Κυριακή 9 Απριλίου 2023

Εβδομάδα των Παθών με το ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ στο Θέατρο ΠΕΡΙΑΚΤΟΙ

Όταν πιστεύεις στη μαγεία της ζωής και δεν την βρίσκεις, την επινοείς. Άμα είσαι ικανός να την επινοήσεις, περνάς στο επόμενο βήμα: την μοιράζεσαι με τους γύρω σου. Και αίφνης, γίνεται πραγματικότητα! 

Δεν είναι πάντοτε ευανάγνωστο το υλικό που θα χρησιμοποιήσεις για να αναπλάσεις την πραγματικότητα. Μερικές φορές η πρόκληση θέλει την συνθήκη να είναι σκοτεινή, δυσχερής και άβολη. Μα ο σκηνοθέτης Σπύρος Κολιαβασίλης έβαλε ένα στοίχημα και το κέρδισε, με ένα έργο ηθογραφικό που έχει περάσει πλέον στο κλασσικό ρεπερτόριο, το "ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ" του Γρηγορίου Ξενόπουλου. 

Με σεβασμό στο κείμενο αλλά και επιχειρώντας ένα βήμα μετά απ' αυτό, μας έδωσε μια άλλη ανάγνωση, μια μετα-ανάγνωση όπως θα την αποκαλούσαν οι νεολογιστές των ημερών μας, μια σύγχρονη, καταιγιστική ανάγνωση και εν τέλει μια ανάγνωση μαγική, κατά πολύ πιο διαφορετική, από αυτό που ίσως περιμέναμε.

Στην σκηνή του θεάτρου ΠΕΡΙΑΚΤΟΙ στο Μαρκόπουλο, η ιστορία του Ξενόπουλου στο ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ ξεφεύγει από τον απλοϊκό χαρακτηρισμό του "ηθογραφήματος". Το σκηνικό της ελληνικής επαρχίας γίνεται τοπίο μεταφυσικό, ένα τοπίο που μπορεί να βρίσκεται οπουδήποτε στον πλανήτη, που μπορεί να κουμπώσει σε κάθε εποχή, σε οποιοδήποτε χρόνο και τόπο. Ήταν μυσταγωγία αυτό που απολαύσαμε στο Black Box του θεάτρου γιατί ξεφεύγει από τις σχέσεις των ηρώων και τις κοινωνικές παραδοχές της εποχής του και μεταλαμβάνει τα χαρακτηριστικά ενός σύγχρονου δράματος.  

Σε μια εξοχή κάπου στα Επτάνησα, στο σπίτι του Κωσταντή και της μάνας του της Μπάμπαινας, ξημερώνει Ψυχοσάββατο. Ο Ξενόπουλος χαρακτηρίζει το έργο «σύγχρονη τραγωδία, μονόπρακτη με Ιντερμέτζο». Είναι γραμμένο σε πρόζα, στη δημοτική και όπως φαίνεται από τον τίτλο παραπέμπει στις παραδοσιακές θρησκευτικές τελετουργίες και τα έθιμα που συνδέονται με τους νεκρούς. Νεκρή είναι η Ευμορφία. Η κόρη της Μπάμπαινας που αρρώστησε και πέθανε πριν από έξη μήνες. Η μάνα της θεωρεί ότι για το κακό αυτό, ευθύνεται και η νύφη της η Μαρία.

Στο πρόσωπο της γριάς Μπάμπαινας προσωποποιούνται οι κοινωνικές παραδόσεις στην πιο ακραία και συντηρητική τους μορφή. Σαν θεατής, νοιώθεις ότι έχει τη δύναμη να τους ακινητοποιεί όλους σε μια θέση -ακόμα κι εσένα- χωρίς να αφήνει ίχνος πρωτοβουλίας και κίνησης προς κάποια κατεύθυνση που αντιβαίνει στα κατεστημένα ήθη. Έχει το προνόμιο της σαρωτικής μητρικής οδύνης που σκεπάζει τα πάντα. Ο γιός της, δουλεύει στα χωράφια όλη μέρα κι όταν έρχεται ενσαρκώνει στο σπίτι την «αρχή». Τα πάντα πρέπει να είναι σε τάξη τη στιγμή που μπαίνει μέσα. Όλα είναι στο έλεος του άνδρα που καμιά φορά βρίσκει υπερβολική τη μάνα του η οποία κατηγορεί για όλα τη γυναίκα του, μα είναι ταυτόχρονα και σκεπτικός για τα λεγόμενά της. Η Μαρία υπακούει, αλλά είναι δυστυχής, βαρυγκωμάει. Είναι νέα γυναίκα και ψάχνει διεξόδους.

Η επίσκεψη του ξαδέλφου του Λίγερου γίνεται η αφορμή για να συναντηθούν με τη Μαρία και να κάνουν τον θεατή κοινωνό μιας σχέσης που είναι ενάντια στις κοινωνικές επιταγές. Στην αρχή ο Λίγερος είναι δισταχτικός στις πιέσεις της γυναίκας του ξαδέρφου του, όμως η βαθιά απόγνωσή της τελικά τον πείθει να την πάρει μαζί του σε άλλο χωριό. Ξαφνικά, η ροή της επικείμενης φυγής τους διακόπτεται από το ιντερμετζο των ψυχών που εμφανίζονται στην σκηνή και ξαφνιάζουν τη Μαρία, αποτρέποντάς την.


Είναι εκείνο το σημείο όπου ο ζωντανός κόσμος συνδέεται με το Επέκεινα. Είναι το σημείο όπου οι προσωπικές επιθυμίες του Λίγερου και της Μαρίας χάνουν τη διέξοδό τους από το ασφυκτικό πατριαρχικό περιβάλλον και ταυτόχρονα αναπτύσσεται ένας διάλογος με το πνεύμα της κόρης της Μπάμπαινας που ζητά δικαίωση και αλήθεια για το τί συνέβη εκείνη τη μοιραία νύχτα, την τελευταία της στη ζωή. Εδώ πλέον το έργο δεν είναι μια ηθογραφική περιγραφή. Ξεφεύγει από αυτό. Είναι κάτι πολύ περισσότερο, είναι ένας προβληματισμός, μια ανατροπή, δοσμένη με έναν τρόπο τρομακτικό μα και την ίδια στιγμή φιλικό, για τους θεατές του Black Box του θεάτρου ΠΕΡΙΑΚΤΟΙ.

