούσαν, ή έκαναν πως αγνοούσαν το δράμα της κοπέλας αυτής που συνεχιζόταν κάτω απο τα δικά τους διαμερίσματα.  Μπαίνει όμως νεκρή στις ζωές τους δυναμικά και ως δια μαγείας κάνει τα προβλήματα να εμφανιστούν, τις αλήθειες να λάμψουν, την ιστορία τόσων και τόσων γυναικών να ειπωθεί...

Είναι δύσκολο για έναν απαιτητικό θεατή να μη σχολιάσει την εξαιρετική δουλειά που έγινε γι αυτήν την παράσταση.  Οι ηθοποιοί, διαλεγμένοι ένας προς έναν με ερμηνείες δυνατές, με ταρακούνησαν και σα να μου χτύπησαν την πλάτη μου διεμήνυσαν οτι κάθε τέτοια ιστορία που συμβαίνει δίπλα ή παραδίπλα, δεν πρέπει να παραμένει στη συγκάλυψη και τη σιωπή, όπως στη σιωπή έζησε η Ωρόρ.




Ως εργάτης του λόγου, δεν μπορώ να παραβλέψω τον καταιγιστικό ρυθμό της παράστασης, του κειμένου και των λέξεων, που έτρεξε μέσα μου και με συνεπήρε. Βασικό ρόλο εδώ έπαιξε και η πολυτάλαντη Ελευθερία Κόμη που συνεργάστηκε με τους ηθοποιούς ως προς την κίνηση δομώντας προοδευτικά την ιδέα της Βάνας Πεφάνη. Επίσης η Στέλλα Κάλτσου με τους φωτισμούς της, συνέβαλε ιδιαιτέρως στην υποβλητική ατμόσφαιρα που απλώθηκε στην αίθουσα.

Εξαιρετική επιτυχία του αγαπημένου Ιάκωβου Μυλωνά, το γεγονός οτι το κορίτσι στο διπλανό μου κάθισμα, μου σχολίασε χαρακτηριστικά γι αυτόν :"Τον μίσησα!".  Εάν δεν είναι αυτό επιτυχία για έναν ηθοποιό που έχει κατα κανόνα παίξει τον "καλό" χαρακτήρα, τότε τί είναι; Πειστικότατος και ο Βασίλης Αφεντούλης, έξοχη η Μαρία Καβουκίδου, πολύ ιδιαίτερες οι παρουσίες της Σιμόνης Γιαννάτου, Σοφίας Μανωλάκου, Νικολίνας Μουαίμη, Αγγελικής Καρυστινού.  Δεν έχω λόγια για την Αυγή (Ωρόρα) Μαργιον.  Με καθήλωσε με τη φωνή και την κίνησή της.  Επιλογή εξαιρετική.


Το κείμενο και η σκηνοθεσία είναι της Βάνας Πεφάνη.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιώργου Λυντζέρη.

Προλαβαίνετε ακόμη για λίγο. Μην χάσετε τις Μεταξωτές Γυναίκες

 Στο υπόγειο του ΑΣΤΥ. Underground στην Κοραή 4.
Κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στις 21.00
(και μία μεταμεσονύκτια παράσταση το Σάββατο)


Και δυο λόγια για την "Πέτρα".  Σας προϊδέασα στην πρώτη παράγραφο και δεν κρατιέμαι, θα σας το πω.  Ο Κώστας Αρζόγλου και μαζί του 30 συνοδοιπόροι, ονειρεύονται και κάνουν πράματα και θάμματα. Αυτή είναι η "Πέτρα".

