Τετάρτη 14 Απριλίου 2021

Θρήνος και λήθη στην κρύπτη

 


Γράφει η Μαίρη Σάββα 

 

George Saunders «Λήθη και Λίνκολν», Μετάφραση: Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Ίκαρος, σελ. 472

 

Δεν είναι ακριβώς μυθιστόρημα το «Λήθη και Λίνκολν». Δεν εξιστορεί έναν κόσμο που γνωρίζουμε. Κινείται σε έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό, χωρίς περιορισμούς και δεσμεύσεις. Πρόκειται για μια ιδιοφυή ιδέα, ένα διαλογικό κείμενο που ισορροπεί ανάμεσα στην κομεντί και το δράμα, μια έτοιμη θεατρική παράσταση που σε αιχμαλωτίζει αν καταφέρεις και εισέλθεις στα ενδότερά της. Ο George Saunders που τον ξέραμε ως διηγηματογράφο, σκάρωσε μια παράσταση που εξελίσσεται σε ένα σύμπαν στο οποίο όλοι εμείς δεν έχουμε ακόμη βρεθεί, με ζωντανούς διαλόγους και χαρακτήρες που κουβαλούν ο καθένας την ιστορία του. Το Booker Prize έκανε τη διαφορά φέτος με την επιλογή αυτή.

Θα ήταν πρακτικά δύσκολο και εξόχως αντι-οικονομικό να ανέβει στην πραγματικότητα μια τέτοια παράσταση, αφού συμμετέχουν 166 πρόσωπα! Οι περισσότεροι από τους χαρακτήρες είναι αξέχαστοι κι ας είναι τόσοι πολλοί, κι ας είναι οι ατάκες ορισμένων λιγοστές. Μερικοί είναι αθυρόστομοι, άλλοι προπέτες, άλλοι καλόψυχοι. Άλλοι πάλι είναι δειλοί, μικρόνοες και ζηλιάρηδες.  Όπως δηλαδή είναι αυτοί που μας περιβάλλουν στον κόσμο ετούτο της ύλης. Όλα κινούνται στο ακατέργαστο τοπίο της συνείδησης. Πέρα από τις επιμέρους ιστορίες, η κεντρική υπόθεση  βασίζεται στην πραγματικότητα. Αθέλητα, ή ηθελημένα, η υπόθεση αυτή, διαπερνά όλους τους χαρακτήρες που βλέπουν τους άλλους και τον εαυτό τους μέσα από το πρίσμα της.

Η πραγματικότητα έχει ως εξής: Το 1862, δύο χρόνια μετά την ανάδειξη του Abraham Lincoln στο αξίωμα του Προέδρου των ΗΠΑ -και περίπου ένα χρόνο πριν υπογράψει το διάταγμα για την χειραφέτηση των αφροαμερικανών δούλων- ο Λίνκολν χάνει τον εντεκάχρονο γιο του από τυφοειδή πυρετό. Στο ξεκίνημά της η ασθένεια, είχε διαγνωσθεί ως ένα, ανάξιο λόγου κρύωμα. Όμως η πορεία έμελλε να είναι μοιραία. Συνέβη μια νύχτα που στο Προεδρικό Μέγαρο δινόταν μια μεγαλοπρεπής δεξίωση και ίσως αυτό ποτέ δεν το συγχώρεσε στον εαυτό του, ο τότε Πρόεδρος των ΗΠΑ. Μαρτυρίες της εποχής αναφέρονται στο βαθύ πόνο του και λένε ότι τις νύχτες ο Lincoln επισκέπτεται την κρύπτη, στον οικογενειακό τάφο που βρίσκεται η σωρός του αγαπημένου του παιδιού, για να πάρει στα χέρια του το άψυχο σώμα του. Η εικόνα του θρήνου, στην οποία βασίζεται η κεντρική ιστορία, διαπερνάει όλη την αφήγηση και στοιχειώνει προφανώς όχι μόνον τον συγγραφέα, αλλά και τον αναγνώστη του βιβλίου.