Το μεταφυσικό στοιχείο έρχεται ως από μηχανής θεός, ως λύση, όχι για να σώσει τους «παραβάτες» της κοινωνικής συνθήκης της εποχής -δεν απαλλάσσει τη Μαρία και τον Λίγερο από το βάρος της αμαρτίας τους- αλλά για να μιλήσει για ότι μεσολάβησε, να πει αλήθειες και να τους απαλλάξει από το φόβο. 

Το μεταφυσικό στοιχείο αιφνιδιάζει τη Μαρία και μας δίνει την εντύπωση ότι την τοποθετεί μπροστά σε έναν καθρέφτη. Ομολογεί την ευθύνη της για εκείνη τη νύχτα. Ο καθρέφτης μοιάζει να της διαμηνύει ότι η ζωή είναι άδικη μερικές φορές… Την αδικία την βιώνει κι εκείνη, την ξέρει καλά. Άλλωστε η αδικία που νοιώθει η ψυχή της νεκρής Ευμορφίας, δεν τελειώνει ποτέ. Είναι αιώνια. Είναι η ίδια αδικία που νοιώθει ο Αμλετ στον Σαίξπηρ, ή η Μήδεια στον Ευριπίδη. Είναι η ίδια αδικία που νοιώθουν οι ψυχές των 57 αδικοχαμένων επιβατών του τρένου στα Τέμπη… 

Το ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ είναι το ενδέκατο έργο του Γρ.Ξενόπουλου (1867-1951). Δημοσιεύθηκε στον Β τόμο των θεατρικών έργων του το 1913,αφού είχε πρώτα παρασταθεί από το θίασο της Κυβέλης. 
  • Την Διασκευή/Σκηνοθεσία, έκανε ο Σπύρος Κολιαβασίλης 
  • Τα Σκηνικά/Κοστούμια, η Εύα Λυγνού 
  • Επιμέλεια Κίνησης, η Νερίνα Ζάρπα 
  • Μουσικός Σχεδιασμός, spiriK , αλφαβητικά εμφανίζονται:
  • Μπάμπαινα: Βίκυ Κολτσίδα 
  • Μαρία: Αντωνία Πίντζου 
  • Κωνσταντής: Θανάσης Τσόδουλος 
  • Λίγερος: Ανδρέας Βελέντζας 
  • Ευμορφία: Νανσυ Χρυσικοπούλου 
  • συμμετείχαν Ν.Ασαργιωτάκη, Π.Σουρμπατης, Μ.Κονιαρη, μέλη των θεατρικών εργαστηρίων του Θεάτρου ΠΕΡΙΑΚΤΟΙ
Μαίρη Σάββα

Πέμπτη 6 Απριλίου 2023

DA, φως μέσα στο σκοτάδι

Μια τρυφερή, παντοτινά αντιθετική και ανθρώπινη ιστορία, περιγράφει το κλασσικό πλέον «DA» του ιρλανδού Hugh Leonard που παίζεται στο Θέατρο Ιλίσια, και μας επιστρέφει σε ένα σκηνικό σύμπαν που πάμε να ξεχάσουμε στις μέρες μας: Απλό, λιτό, στολισμένο με καλοσύνη, αγάπη και καλοφροντισμένους κήπους. Χωρίς άλλα φτιασίδια. Η παράσταση δεν σε βάζει να σκεφτείς περίτεχνα. Μάλλον υπερβολικά απλά, πράγμα που είναι επίσης ιδιαίτερα δύσκολο. Η αγάπη και η αφοσίωση είναι σταθερά ο αναμμένος φάρος που ρίχνει φως στο σκοτάδι και δείχνει το δρόμο στην καρδιά και στο μυαλό του απλού ανθρώπου, έτσι πορεύεται ο Da.
Με τον Γρηγόρη Βαλτινό στον εμβληματικό ρόλο του dad (του πατέρα) του καθοριστικού προσώπου για τον νεαρό Τσάρλι Ντάινα, το DA πριν ανεβεί στο Broadway όπου έγινε μεγάλη επιτυχία το 1978 συγκεντρώνοντας τέσσερα θεατρικά βραβεία, είχε ξεκινήσει δειλά από το Μέριλαντ. Ωστόσο η διάκριση του Drama Desk ως του καλύτερου νέου έργου, το Βραβείο Τony για το καλύτερο θεατρικό, το Βραβείο Κριτικών Θεάτρου της Νέας Υόρκης, καθώς και το Βραβείο Outer Critics για την καλύτερη παράσταση της Νέας Υόρκης, το έφερε μεγάλη επιτυχία που συνεχίσθηκε απρόσκοπτα για δυο-τρία χρόνια. Ο Τσάρλι Τάιναν, συγγραφέας, επιστρέφει στην Ιρλανδία από το Λονδίνο -όπου μένει με την οικογένειά του- με αφορμή το θάνατο του πατέρα του. Σε ένα άδειο φτωχικό σπίτι, μετά από τόσα χρόνια, συναντιέται με τις αναμνήσεις του. Δίνει την εντύπωση ότι είναι έτοιμος να φύγει ξανά αμέσως, να ξεφύγει από την εστία στην οποία μεγάλωσε, όπως και όταν ήταν έφηβος. Στο μυαλό του ανασυστήνονται εικόνες του παρελθόντος και μαζί και τα κομμάτια μιας γενικά ήρεμης και ήσυχης οικογενειακής ζωής, στερημένης από μεγαλεία και πλούτη -άλλωστε βρισκόμαστε στο 1968 και η μεταπολεμική εποχή έχει αφήσει τα σημάδια της στην κοινωνία και τη χώρα- πλούσιας σε καθημερινές στιγμές και αγωνίες ενός έφηβου που ονειρεύεται. Ο Τσάρλι συναντά το παρελθόν του, τους γονείς του και μαζί και τον ίδιο τον έφηβο εαυτό του, τις αγωνίες του, τα διλήμματά του, τους πειρασμούς του. Το φανταστικό διασυνδέεται και ακολουθείται από το πραγματικό και τα δυό μαζί φτιάχνουν ένα μίγμα χρωμάτων και αντιθετικών στιγμών που διαγράφουν την πορεία του μικρού Τσάρλι, τον οποίο κάποτε το ζεύγος Τάιναν βρήκε στην πόρτα του σπιτιού και από τότε τον αγάπησαν και τον μεγάλωσαν μαζί χωρίς να του λείψει κάτι.
Ο Da δεν πρόσφερε στον κόσμο καμιά επιστημονική γνώση, καμιά ανακάλυψη, καμιά καινοτομία, ούτε έγινε διάσημος για κάτι. Ήταν όμως ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, σχεδόν ικανοποιημένος από τα λίγα που κέρδιζε κάνοντας κηπουρικές εργασίες στην περιοχή που ζούσαν. Είχε όμως μέσα του περίσσευμα καρδιάς και αγάπης, έβαζε παντού θετικό πρόσημο, δεν κρατούσε κακίες κι έβλεπε τον κόσμο μέσα από τον καθαρό φακό της ανθρώπινης απλότητας και του πηγαίου αυθορμητισμού. Για αυτό η γκρίνια της συζύγου για τα βρώμικα πουκάμισα, ή για το τσάι που διαδέχεται τα χαμόγελα και τα αστεία απέναντι στην απαιτητική κυρία της απέναντι βίλας που τον πληρώνει ψίχουλα για τα χρόνια που της δούλεψε ομορφαίνοντας τον κήπο και το σύμπαν γύρω του.