Σύντομα, ξεκινάει ένας πρωτοποριακός κύκλος μαθημάτων με τη μορφή ανοιχτών προβών με τίτλο: "Απ' τη μεριά της Ιοκάστης" πάνω στον Οιδίποδα Τύραννο.  Θα γίνονται τρεις φορές την εβδομάδα  για 3 μήνες και η παράσταση θα παρουσιαστεί στον Πολυχώρο Underground.  Οι ενδιαφερόμενοι θα έχουν την επιλογή να παρακολουθήσουν μεμονωμένες πρόβες, είτε συγκεκριμένο αριθμό προβών και θα έχουν την ευκαιρία να εντρυφήσουν στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα απο τη μεριά της Ιοκάστης.  Μέσα απο τον κόσμο της...

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Τέφρα και Σκιά, τότε και σήμερα

Οι μεγάλες ανθρωπιστικές καταστροφές τριγυρνούν αυτόν τον καιρό στο μυαλό μας, με τους πρόσφυγες να παλεύουν στα κύματα του Αιγαίου, με συγκρούσεις να μαίνονται, με πολιτισμούς να καταρρέουν και με τον ορισμό του όρου "γενοκτονία" να έχει γίνει σημειο αντιπαράθεσης.  Δεν είναι καινούργια η έριδα.  

Κάποτε ζητήθηκε απο τον Harold Pinter να γράψει ένα έργο που να αναφέρεται στο Ολοκαύτωμα.  Με το "Ashes to Ashes" (Στάχτες στις Στάχτες, επι το ελληνικότερον) στην ουσία απάντησε οτι η μαύρη αυτή πτυχή της ευρωπαϊκής ιστορίας μπορεί να περιγραφτεί μόνον αποσπασματικά, με μνήμες διάφορες εδώ κι εκεί, βασισμένες σε μαρτυρίες, όχι σαν βιβλίο με σελίδες που ακολουθούν η μια την άλλη, με μια συνέχεια, μα σαν εικόνες αποτρόπαιες, παρμένες απο διάφορα παλιά φωτογραφικά άλμπουμ σκορπισμένα σε διάφορες χώρες και διαφορετικές εποχές. Όπως ακριβώς συμβαίνει σε κάθε οδυνηρή μνήμη του παρελθόντος και σε κάθε τραυματική εμπειρία.



Με τον τίτλο "Τεφρα και Σκιά" επανήλθε ο Pinter με το μονόπρακτό του κοντά μας αυτόν τον θεατρικό χειμώνα, βάζοντας τη Ρεβέκκα και τον Ντέβλιν να μας θυμίσουν οτι η κακοποίηση είναι κάτι φρικτό που δεν ξεχνιέται, κάτι ανατριχιαστικό απο το οποίο δεν ξεφεύγεις ποτέ, αλλά ταυτόχρονα πως ο άνθρωπος δεν ξεφεύγει από τη φύση του, μέσα στην οποία το στοιχείο της βίας ζει, επωάζεται και αναπνέει.


Ο Δημήτρης Καραντζάς που σκηνοθέτησε την παράσταση που μας καθήλωσε στις "Ροές" χρησιμοποιεί με τρόπο απέριτο και αριστοτεχνικό το γνωστό βρετανικό φλέγμα και μας παρουσιάζει τα δυο πρόσωπα να συνδιαλέγονται, να σιωπούν και εντέλει να σφαγιάζονται μπροστά μας, δίχως να χυθεί σταγόνα απο αίμα.  Δυο χαρακτήρες, εκείνη (η Ρεβέκκα) κι εκείνος (ο Ντέβλιν) καταθέτουν τη μαρτυρία τους για το μαζικό έγκλημα, με τον τρόπο που ο καθένας το διαχειρίζεται απο την πλευρά του.


Εκείνη (Εύη Σαουλίδου) με επιλεκτιμή μνήμη και με απάθεια που σε κάνει να αναρωτιέσαι για τα υποκριτικά της όρια, περιγράφει την κακοποίηση της, αναφέροντας μόνον όσα επιθυμεί, σαν ένας απλός θεατής του αισχρού εγκλήματος. Εκείνος (Χρήστος Λούλης) με επιλεκτική αμνησία και  με ενδιαφέρον που κινείται μόνον στα όσα τον αφορούν, της θέτει τα ερωτήματά του με τρόπο που πάλι σου επιβάλει να αναρωτηθείς, εάν τον σύζυγο, τον ενδιαφέρει κάτι πιο ουσιαστικό αλήθεια εκτός απο το ότι η "κακοποίηση" είναι κάτι που εντάσσεται στο βίο της συζύγου του πριν απο τη σχέση και τη γνωριμία τους, ή όχι...