Οι αγωνία του Καζαντζάκη για το πού πάμε στη ζωή -τα γιατί και τα πώς που τριγυρίζουν τον θάνατο- έγινε η κυρίαρχη σκέψη που μου πέρασε από το μυαλό, με την ανάγνωση της ιστορίας του Saunders. Ο αμερικανός συγγραφέας περιγράφει τις στιγμές του Λίνκολν μέσα στην κρύπτη, μέσα από τους διαλόγους που κάνουν οι άλλοι… οι “γείτονες” της περιοχής, δηλαδή τα φαντάσματα των ψυχών που κατοικούν τριγύρω, εκεί που τώρα αφήνει πλέον τον εντεκάχρονο γιο του. Η ύλη είναι εντελώς απούσα από την ιστορία αυτή, όμως το κείμενο είναι απόλυτα πολυφωνικό! Μιλούν οι ψυχές και οι συνειδήσεις και με κεντρικούς ήρωες τον Χανς Βόλμαν  ο οποίος έχασε τη ζωή του αμέσως μετά το γάμο του με μια πολύ νεώτερή του κοπέλα, τον Ρότζερ Μπέβινς, έναν δυστυχή ομοφυλόφιλο ο οποίος αυτοκτόνησε επειδή ο έρωτάς του έμεινε ανεκπλήρωτος και τον Αιδεσιμότατο Εβερλυ Τόμας που θυμούνται τη ζωή τους, σχολιάζουν, αναπολούν τις τελευταίες στιγμές τους στον γήινο κόσμο μέσα σε κάτι “αρρωστόκουτα” και αρνούνται να δεχθούν ότι πλέον βρίσκονται εκεί, χωρίς σώματα, μόνο πνεύματα. Βεβαίως από τη νύχτα αυτή και μετά, μαζί τους θα είναι και ο εντεκάχρονος Γουίλι. Η ψυχή του Γουίλι όμως δεν μπορεί να τους ακολουθήσει αυτόματα. Δεν είναι ελεύθερη ακόμα.  Αναμένει εκεί και προσδοκά να επιστρέψει. Βρίσκεται μέσα στο σώμα του παιδιού το οποίο ο πατέρας δεν θέλει να εγκαταλείψει.

Όλοι σε αυτήν την “περίεργη” γειτονιά θέλουν μια επαφή με τον Γουίλι, με τον αυθορμητισμό, την εξυπνάδα και την καλοσύνη του, με τον άδολο τρόπο του. Όλοι θέλουν να τον πάρουν υπό την προστασία τους. Όμως ο θρήνος του Abraham Lincoln δεν τον αφήνει να φύγει μακριά του. Κρατάει τα βράδια το σώμα του σφιχτά και η ψυχή του δυσκολεύεται να αποχωρήσει. Ο Πρόεδρος Λίνκολν παλεύει με την ρημαγμένη ψυχή  του αυτές τις ώρες. Από τη μια έχασε το γιο του κι από την άλλη τίποτε δεν φαίνεται να πηγαίνει καλά, ο εμφύλιος στη χώρα του μαίνεται, οι νεκροί έχουν περάσει το ένα εκατομμύριο και οι καταστροφές είναι τεράστιες.

 

George Saunders

 

Τόσες ιστορίες λέγονται εκεί τα βράδια στην κρύπτη γύρω του, χωρίς εκείνος να τις ακούει. Τις γνωρίζει όμως καλά μέσα του, ταλανίζουν το μυαλό του και τη σκέψη του καθημερινά, μα δεν μπορεί να δώσει λύσεις. Τόσες πραγματικότητες γύρω του σκοτεινές και πονεμένες με θύματα, με οικογένειες που διαλύονται, με περιουσίες που χάνονται, με προδοσίες και αίμα. Ο συγγραφέας δεν επιλέγει να δαπανήσει πολύ μελάνι για τα έργα και τις ημέρες του Λίνκολν και τα δεδομένα του Αμερικανικού Εμφυλίου. Κινείται περισσότερο στο χώρο των συναισθημάτων και της συνείδησης. Και καθώς τα πτώματα συσσωρεύονται στην αμερικανική γη, πλανάται το ερώτημα εάν ο Πρόεδρος της χώρας μπορεί τώρα πια να καταφέρει να αντιμετωπίσει τα δεινά και τις συνέπειες του Εμφυλίου, έχοντας στην ψυχή του το βάρος της απώλειας του μικρού Γουίλι.