 

Γι αυτό και τα «χρώματα» «αλλάζουν» συνεχώς, ταυτόχρονα με το Φλας Μπακ ακόμη και αν δεν βλέπουμε τα περίτεχνα μηχανικά σκηνικά που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν στην ίδια παράσταση στην Αθήνα, για να μας μεταφέρουν σε κήπους με πραγματικά πολύχρωμα λουλούδια με μυρωδιές, εντάσεις και υφέσεις, με εικόνες και εναλλαγές συναισθημάτων. Ο ψίθυρος, το γέλιο και το κλάμα, εναλλάσσονται κι εδώ σήμερα, καθώς το κείμενο παραμένει δυνατό και οι ερμηνείες δεν υπολείπονται σε τίποτε. Ο Da ζωντανεύει στα μάτια του Τσάρλι και στη σκηνή μπροστά μας για να μας θυμίσει τα αυτονόητα που ξεχνάμε. Να μας θυμίσει ότι ο άνθρωπος έχει το φως μέσα του. Έρχεται για να φωτίσει τα σκοτάδια των ημερών που διανύουμε δείχνοντας το δρόμο της αυτογνωσίας και υπενθυμίζοντας ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι σε αυτόν τον πλανήτη ένας Da γεμάτος αγάπη άδολη και χωρίς όρους, θα βρίσκεται κάπου εκεί τριγύρω, κοντά ή μακριά, για να μας δείχνει το δρόμο για καλύτερες ημέρες. Αξία ανεκτίμητη. Το έργο ανέβηκε στην Ελλάδα για πρώτη φορά το 1979 και το 1980 με τον μοναδικό Μάνο Κατράκη, αλλά παίχτηκε με επιτυχία αργότερα (1997-1998) και με τον Γιώργο Μεσσάλα στο Μοντέρνο Θέατρο. Το κλασσικό επιτυχημένο boulevard ανήκει στην παλέτα του Γρηγόρη Βαλτινού, αλλά και του σκηνοθέτη Π.Ζούλια.. Παίζουν επίσης, οι Μ.Οικονόμου, Γ.Σουξές, Ν.Γιαννουδάκη, Στρ.Χατζησταματίου, Κ.Κλαψινού και Β.Παπαδημητρίου, ενώ η μουσική είναι πρωτότυπη και είναι της Ευανθίας Ρεμπούτσικα. 
 Μαίρη Σάββα