Με πόσο χιούμορ αλήθεια θέτει αυτό το στοιχείο του χαρακτήρα του Ντέβλιν ο Πίντερ! Εμβαθύνει δε ακόμη περισσότερο στο χαρακτήρα του άνδρα, που τον βάζει να γίνεται και ο ίδιος σαδιστής, ώστε να γίνει και εραστής της ξανά. Ταυτόχρονα ένα συναίσθημα υποδόροιας βίας κατακλύζει τα πρόσωπα -το νοιώθω σαν θεατής- και ο διάλογός τους μεταφέρει παντού την ανησυχία οτι  όλο αυτό το έγκλημα μπορεί και πάλι να συμβεί και να ξανασυμβεί, λίγο πιο πέρα, λιγο πιο μακριά, ή λιγο πιο κοντά μας, στη δική μας χώρα, στη γειτονική, ή σε μια άλλη στην άλλη πλευρά του πλανήτη.  Τελικά δεν είμαι σίγουρη εάν η ίδια η Ρεβέκκα ήταν θύμα -άλλωστε πολύ νέα είναι για κάτι τέτοιο- ή απλώς ταυτίζεται με τα θύματα της βίας και περιγράφει -με την απάθεια της κοινωνίας- τα δεινά τους...


Η πολιτική είναι ένα στοιχείο που διαπνέει το κείμενο όσο κι αν δεν το μαρτυράει ευθέως. Οι λέξεις κάνουν πως στέκονται σε μια προσωπική μνήμη, μα είναι κι εκείνες οι μακρές σιωπές που δεν μπορούν να κρυφτούν πουθενά και μαρτυράνε πως η μνήμη είναι συλλογική και όλους τους βαραίνει.

Το χώμα που πατούν οι πρωταγωνιστές, είναι μια άμμος ψιλή και κάπως ανοιχτόχρωμη.  Μου τραβάει την προσοχή και σκέφτομαι πως οι δυο τους κάπου περνούσαν καλά κι αμέριμνα, καθισμένοι σε αναπαυτικές πολυθρόνες, μα ήρθε εκείνη η κακιά στιγμή που λένε που το θερμόμετρο της κουβέντας ανέβηκε και ένα θέμα ταμπού τους εκνεύρισε.  Εντάξει όμως, είναι εύκολο να μιλάς για μεγάλα εγκλήματα του παρελθόντος κρατώντας ένα ποτό στο χέρι, φορώντας ένα μακρυ φόρεμα, ή κάτι τέτοιο, και να μην κρυώνεις στα κρεματόρια.... 

Η παράσταση έρχεται να μας τα θυμήσει όλα αυτά, να μας βάλει να σκεφτούμε, να σκεφτούμε τα λόγια που ο Ντέβλιν και η Ρεβέκκα δεν θέλουν να πουν γιατί ο καθένας τους θέλει να θυμηθεί κάποια συγκεκριμένα, ή τα ξεχάσει κάποια άλλα.  Το παιχνίδι της λήθης και της επιλεκτικής μνήμης έρχεται κι επανέρχεται και το -εκπαιδευμένο είναι η αλήθεια- κοινό συμμετείχε απόλυτα, τεντώνοντας τα αφτιά του στις καταιγιστικές σιωπές, παραμένοντας συνεχώς σε εγρήγορση, για να "ακούσει" όσο το δυνατό περισσότερα.

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015

Τί γυρεύει ο Σκύλος; δεν είμαι η Μητέρα του!