Ο Saunders βρήκε τον τρόπο να κάνει “πολυφωνική” -όπως αρμόζει σε αυτές τις ιστορικές συνθήκες- μια ιστορία που εκ των πραγμάτων διαθέτει πολύ προσωπικό τόνο. Συνδέει με το δικό του υποχθόνιο τρόπο, το προσωπικό δράμα του Προέδρου Λίνκολν με τις ιστορίες ανθρώπων απλών που πέρασαν στην αιωνιότητα αλλά οι φωνές τους ανεβαίνουν πάνω από το χώμα που τους σκέπασε για να μην ξεχαστούν, να μην περάσουν στη Λήθη.

Πέρα όμως από την ισορροπία που επιχειρεί ανάμεσα στους δυο κόσμους, πετυχαίνει και κάτι ακόμη ο αγαπημένος διηγηματογράφος. Δίνει στην όλη φάρσα έναν τόνο σοβαρό!  Ο άνθρωπος πάντοτε ήθελε να γνωρίζει το παρακάτω. Την προοπτική. Πασπαλίζοντας με χιούμορ αλλά και καυστικότητα τους διαλόγους των ψυχών, ωθεί τον αναγνώστη να πάει παρακάτω, να σκαλίσει και να ψάξει για το τί υπάρχει “μετά”. Ύστερα, στηρίζει τα λεγόμενα των φαντασμάτων του με ένα σωρό τίτλους από βιβλιογραφία και επιστολές, πολλές από τις οποίες δεν μπορεί παρά να είναι γέννημα της φαντασίας του. Τι άλλο μπορεί να είναι όλο αυτό το κόλπο, από μαστοριά γραφής και δημιουργικότητα του νού;

 

 

* Η Μαίρη Σάββα γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Δίκαιο της Ευρώπης.  Για αρκετά χρόνια, εργάσθηκε ως Δημοσιογράφος στην Τηλεόραση, το Ραδιόφωνο, σε Περιοδικά κι Εφημερίδες, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Έμεινε κάποια χρόνια στο Βέλγιο.  Πάντα της άρεσε  να διαβάζει, να ακούει, να λέει, ακόμη και να τραγουδάει ιστορίες.   Για  να καταλαβαίνει τις ιστορίες από το πρωτότυπο, έμαθε να μιλάει και να γράφει στα Γαλλικά, τα Ισπανικά και τα Αγγλικά.  

Λατρεύει το θέατρο και τα ταξίδια και γενικά ότι άλλο την πλουτίζει με ιστορίες.  Για να μπορεί  να τις λέει και να τις γράφει καλύτερα, πήγε σε σχολείο για παραμυθάδες, γιατί πιστεύει ότι κανείς δεν σταματά ποτέ στη ζωή να μαθαίνει και να ονειρεύεται. Έχει δημοσιεύσει μερικές ιστορίες, τις οποίες συζητά με μαθητές, όταν τους επισκέπτεται στις τάξεις τους:

Τρίτη 13 Απριλίου 2021

Τι ωραίο πλιάτσικο συνεπάγονται οι εποχές της κρίσης !

 

Τζόναθαν Κόου «Τι ωραίο πλιάτσικο!», Μετάφραση: Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, εκδ. Πόλις, 2001, σελ. 525

 

Το βιβλίο του Τζόναθαν Κόου, έμεινε κλασσικό, σαν λεπτομερειακός ζωγραφικός πίνακας, ή σαν φωτογραφία μιας κουρασμένης γυναίκας, με χαρακτηριστικά που επιδεικνύουν την αριστοκρατική της ομορφιά. Mια γυναίκα που αντιπροσωπεύει μια χώρα, η οποία βρίσκεται στον απόηχο της τραγικής εδαφικής και οικονομικής αυτοκρατορίας της που πιθανότατα έχει καταρρεύσει, αλλά η ίδια δεν φαίνεται να το έχει συνειδητοποιήσει.  Δείχνει να γερνάει και νοιώθει τα πρώτα συμπτώματα κάποιας χρόνιας αρρώστιας και συνάμα έναν βαρύ πονοκέφαλο και κάτι σαν ακούσιο τρέμουλο στα πόδια και στα χέρια.