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2023

Ο Αδελφός μου ο Αμαντέους. Μια εξομολόγηση

Σωστά σκέφθηκε η Νανέρλ, αδελφή του Βολφγκανγ Αμαντεους Μότσαρτ, ότι ο μικρός της αδελφός ήρθε στη ζωή, από «έναν κόσμο με ανθρώπους ανώτερους, ανθρώπους που είναι κάτι παραπάνω από άνθρωποι». Μα και όσοι από εμάς, αξιωθήκαμε να μοιραστούμε την εμπειρία της εξομολόγησης της από τη σκηνή της Μουσικής Βιβλιοθήκης του Μεγάρου Μουσικής, αιστανθήκαμε πολύ τυχεροί γι αυτό το μοναδικό βίωμα.
Το συγκλονιστικό κείμενο του Μηνά Βιντιάδη εισχώρησε στο αίμα μου καταιγιστικά, σαν να κατεβαίνει γοργά από έναν ορό, σταγόνα-σταγόνα από το πρώτο λεπτό της παράστασης. Κείμενο τυχερό. Έπεσε στα χέρια της Βάνας Πεφάνη που το απογείωσε με την ευρηματικότητά της, κι ύστερα της αειθαλούς Πέμης Ζούνη στο ρόλο της Νανερλ που μας μάγεψε με την εκφραστικότητά της, την καταλυτική ερμηνεία της, την ικανότητά της να μας βάλει για τα καλά μέσα στην ευαίσθητη, την τρυφερή, την οργισμένη προσωπικότητα και την ψυχοσύνθεση της Άννας Μαρίας Μότσαρτ. Μιας γυναίκας που έζησε τη ζωή την οποία όριζε η εποχή της, μιας γυναίκας που μιλάει στο σήμερα. Στο κέντρο της αφήγησής της, ανθίζει η σύντομη ζωή του Βόλφγκανγκ Αμαντεους Μότσαρτ, με τρόπο ποιητικό, μέσα από το ομιχλώδες και σκοτεινό τοπίο του 18ου αιώνα. Εποχή δύσκολη για γυναίκες με δεξιότητες, με θέλω, με κλίσεις και ταλέντα. Το 1760 η Νανέρλ ήταν η διάνοια της οικογένειας Μότσαρτ, ήταν το παιδί θαύμα που έπαιζε τσέμπαλο κι έκανε συνθέσεις από την προσχολική ηλικία. Όταν ήταν τεσσάρων ετών γεννήθηκε ο αδελφός της, ο οποίος κι έγινε ο πρώτος της μαθητής. Οι πρώτοι τους διάλογοι δεν ήταν για παραμύθια, αλλά για ήρωες με μορφή τενόρου, σοπράνο που τραγουδούν άριες, ορχήστρες και συμφωνίες που περιγράφουν τη φύση, τον καιρό και τη ζωή. Ο μικρός έμαθε μουσική πάνω στις δικές της παρτιτούρες. Η νεαρή Νανερλ θεωρήθηκε μια από τις καλύτερες πιανίστριες της Ευρώπης. Μεγαλώνοντας, γύρισαν μαζί όλη την Ευρώπη, επισκέφθηκαν 88 πόλεις μέσα σε μια περίοδο τριών ετών, ως παιδιά θαύματα του αυστηρού μουσικού Λεοπολντ Μότσαρτ.
Για την Νανέρλ αυτά τα χρόνια ήταν ο ορισμός της ευτυχίας. Μα δεν διήρκεσαν για πολύ. Μετά τα 18 της χρόνια, η οικογένειά της και το περιβάλλον της εποχής όρισαν και την υπόλοιπη ζωή της. Τα ήθη της εποχής ήθελαν τη γυναίκα σύζυγο και μητέρα. Γυναίκα-συνθέτης ήταν κάτι πολύ έξω από τις κοινωνικές συνθήκες. Ο αυστηρός πατέρας της την άφησε πλέον έξω από τις εξελίξεις, ενώ ο Βολφγκαγκ εξακολουθούσε να γράφει μουσική και να ταξιδεύει. Η αδελφή του περιορίσθηκε στις οικιακές εργασίες και σε μερικές ώρες μαθημάτων μουσικής με μικρούς μαθητές. Ζούσε πλέον μέσα από αυτά που ο μικρός της αδελφός μπορούσε να της μεταφέρει στις επιστολές τους. Αντάλλασαν απόψεις, ιδέες για έργα, συμφωνίες και λιμπρέτα, εκείνη τον συμβούλευε και τον διόρθωνε κι εκείνος γινόταν ολοένα και καλύτερος. «Το παράθυρό μου στον κόσμο, ήταν τα γράμματα του αδελφού μου, οι μουσικές του. Σε κάθε νότα ανακάλυπτα μια μυρωδιά, μια γεύση, μια γλώσσα, μια γη από άλλες πατρίδες και μπορούσα, αν μου ζητιόταν, να περιγράψω με ακρίβεια τις ζωές που δεν έζησα», εξομολογείται. Ένα σπουδαίο καλλιτεχνικό ταλέντο, ισάξιο ίσως του Αμαντέους, είχε περάσει στο περιθώριο. Μια αξιόλογη γυναίκα είχε θυσιαστεί στο βωμό των κοινωνικών επιταγών και είχε καταδικασθεί να ζήσει μια ζωή που δεν ήθελε. Της είχαν κόψει τα φτερά. Η οικογένειά της της αρνήθηκε ακόμα και να παντρευτεί εκείνον που είχε ερωτευθεί. Η υπέροχη Νανέρλ που κάποτε οραματιζόταν όπερες, έζησε όλη της τη ζωή παρακολουθώντας την πορεία του μικρού αδελφού της με αγάπη, θαυμασμό, λατρεία αλλά ταυτόχρονα και ζήλεια. «Ήμουν τυχερή που ήμουν αδελφή του Μότσαρτ. Ο μόνος άνθρωπος που ήταν κοντά του όλα τα χρόνια της σύντομης ζωής του. Ήμουν τυχερή που ήξερα μουσική, που καταλάβαινα πώς σκεφτόταν, πώς προχωρούσε προς την κορυφή. Ή μήπως ήμουν ένας τραγικά άτυχος άνθρωπος?» αναρωτιέται επι σκηνής.
«Για μένα η σύνθεση είναι απαγορευμένη. Δεν υπάρχει τίποτα για εμάς τις γυναίκες. Άντρες ιππότες, άντρες συνθέτες, άντρες πιανίστες. Ο πατέρας κι ο Αμαντέους οργώνουν την Ευρώπη κι εγώ καθαρίζω πατάτες και γυαλίζω ασημικά. Γράφω κρυφά μουσική και τη στέλνω στον αδελφό μου. Τι θα γινόμουν άραγε αν δεν είχε γεννηθεί ποτέ ο Βόλφι? Πού θα έφτανα?» «Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΜΟΥ Ο ΑΜΑΝΤΕΟΥΣ» είναι η σπαρακτική κραυγή μιας γυναίκας με σπάνιο ταλέντο, καταδικασμένης στην απομόνωση. «Πρόσφατα εξειδικευμένοι γραφολόγοι επιβεβαίωσαν την συμμετοχή μου στην καταγραφή της πρώτης συμφωνίας του Μότσαρτ. Ή μήπως ήταν δικιά μου συμφωνία?» αναρωτιέται. Πάνω στη σκηνή υπάρχουν τρία πρόσωπα και τέσσερεις χαρακτήρες. Ο εξαιρετικός πιανίστας Διονύσης Μαλλούχος (δάσκαλος μουσικής), ο μαθητής του στην σημερινή εποχή, ο ταλαντούχος νεαρός ηθοποιός Φοίβος-Ελιο Μπέικο (που είναι και ο νεαρός Μότσαρτ) καθώς και η μοναδική Πέμη Ζούνη (Νανέρλ) που αν κι έχει ζήσει τον 18ο αιώνα, συνομιλεί, ως πνεύμα στην αρχή και στο τέλος της παράστασης με τον σημερινό μαθητή του ωδείου καταφέροντας να μας μεταφέρει στην σύγχρονη εποχή. Ειδωμένο σε άχρονη εποχή, το έργο περιγράφει την αιωνιότητα της μουσικής, δημιουργεί μια ποιητική ατμόσφαιρα, κάπου-κάπου παιχνιδιάρικη κι αστεία, κάπου-κάπου σκοτεινή και αυστηρή, μα σίγουρα απολαυστική και συγκινητική. Είναι μια συγκλονιστική ιστορία άγνωστη στο ευρύ κοινό, μια ιστορία για τις επιθυμίες που μένουν απραγματοποίητες, για τις αδελφικές σχέσεις, για τη θέση της γυναίκας, για το «ταλέντο» και την τύχη του, για τον έρωτα και τελικά για τη μοναξιά. Μαίρη Σάββα