Είχα διαβάσει πριν απο χρόνια τη "Μητέρα του Σκύλου" του Παύλου Μάτεσι, και δεν είναι η πρώτη φορά που ανεβαίνει το έργο αυτό στο θεατρικό σανίδι. Μα όμως τούτη τη φορά μου φάνηκε σαν ύμνος, σαν δέηση σε μνημόσυνο, μια πονεμένη αιματοβαμένη ιστορία, ειπωμένη στο διψασμένο για αλήθειες κοινό την πιο κατάλληλη, την πιο καίρια στιγμή ...

Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλο τέτοιο πρόσωπο που να περιγράφει τόσο πιστά τη σημερινή Ελλάδα, αν και το έργο γράφτηκε το 1990.  Μια μισότρελη, που υπήρξε μεγάλη Φίρμα της αθηναϊκής επιθεώρησης -όπως λέει η ίδια η αφηγήτρια- η Ραραού, απο τις Επάλξεις της ελληνικής επαρχίας (όνομα συμβολικό που δόθηκε απο τον συγγραφέα)  είναι  το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας που μας αφηγείται τη ζωή της.  

Δεν είναι μόνο δικό της αυτό το παρελθόν.  Ανήκει στον καθένα απο τους θεατές του Σύγχρονου Θεάτρου που συνέπασχαν με τη Δήμητρα Χατούπη, το απόγευμα της Κυριακής, σε μια παράσταση που κανείς δεν πρέπει να αμελήσει να δει.   Ανήκει στον κάθε έλληνα, στην κάθε ελληνική οικογένεια που στερήθηκε τα πάντα προκειμένου να γράφεται με ασημένια γράμματα στα σχολικά βιβλία οτι βροντοφώναξε κάποτε ΟΧΙ, μαζεύει όμως συνεχώς τα βρώμικα κουρέλια της, μεταποιεί τη γαλανόλευκη σημαία και τη ράβει σωβρακάκια για τα ξεβράκωτα παιδιά της, στέκεται Προσοχή και σηκώνει όποια σημαία της επιβάλουν οι πάτρωνες, πηγαίνει με τους ισχυρούς ακόμα κι αν αυτό φέρνει αντιμέτωπο αδελφό με αδελφό, πέφτει στο κρεβάτι με τον καθένα που της ρίχνει στο τραπέζι μια κονσέρβα, διαπομπεύεται, χάνει τους αγαπημένους της στις εσχατιές και στα βουνά, αλλά επισήμως δεν τους ξεχνά και τους βαφτίζει ήρωες, και κάνει πως δεν ξέρει, οτι δήθεν αγνοεί, οτι αυτοί, το σκάνε για κάπου καλύτερα, όπου νά 'ναι, φτάνει να είναι μακριά, μακριά απο τη μιζέρια και την ανέχεια.


Εσκεμμένα δεν βάζω πολλές τελείες.  Ακατάσχετες είναι οι σκέψεις για τις ακατάσχετες πράξεις και εικόνες που ανήκουν στην ιστορία, μα επαναλαμβάνονται καθημερινά γύρω μας.

Με τη σκηνοθετική ματιά του Σταύρου Τσακίρη, ο θεατής μεταφέρεται στην εποχή της Κατοχής, τη μεταπολεμική Ελλάδα και στα γεγονότα που ακολούθησαν.  Μια ελληνίδα μάνα, προσπαθεί να αντιμετωπίσει την πείνα. Κάνει τα πάντα για να επιβιώσει εκείνη και τα παιδιά της.  Τα πάντα.  Η κόρη της δεμένη μαζί της σε ένα δεσμό που δεν λύνεται ποτέ, αποδέχεται κι εκείνη τη μοίρα και παίζει το παιχνίδι χωρίς να εναντιώνεται, χωρίς να αντιδρά. Έχει μια σχέση σχεδόν εξουσιαστική με τη μητέρα της, αλλά αυτό δεν δείχνει να την ενοχλεί.  Ενα έχει μόνο στη σκέψη της, να γίνει ηθοποιός. Έχει βάλει πλώρη για το σανίδι και ονειρεύεται, μόνο ονειρεύεται.  Και νομίζει η δύστυχη, οτι φορώντας ένα κραγιόν κόκκινο κι έχοντας "υψηλές γνωριμίες" θα το πετύχει.   