Μια χώρα, μια Αγγλία, απλωμένη σε αποικίες και προτεκτοράτα  γεμάτα εργατικά χέρια που κινούνται συνεχώς για να γυαλίζουν τους καθρέπτες της ματαιόδοξης αριστοκρατίας της.  Μια Αγγλία που καταδυναστεύει ένα μεγάλο κομμάτι της Βόρειας Ιρλανδίας, που καταπιέζει τους Καθολικούς, που καταπνίγει τις λαϊκές εξεγέρσεις των ανθρακωρύχων, των εργατών των σιδηροδρόμων και των ναυτεργατών, που ενισχύει τον πλούτο και χαϊδεύει τους αλαζόνες λειτουργούς του για να γίνονται ολοένα και πιο ανάλγητοι.

Συχνά η ύπαρξη του πλούτου, συνεπάγεται και πλιάτσικο. Πλιάτσικο σημαίνει  λεηλασία και αρπαγή.  Σε καταστάσεις πλούτου, εμφανίζονται και κάποιοι που αφαιρούν κάτι που δεν τους ανήκει από κάποιον άλλο. Πραγματικά είναι πρωτότυπος ο τίτλος του βιβλίου του Τζόναθαν Κόου είναι “What a Carve Up» (Τί ωραίο πλιάτσικο) όρος που στα ελληνικά σημαίνει «η δια τεχνικών μεθοδεύσεων απόρριψη, περιθωριοποίηση ή κατακρεούργηση».

Φαίνεται πολύ ιδιαίτερος ο όρος, θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει προκλητικό ή και αδόκιμο, μα όσο o αναγνώστης προχωρεί στην ανάγνωση κατανοεί, συμπάσχει με τον συγγραφέα κι επιβεβαιώνει ότι η Θάτσερ, λειτούργησε για την Βρετανία όπως περίπου λειτούργησε ο Χίτλερ για την Γερμανία.  Επούλωσε φαινομενικά το πληγωμένο εθνικό και κοινωνικό γόητρο μιας κυρίαρχης αυτοκρατορίας που είχε εξαπλωθεί σε όλο τον πλανήτη και καθόριζε τις τύχες του κόσμου, όταν ξαφνικά βρέθηκε να πρέπει να απωλέσει ένα μεγάλο μέρος των οικονομικών της προνομίων, καθώς και του είδους της εδαφικής της επικυριαρχίας. Μια τεράστια δύναμη, αδιάλλακτη και σκωπτική απέναντι στα νεωτεριστικά ρεύματα, περιθωριοποίησε τη διαφορετικότητα (κίνημα του Punk κλπ) στην τέχνη και την νεολαία, κέρδισε έναν πόλεμο (στα νησιά Φώκλαντ), κατασκεύασε εχθρούς (Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ) συμμετέχοντας σε καταιγιστικές νίκες δήθεν κατά της τρομοκρατίας….  Στην ουσία από την άλλη πλευρά, στην νέα τάξη πραγμάτων η χώρα δεν βρέθηκε χαμένη, έκανε τις συμμαχίες της, εδραίωσε τη νέα θέση της στον παγκόσμιο χάρτη, όμως ο κόσμος και οι τάξεις που χαρακτηρίζονται από μεσοαστική και πάνω, ένιωσαν να τραυματίζονται βαθιά και να υποβαθμίζονται, ενώ τα κατώτατα στρώματα συνέχισαν να υφίστανται κοινωνική και οικονομική υποβάθμιση.

Ο Κόου στήνει τεχνηέντως ένα σκηνικό ευμάρειας και δυσωδίας, εύστοχα, οδηγώντας το μυαλό του αναγνώστη να θυμηθεί πολλές αντίστοιχες καταστάσεις στον πλανήτη όπου πάνω-κάτω η ιστορία επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο, με τα ίδια εργαλεία, με παρόμοιους πρωταγωνιστές:  Το θέμα του Αφγανιστάν, ο Σαντάμ και το Ιράκ, ο Πόλεμος στον Αραβικό Κόλπο, το πετρελαϊκό ζήτημα, οι τρελές αγελάδες και ο πανικός της Ευρώπης, ο Πινοσέτ στη Χιλή,  τα ξεπουλημένα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και οι λειτουργοί τους, τα συμφέροντα, τα μεταλλαγμένα προϊόντα, η κατάσταση στη Συρία, το Κουρδικό και οι τούρκοι…

Στις σελίδες και στους χαρακτήρες του «Πλιάτσικου» μερικές φορές νομίζεις ότι βλέπεις κωμική ταινία, με τα κατορθώματα του Μιστερ Μπιν ή καλύτερα του Μπένι Χιλ, που ταιριάζει καλύτερα στην εποχή. Το έργο επαναλαμβάνεται, ο άνθρωπος-πολίτης μεταβάλλεται σε ένα αντικείμενο που ζει και υπάρχει προκειμένου να τροφοδοτείται το κεφάλαιο.