Γίνεται η μία, καθρέφτης της άλλης

«Θα έλεγα ψέμματα εάν ισχυριζόμουν ότι η δυστυχία της μητέρας μου δεν μου έχει προσφέρει ποτέ ευχαρίστηση». Αυτή η συνταρακτική φράση με την οποία ξεκινάει το βιβλίο της Αvni Doshi δίνει τον τόνο στην σπαρακτική ιστορία που έχει τίτλο «Καμένη Ζάχαρη».
Το μυθιστορηματικά πολύ έντονο βιβλίο, χωρίς ωστόσο να γίνεται μελό, είναι η χαίνουσα πληγή της κόρης που χτυπάει τη μάνα εκεί που πονάει περισσότερο, στη γυναικεία της υπόσταση. Η μάνα γίνεται το σπίτι από το οποίο η κόρη φεύγει, γιατί δεν υπάρχει τίποτε γνώριμο πια εκεί. Όλα είναι σκοτεινά και ο αναγνώστης συνειδητοποιεί οτι τίποτε δεν είναι χειρότερο, από την ποινή της γνώσης της ίδιας μας της κατάρρευσης. Η Τάρα και η Αντάρα είναι μάνα και κόρη, στην εύπορη κοινωνία της Ινδίας. Δυο γυναίκες με διαφορετικές ζωές, με διαφορετικά θέλω, με άλλους στόχους με άλλες ιδέες, μα τόσο ίδιες στο βάθος και στην ουσία τους. Δεν είναι τυχαία ούτε καν η λεπτομέρεια ότι το ένα όνομα περικλείεται μέσα στο άλλο. 

 Η Τάρα θυμάται το παρελθόν με συγκεκριμένο τρόπο. Η Αντάρα το θυμάται εντελώς διαφορετικά. Η καθεμιά έχει τραύματα που της προξένησε η άλλη. Η καθεμιά φροντίζει τις πληγές της με την ζηλόφθονη απόλαυση ενός εραστή. Η Τάρα ήταν ατίθεση στα νιάτα της. Προκάλεσε ιδιαιτέρως τους εύπορους γονείς της όταν εγκατέλειψε έναν γάμο χωρίς έρωτα για να πάει σε ένα άσραμ και να ζήσει για λίγο σαν ζητιάνα. Ύστερα κυνήγησε έναν ατημέλητο και άστεγο «καλλιτέχνη» σέρνοντας από κοντά το μωρό της. Το κείμενο αναφέρεται στη μνήμη και στην διαχείρηση της μνήμης, ως στοιχείο της ταυτότητας, του εγκλωβισμού και της προσπάθειας να απελευθερωθεί όταν πλέον η Τάρα ξεχνάει πράγματα, μπερδεύει τους μισθούς της υπηρέτριάς της και αφήνει όλη νύχτα το γκάζι αναμμένο. Η Αντάρα βρίσκεται αντιμέτωπη με την υποχρέωση να φροντίσει μια γυναίκαι που ποτέ της δεν την φρόντισε. Ένα βιβλίο για τη μνήμη και τον μύθο, για το πώς οι ιστορίες που λες στον εαυτό σου γίνονται με τον καιρό πιο αληθινές από το ίδιο το πρόσωπό σου που αλλάζει στον καθρέφτη. Διερευνά τη ζήλια,την εμμονή, την προδοσία, την αγάπη ανάμεσα σε μάνα και κόρη με πνεύμα καυστικό και θέτει ερωτήματα για το πόσα πραγματικά γνωρίζουμε για τους πιο κοντινούς μας ανθρώπους και κατ’ επέκταση για τον ίδιο μας τον εαυτό. 


Η Αντάρα αποφασίζει να βρει τον πατέρα της για να τον ενημερώσει για την κατάσταση της μητέρας της. Οι περιγραφές της για το σπίτι του, την καινούργια του οικογένεια, σύζυγο και παιδί, τα αντικείμενα του σαλονιού τους, τα σχέδιά τους για το μέλλον, ο τρόπος που ανοίγει τον φάκελο με τις εξετάσεις της Τάρα, είναι καταιγιστικά λεπτομερειακές και αναδεικνύουν τις διαφορές στην αντίδραση του ανδρικού φύλου, στο άκουσμα της είδησης. Η Αντάρα καταβυθίζεται στον εαυτό της, πάει μπρος-πίσω, μερικές φορές κάνει ακόμη πιο πίσω παίρνει φόρα και κινείται με ταχύτητα ακατάστατα και ίσως αλοπρόσαλλα. 