Σε κάθε ελληνική τραγωδία ελοχεύει η πελατειακή σχέση, πολύ περισσότερο δε στη μεταπολεμική περίοδο, έτσι και στο έργο αυτό του Παύλου Μάτεσι ο τοπικός "βουλευτής" παίζει σημαντικό ρόλο.   Ο βουλευτής Μανώλαρος με αντάλλαγμα την εξασφάλιση ψήφων, γίνεται ακόμα και "προστάτης" της Ραραού (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της Ρουμπίνης Μέσκαρη) και της μητέρας της μετά την απελευθέρωση, όταν πλέον αυτές "βοηθούν" έναν ανάπηρο ο οποίος τις εκμεταλλεύεται για να επαιτεί.

Η Ραραού όμως έχει τραυματισθεί ψυχικά.  Οι εικόνες των βομβαρδισμών, των πεθαμένων, του φτωχικού τραπεζιού, της μάνας της που για να γλυτώσει τη διαπόμπευση προσπαθούσε να διαφύγει μαζί με άλλες πάνω σε ένα κάρο  κι εκείνη γαντζωμένη κι εξαντλημένη να φωνάζει σα να γαυγίζει, την έχουν σημαδέψει βαθειά. "Διώχτε το, Διώχτε το Σκυλί, πάρτε απο εδώ αυτό το Σκυλί που με πήρε απο κοντά, διώχτε -τι γυρεύει ο Σκύλος, δεν είμαι η Μητέρα του"... 

Το ψέμα και η αλήθεια εναλάσσονται στη ζωή της Ραραού, όπως εναλάσσεται η πρωτοπρόσωπη και η τριτοπρόσωπη αφήγηση στο κείμενο του Παύλου Μάτεσι. Η συνάντηση της Ρουμπίνης Μέσκαρη με το κοινό διαδραματίζεται σε ψυχιατρείο.  Γι αυτό και η αφήγησή της δεν φείδεται σκληρών λόγων και λεπτομερειών, μαζί με γέλιο και δάκρυ.  Γιατί η αλήθεια ξεχειλίζει κάποια στιγμή, άλλωστε ο ίδιος ο Μάτεσις είχε γράψει οτι ο λόγος υπηρετεί το έργο, τον μύθο.  Δεν είναι αυτοσκοπός και η καλλιλογία είναι περιττή και ενίοτε επιβλαβής.  

Η Δήμητρα Χατούπη φέρει το βάρος του έργου, με τη σκηνική της παρουσία κυριαρχεί και προβάλει την προσωπικότητα και τον πόνο της Ραραού με απόλυτο ρυθμό και με ένταση που μεταδίδεται στο θεατή και τον βάζει να συμμετέχει κι εκείνος στα δεινά της.  Χρειάζεται κάποιος χρόνος -διαφορετικός για τον καθένα- μετά την παράσταση, για την αποφόρτιση. Αν αυτό δεν είναι επιτυχία, τότε τί είναι;

 Σύγχρονο Θέατρο,
 Ευμολπιδών 45

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

Ανθρώπινο βλέμμα στη φρίκη του πολέμου

Πάνε χρόνια τώρα που γνωρίζω τον Τζεμίλ Τουράν, μα κάθε νέο βιβλίο του είναι μια έκπληξη για μένα.  Γιατί καθένα πάει πιο βαθιά, πιο πέρα, τη ζωντανή μάχη που δίνει δεκαετίες τώρα, για να κρατήσει ζωντανό το όνειρο για την πρώτη του πατρίδα.