Όπως και η μάνα της χρησιμοποιεί τις αισθήσεις της για να θυμάται. Αναδύεται περίτρανα το πώς εγκλωβίζονται οι γυναίκες σε μια φυλακή της κοινωνίας, πώς βιώνουν ένα σύμπαν συγκλονιστικά κλειστό, ακόμα και στην περίπτωση που δεν γεννιούνται στη φτώχεια και την ανέχεια. Τι να είναι όλο αυτό αν όχι ένας ύμνος στο τι είναι η γυναικεία ταυτότητα πέρα από τη μητρότητα και πέρα από αυτό που σκέφτονται οι άνδρες. Γι αυτούς είναι ένας διπλά άγνωστος πλανήτης.

Οι περιγραφές για τη Νάνι, τη γιαγιά της , οι λεπτομέρειες, οι εικόνες, τα ινσταντανέ, είναι τα οικοδομικά υλικά που κάνουν ακόμα πιο στέρεο το γυναικείο χαρακτήρα. Τον ένα και μοναδικό γυναικείο χαρακτήρα της ιστορίας. Μοιάζουν οι τρεις τους, η μητέρα, η γιαγιά και η Αντάρα, αν εξαιρέσει κανείς τις διαφορές που έχει χαράξει ο χρόνος. Οι άλλες διαφοροποιήσεις είναι διακριτικές: Η Νάνι έχει χοντρούς αστραγάλους και τα μαλλιά της είναι λεία πάνω στο κεφάλι της, με τη χωρίστρα να γυαλίζει σαν λιπαρός παραπόταμος. Λέει ότι μεγάλωσε ανασαίνοντας τον αέρα του Γκάντι και δεν έμαθε ποτέ καλά αγγλικά όπως οι νεότερες γενιές. Η Τάρα έχει ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα και βγάζει ένα σωρό μαύρες τρίχες σαν σπόρους μουστάρδας πίσω από τις γάμπες της. Η επανάστασή της ήταν να απαρνηθεί την οικογένεια και την αριστοκρατεία, για να μένει σε ένα άσραμ για χάρη ενός έρωτα. 

Η Αντάρα, η πιο μελαχροινή έχει μπούκλες που λασκάρουν μόνο όταν είναι βρεγμένες. Γνωρίζει ότι η μητέρα της έχει δείξει ότι δεν ήθελε ποτέ ένα παιδί και ότι έζησε όλη τη ζωή της χωρίς να σκέφτεται τν επίδραση που είχε στην κόρη της η δική της ζωή. Η Νάνι θεωρεί ότι είναι φυσιολογικό που η κόρη της τώρα ξεχνάει. Όλοι ξεχαχιάρηδες ήταν, απαντάει χωρίς να το παιδεύει περισσότερο. Όμως η Αντάρα το γνωρίζει στην εποχή της. Γνωρίζει ότι η κακή επικοινωνία προέρχεται από τη λανθασμένη βεβαιότητα. Προβληματίζεται, αν λέει όλη την αλήθεια, ή αν έδωσε σε κάτι ένα νόημα που δεν υπήρξε ποτέ, ή ίσως εν με δύο-τρεις κουβέντες κι ένα νεύμα, έκανε τη μητέρα της πιο άρρωστη από όσο πραγματικά είναι. Προσπαθεί να της εξηγήσει πώς είναι η εικόνα της αμυλοειδικής πλάκας, τι σημαίνει να δημιουργείς με το μυαλό σου μια πραγματικότητα αφαιρώντας κομμάτια ζωής…

Το τέλος είναι ένας κύκλος, ένας κύκλος κλειστός και σοφός, που τελειώνει σε ένα σημείο και αμέσως πυροδοτεί την αρχή. Το μοτίβο συνεχίζεται και η κόρη της κόρης, γίνεται ο καθρέφτης της μάνας της. Η κάθε μια από τις γυναίκες λειτουργεί ως καθρέφτης της άλλης. Ο καθρέφτης αυτός τονίζει τα λάθη, ενισχύει τις απώλειες της ζωής, πολλαπλασιάζει τον πόνο, παραμορφώνει τις αρχές ανάλογα με την εποχή… Το βιβλίο της Avni Doshi με τίτλο ΚΑΜΕΝΗ ΖΑΧΑΡΗ, έχει κερδίσει το Βραβείο Sushila Devi Award 2021, ήταν υποψήφιο για το Man Booker 2020 και το Women’s Prize for Fiction 2021. Εχει μεταφραστεί σε 25 γλώσσες και στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΛΕΔΑΡΙΘΜΟΣ σε μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ. 

Μαίρη Σάββα

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2022

Οι βάλτοι πάντοτε έκρυβαν μυστικά


To βιβλίο «ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΑΝ ΟΙ ΚΑΡΑΒΙΔΕΣ» είναι από αυτά που σου δίνουν μια απότομη σπρωξιά για να γίνεις καλύτερος άνθρωπος. Είναι μια ηχηρή υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος είναι αναπόσπαστα δεμένος με τη φύση, με το ζωντανό σύμπαν μέσα στο οποίο γεννήθηκε, όσο κι αν το λησμόνησε με το πέρασμα του χρόνου.


Η ζωή και η ενηλικίωση μέσα στη φύση είναι άγρια, επώδυνη και την περιγράφει λεπτομερειακά η Delia Owens, η φυσιοδίφης που σήμερα κατηγορείται για εμπλοκή σε κάποιο φόνο, κάνοντας ακόμα πιο μυστηριώδη την παρουσία της στα ράφια...

Οι κριτικοί που είδαν το βιβλίο να παραμένει για σχεδόν τέσσερεις μήνες στην κορυφή της λίστας των Bestsellers της New York Times αποφάσισαν κάποια στιγμή να το αποκαθηλώσουν. Έτσι, μετά από τα εγκώμια άρχισαν οι γκρίνιες και οι «επεξηγήσεις» για την αδιανόητη πορεία αυτού του βιβλίου: ότι θα μπορούσε να είναι ένα κοινό ρομάντζο, ίσως στολισμένο με μια αστυνομική πινελιά σαν πολλά άλλα, αλλά οι ιδιαίτερες φυσιολατρικές περιγραφές της Owens δεν άφησαν να γίνει κάτι τέτοιο.

Στα βάθη του δάσους και στα υδάτινα σταυροδρόμια  της Βόρειας Καρολίνας όλα τα πλάσματα είναι άγρια.  Σαν αγρίμι είναι και το κορίτσι της ιστορίας, η Κάϊα. Το κορίτσι μεγαλώνει μόνο κι εγκαταλελειμμένο από την οικογένειά του σε ένα άθλιο καλύβι.

Ο αναγνώστης στην αρχή τείνει να την λυπηθεί, να την συμπονέσει γιατί μένει ορφανή, περιθωριοποιημένη, καταδικασμένη σε έναν πρωτόγονο τρόπο ζωής, βιώνοντας τις προκαταλήψεις και τον ρατσισμό της κοινωνίας του κοντινού μικρού χωριού κάπου το 1952. Όμως όχι. Η φύση συμπορεύεται με την άγρια ομορφιά της Κάϊα και με την δύναμή της να επιβιώσει. Η επιμονή είναι κομμάτι της ανθρώπινης φύσης, όπως είναι και κομμάτι της φύσης γύρω της.

Επικοινωνεί με τα ζώα γύρω της και με το σύμπαν που την περιβάλει. Η λιμνοθάλασσα και οι τεράστιες βαλτώδεις εκτάσεις, δεν της προκαλούν φόβο, είναι το περιβάλλον της, το σπίτι της, σημαίνουν γι’ αυτήν ασφάλεια και σιγουριά.  Εναρμονίζεται απόλυτα με το χώρο και δεν προσαρμόζει το χώρο στις ανάγκες της. Αφουγκράζεται τις αλλαγές στις εποχές, παρατηρεί κάθε φυσικό φαινόμενο, κάθε κίνηση και κάθε πορεία των οργανισμών που την περιβάλουν.  Κάποιοι απόκληροι γύρω-γύρω γίνονται ο περίγυρός της την εποχή που η Αμερική έχει απόλυτα διαχωρισμένη τη ζωή των εγχρώμων από τη ζωή των λευκών, ταπεινώνει τις γυναίκες και οριοθετεί τις κοινωνικές τάξεις. Η Κάϊα είναι λευκή, όμως δεν πηγαίνει στο σχολείο, έχει μια διαλυμένη οικογένεια, μεγαλώνει χωρίς την ανθρώπινη παρουσία, καταδικασμένη στην απόρριψη, την μητρική εγκατάλειψη, την κακοποίηση, την καχυποψία για κάθε τί που προέρχεται από τον «πολιτισμένο» κόσμο, αφού μόνο πόνο της προκαλεί.

Στο χωριό τα κουτσομπολιά δίνουν και παίρνουν για εκείνο το αγριοκόριτσο. Την «Πιτσιρίκα του Βάλτου» όπως της αποκαλούν, που τρέφεται με γογγύλια, ψάρια και μύδια από το βάλτο, που συμπεριφέρεται αλλόκοτα, που ξέρει να εξαφανίζεται όταν μυρίζεται κίνδυνο, όταν βλέπει από μακριά τις εφηβικές παρέες να βολτάρουν στις ακτές, ή όταν την αναζητούν οι κοινωνικές υπηρεσίες γιατί «πρέπει» να μεγαλώσει «σωστά».

Το βιβλίο αυτό είναι σχεδόν ένα μάθημα για το πώς είναι πλασμένος ο άνθρωπος, πώς είναι φτιαγμένος για να επιβιώνει στην αγκαλιά της φύσης, σαν ον ανεξάρτητο με πνεύμα ελεύθερο. Μοιάζει με ποίημα. Την νοιώθει την ποίηση παντού ο αναγνώστης.

Μπορεί η Κάϊα να είναι μόνη, αποξενωμένη -ορφανεμένη όχι από επιλογή αλλά γιατί εγκαταλείφθηκε στα έξι της χρόνια- και μπορεί να είναι αναγκασμένη να ψαρεύει και να σκάβει στις λάσπες για να βρει φαγητό, όμως η ενηλικίωση μέσα στη φύση την κάνει ευαίσθητη και σκληρή ταυτόχρονα, άφοβη απέναντι στη μοναξιά, επιφυλακτική ως προς τις συναναστροφές με τους ανθρώπους, αλλά με άσβεστη αγάπη για τα έμβια που την περιβάλουν.

Τα πλάσματα αυτά, μικρά ή μεγάλα, είναι ολόκληρος ο κόσμος της. Τα παρακολουθεί όλα και τα καταγράφει. Όλα τα όντα γύρω της. Ερευνά το πώς γεννιούνται, πώς ζουν, πώς πορεύονται στο φώς και στο σκοτάδι, πώς αναζητούν σύντροφο, πώς ζευγαρώνουν, πώς φέρονται όταν είναι ερωτευμένα, πώς μάχονται για την επιβίωση, πώς πέφτουν σε παγίδες, πώς πεθαίνουν.  Κάνει μια τεράστια συλλογή από δείγματα όλων των ειδών, από σπάνια κοχύλια και φτερά από πουλιά και καταγράφει με σημειώσεις κάθε μικρή λεπτομέρεια που τα αφορά.  Όλο αυτό γίνεται η περιουσία της και η προίκα της για τη ζωή.

Τα περίεργα πουλιά, τα έντομα, η αλμύρα, η άμμος, η μακρόστενη βάρκα της, το υγρό τοπίο του βάλτου, η φύση, είναι η ταυτότητά της, η γλώσσα της και η μάνα της.