Το "εκεί ο θεός κοιμόταν" είναι το πέμπτο μυθιστόρημα του Τζεμίλ και δεν είναι υπερβολή, οτι είναι κι αυτό όπως και τα προηγούμενα τέσσερα, ένα κομμάτι της ιστορίας του κουρδικού λαού.  Μιας ιστορίας πολύ παλιάς με σκορπισμένα κομμάτια σε χώρες διαφορετικές.

Ο Ντιβανέ, ο τυφλός ραψωδός, ζητιάνος, είναι ο αφηγητής. Με το μεντρίρ, τη φωνή του και τη μνήμη του μοιρολογά για τον πόνο που έζησε σε έναν πόλεμο, σε μια χώρα μακρινή, αλλά και τον πόνο που ζει και τώρα ο κουρδικός λαός.  Τα λόγια του είναι οι μνήμες, η ιστορία, οι παραδόσεις ενός λαού. Είναι όμως και κάτι ακόμα.  Μια πάντα επίκαιρη αντιπολεμική φωνή.  Είναι μια καλά ζωγραφισμένη εικόνα ενός ακόμη παράλογου πολέμου μέσα από τη ματιά ενός λογοτέχνη - δημοσιογράφου που δεν φοβάται να εκτεθεί στους αναγνώστες του, όπως εκθέτει και τους ήρωές του.  Γιατί γνωρίζει καλά ο Τζεμίλ Τουράν οτι δεν γράφει μια περιπέτεια. Γράφει για το θάνατο, στιγματίζει τη βαρβαρότητα και τον κυνισμό εκείνων που αποφασίζουν να συντρίψουν ανθρώπους και λαούς. Αποτυπώνει και αναζητά τις αιτίες και τις επιπτώσεις τέτοιων συμπεριφορών δοκιμασμένων πάνω σε ανυποψίαστα θύματα.


Ο Τζεμίλ περιγράφει τη θηριωδία και τις φρικαλεότητες του πολέμου, στιγματίζει τη βαρβαρότητα και τον κυνισμό του και θρηνεί για μια γενιά ανθρώπων που καταστράφηκαν.  Μιλά για το σπίτι του, τη μάνα, τον πατέρα και τα αδέλφια του, τα χρόνια στο πανεπιστήμιο στην Άγκυρα.  προχωρεί λίγο ακόμα.  Γράφει και για όλους εκείνους που -χρόνια τώρα- προσπαθούν να μας πείσουν πως μόνο οι "δυνάμεις του Καλού" στη Δύση είχαν θύματα, κρατώντας καλά κρυμμένα τα μυστικά για τις δικές τους θηριωδίες.  


Όμως σε κάθε πόλεμο, όλες οι πλευρές έχουν πόνο και απώλειες.  Η οργανωμένη φρίκη αγγίζει νικητές και ηττημένους.  Στο βιβλίο του Τζεμίλ δεν ξεχωρίζεις λαούς, θρησκείες κι άλλες αντιλήψεις όταν διαβάζεις για τους απλούς στρατιώτες. Όλοι είναι θύματα που υπομένουν και βασανίζονται.  Ο κεντρικός ήρωας, ο Ντιβανέ αφηγείται τα βιώματά του απο τη συμμετοχή του στον πόλεμο στην Κορέα.  Ως κληρωτός στον τουρκικό στρατό στην αρχή της δεκαετίας του '50, βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του, σε έναν τόπο που πριν, δεν ήξερε πού βρίσκεται.  Ούτε κι αυτούς που πήγε να πολεμήσει εγνώριζε. Ούτε κι εχθροί του ήταν.  Κι όλες οι προσπάθειες των αξιωματικών του να κατασκευάσουν έναν εχθρό, πέφτουν στο κενό.  Οι κορεάτες αντάρτες γίνονται εχθροί του μόνον αφού σκοτώσουν και τραυματίσουν συντρόφους του Ντιβανέ. Λιτή και συγκλονιστική η περιγραφή: "Χάθηκαν πολλοί φαντάροι μας στην προσπάθεια να διασχίσουμε το φαράγγι και πολλοί τραυματίσθηκαν.  Αυτό μας έκανε να αισθανθούμε μίσος για τους αντάρτες.  Τώρα τουλάχιστον ξέραμε γιατί τους πολεμούμε, επειδή σκότωσαν δικούς μας στρατιώτες.  Τώρα, ήταν πραγματικοί εχθροί, εχθροί με αιτία".