Όταν ένας νεαρός από το χωριό γοητεύεται από την ομορφιά της ξεκινάει μια πλατωνική σχέση που έχει μέσα της όλα τα απαραίτητα συστατικά: Ο Τεϊτ νοιάζεται γι αυτήν, την φροντίζει, την προσέχει, μιλάνε για τη φύση και τα δώρα της, την μαθαίνει γραφή και ανάγνωση.  Αυτός γίνεται ολόκληρος ο κόσμος της. Ο κόσμος της που καταρρέει όταν εκείνος φεύγει για σπουδές και τον χάνει, παρά τις υποσχέσεις που της είχε δώσει ότι θα επιστρέφει συχνά για να βλέπονται.  Η απογοήτευση την σημαδεύει και την καθορίζει και στη συνέχεια της ζωής της. Η αγνή της καρδιά γίνεται κομμάτια.

Επιστρέφει απελπισμένη στην απόλυτη μοναξιά της. Διαβάζει ποίηση. Απαγγέλει στους γλάρους. Ο μόνος με τον οποίο ανταλλάσσει μία κουβέντα είναι ο Σάλτας με το μικρομάγαζο που προμηθεύει τους περαστικούς με βασικά αγαθά και βενζίνη για τις βάρκες. Η ύπαρξη του Σάλτα και της γυναίκας του στο βιβλίο είναι το πολιτικό σχόλιο της Owens ως προς την κατάσταση στις ΗΠΑ εκείνη την εποχή. Είναι η εποχή όπου οι φτωχοί λευκοί μαστίζονταν από αλκοολισμό, από ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, αναλφαβητισμό και μισαλλοδοξία.   Η εποχή που οι μαύροι ζουν ως παρίες της κοινωνίας. Ο Σάλτας είναι έγχρωμος, κάτοικος της περιοχής των εγχρώμων και οριακά αποδεκτός μιας και κάνει κάποια «δουλειά». Τη δουλειά αυτή όμως την κάνει έξω από το χωριό. Εκεί σε μια εσχατιά, πάνω σε μια ξύλινη εξέδρα έχει «το μαγαζί» του.  Στον Σάλτα η Κάϊα πουλάει τα μύδια που ξεθάβει από το βάλτο κι έτσι επιβιώνει. Εκείνος την συμπονάει και τη βοηθά, έχουν μια ιδιαίτερη επικοινωνία, σαν οι απόκληροι να μιλούν δική τους γλώσσα.


Όμως η ανάγκη της νεαρής Κάϊα για επικοινωνία με τους ανθρώπους είναι ακατανίκητη.  Ο περιζήτητος γόης του χωριού Τσέις Αντριους, ομορφονιός και από εύπορη οικογένεια την περιτριγυρίζει και της προκαλεί πρωτόγνωρα συναισθήματα. Έχει την εντύπωση ότι ο Τσέις θα γίνει η αιτία να ξεφύγει από το βάλτο και να κάνει μια «κανονική» ζωή.  Απογοητεύεται για δεύτερη φορά.  Οι υποσχέσεις του ήταν κάλπικες.  Παντρεύεται κάποια άλλη, αλλά συνεχίζει να θέλει να την πλησιάζει.

Όταν ο Τσέις βρίσκεται νεκρός στο βάλτο τα πράγματα παίρνουν άσχημη τροπή γιατί η Κάϊα είναι εύκολο να στοχοποιηθεί από το χωριό.  Όλα όσα ξέρει, τα έχει μάθει από τη φύση. Ξέρει να προστατεύεται, ξέρει να κάνει το θυμό της αποστροφή, ξέρει να παλεύει, αλλά παραμένει η «απόβλητη» κι εύκολα θα οδηγηθεί από το βάλτο της, στην παγωμένη αίθουσα ενός δικαστηρίου, κατηγορούμενη για έγκλημα.

Παραμένει ψύχραιμη, νοσταλγεί τη συλλογή της, τον βάλτο της, τα βρύα, τους γλάρους, το καλύβι της, ενώ ο χαμένος αδελφός της ο Τζόντι, έχει επανεμφανισθεί στη ζωή της.  Η ζωή κάνει τον κύκλο της και σε μια από αυτές τις επαναλαμβανόμενες περιστροφές ο Τέιτ, ο παιδικός της φίλος έχει επίσης επιστρέψει στη ζωή της. Του οφείλει πολλά και κυρίως το γεγονός ότι κατάφερε να διαβάζει και να γράφει. Να φθάσει να κάνει βιβλίο όλη της την αγάπη για τη φύση.  Να φθάσει να βάλει τις λέξεις της σε σειρά.

Η Owens δεν την παρουσιάζει παντοδύναμη. Δείχνει ένα κορίτσι με αδυναμίες.  Η γυναικεία της φύση πάντως παραμένει ως το τέλος με το παραπονιάρικο συναίσθημα της «εξαπάτησης» καθώς ο Τέιτ ήταν εκείνος που την είχε εγκαταλείψει πριν από χρόνια όταν γεμάτος όνειρα έφευγε για τις σπουδές του.  Όμως τα βιβλία που της έστελνε και ο χαρακτήρας που τη βοήθησε να γίνει έδειξαν στην Κάϊα ότι στα ανθρώπινα χαρίσματα που τόσο αγνοούσε μεγαλώνοντας, ανήκει και η συγχώρεση που μπορεί μια χαρά να συνταιριάξει με την επιμονή που είχε κληρονομήσει από τη φύση. Τα μαθήματα που έχει πάρει από τα πλάσματα της φύσης της είναι χρήσιμα σε όλη της τη ζωή. Το πώς τα θηλυκά έντομα σκοτώνουν τους εραστές τους, το πώς οι γλάροι κλαίνε όταν χάνουν τα μικρά τους, όλα έχουν μια εξήγηση, μια αναφορά στην ανθρώπινη ύπαρξη, κι έναν ρυθμό, όπως τα ποιήματα.

Μαίρη Σάββα