Ο Ντιβανέ είναι ένας αντιήρωας.  Ένας απλός άνθρωπος που βλέπει τα δεινά του πολέμου.  Συχνά με φράσεις ειρωνικές αποκαλύπτει πόσο κενά είναι τα μεγάλα λόγια των υψηλόβαθμων αξιωματικών, οι οποίοι με συστηματικές αναφορές στην "υποχρέωση να βγάλουν ασπροπρόσωπη την πατρίδα" ενθάρρυναν τους στρατιώτες να είναι γενναίοι στις μάχες.  Διαβάζω κι σχεδόν ακούω, τη βραχνή του φωνή: "Τι κι αν η εντολή των Αμερικανών ήταν ξεκάθαρη, ότι όπου υπήρχε μεγάλη δυσκολία και μεγάλο εμπόδιο γυρίζουμε πίσω.  Οι δικοί μας αξιωματικοί δεν καταλάβαιναν απο τέτοια...  Καλύτερα να πεθάνει ένας Τούρκος, παρά να γυρίσει πίσω εγκαταλείποντας..."

Ο συγγραφέας δεν περιγράφει λαμπρά κατορθώματα ανδρείας, αλλά αναδεικνύει ξεχωριστούς ανθρώπους που επιβιώνουν.  Ο πόλεμος δεν φαίνεται να είναι αυτός που περιγράφουν οι ιστορικοί.  Δεν υπάρχουν επικά γεγονότα και τα ηρωικά κατορθώματα για τον Τζεμίλ είναι αυτά που αφορούν πράξεις αλληλεγγύης, συμπόνιας, συμμετοχής στον εφιάλτη.  Ο πυρήνας της ιστορίας βρίσκεται στη συνάντηση του -τυφλού και ζητιάνου πλέον- Ντιβανέ με έναν άλλο κούρδο, τον Γκερμό.  "Αντί να πολεμάς για την πατρίδα σου ήρθες με τη σημαία ενός κατακτητή, του δικού σου κατακτητή, για να πολεμήσεις για τα αμερικανικά συμφέροντα; Πάρε πρώτα τη δική σου πατρίδα κι άσε τους άλλους να κανονίζουν για τις δικές τους πατρίδες"...

Ντράπηκε ο Ντιβανέ, σκουπίδι αισθάνθηκε.  Εμείς πάλι, ποτέ δεν ντραπήκαμε για τα δικά μας και θέλουμε να ξεχνούμε οτι και οι δικές μας κυβερνήσεις τότε, έστειλαν έλληνες στρατιώτες να πεθάνουν στην Κορέα στο όνομα της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας.  Και βεβαίως, την ίδια στιγμή στο εσωτερικό της χώρας μας είχε μόλις λήξει ένας απίστευτα σκληρός εμφύλιος πόλεμος και ξεκινούσε ένας άλλος που στόχο είχε την εξαφάνιση του λεγόμενου "εσωτερικού εχθρού" με εκτελέσεις, δολοφονίες, εξορίες, καταπίεση...
 Εύχομαι στον Τζεμίλ το επόμενο βιβλίο του να βρεθεί ακόμα πιο κοντά στο όνειρο της "δικής του πατρίδας".  Δύσκολο το εγχείρημα, όπως δείχνουν τα διεθνή πράγματα στην περιοχή, αλλά και γιατί καμιά φορά το όνειρο, είναι πιο γλυκό από την πραγματοποίησή του...