Όλα αυτά τα λέει όμορφα και απλά με τη φωνή μιας μισότρελης γηραιάς γεροντοκόρης που υποπτεύεται με αστυνομικό δαιμόνιο ποιος σχεδίασε την δολοφονία του αγαπημένου της αδελφού. Το στοιχείο αυτό κάνει την υπόθεση να μοιάζει με αστυνομικό θρίλερ και μάλιστα εξελίσσεται ως τέτοιο θυμίζοντας τεχνικές της Agatha Cristie. Η ιστορία ακολουθεί την πορεία της οικογένειας Γουίνσο από το Νοέμβρη του 1942, όταν ένα αεροπλάνο της ΡΑΦ, στο οποίο είναι πιλότος, καταρρίπτεται από τους Γερμανούς.  Η κάπως «διαταραγμένη» γηραιά αδελφή του εκλιπόντος, η Τάμπιθα, σε προχωρημένη ηλικία, προσλαμβάνει τον αφηγητή-συγγραφέα Μάικλ Όουεν να γράψει την ιστορία της οικογένειάς της, τα χαρακτηριστικά της οποίας δεν απέχουν πολύ από τα αντίστοιχα μιας μαφιόζικης Σιτσιλιάνικης συμμορίας.

Ο Όουεν αρχικά καταπιάνεται με ενθουσιασμό, μετά πέφτει σε κατάθλιψη και ξεχνά το βιβλίο, μέχρι να τον βγάλει από το βύθισμα η όμορφη γειτόνισσά του δέκα χρόνια μετά. Έτσι γνωρίζει μια σειρά από χαρακτήρες που βγήκαν από τη Δυναστεία…

Κάπου εκεί στην καρδιά του καπιταλισμού, στο Σίτι, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, όπου υπάρχει οσμή σκανδάλου, όπου εντοπισθεί ύποπτη μεθόδευση ή δολιοφθορά, όποιος θάνατος ή φόνος δεν μοιάζει και τόσο αθώος, κάποιος από τους Γουίνσο βρίσκεται πίσω. Κάποιος πουλάει, κάποιος αγοράζει, κάποιος μεσιτεύει περιουσίες, επιχειρήσεις, ζωές, με αποτέλεσμα να παραπλανεί με τα τερτίπια του την κοινή γνώμη και να καταχράται δημόσια κοινωνικά αγαθά μέσω άστοχων ιδιωτικοποιήσεων, ή αναποτελεσματικών συγχωνεύσεων.  «Δεν υπάρχει λόγος να περνάς μια σκανδαλώδη νομοθεσία και μετά να δίνεις στους άλλους το χρόνο να προετοιμαστούν. Πρέπει να παρεμβαίνεις αμέσως και να την επικαλύπτεις με κάτι ακόμα χειρότερο, προτού η κοινή γνώμη προλάβει να καταλάβει το κακό που τη βρήκε».

 

Jonathan Coe

 

Mε μαστοριά επιλέγει τον τρόπο ο συγγραφέας να αναδείξει πώς κάθε νέα γενιά Γουίνσο περνά από το στάδιο της αφέλειας στο στάδιο της ένοχης πονηρής συνενοχής.  Στα ημερολόγια του Χένρι ο αναγνώστης αναγνωρίζει το πέρασμα από την ανέμελη εφηβεία στο στάδιο της μύησης στην τάξη και την οικογένεια. Εντάσσεται στον στρατό αλλά όχι με τον τρόπο που το βίωσαν οι προγονοί του. Δεν είναι ο στρατός που πολεμά στα χαρακώματα, είναι ένας άλλος στρατός, που καθορίζει τα πάντα, απλά γιατί μπορεί να το κάνει. Ανενδοίαστα.

Το στοιχείο του ιδιαίτερου, απαράμιλλου βρετανικού χιούμορ ελλοχεύει παντού. Δεν ξέρεις ποτέ αν ο ήρωας που λέει την χιουμοριστική ατάκα, την λέει γιατί είναι σε καλά κέφια, γιατί βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, ή γιατί είναι βαθιά κατηφής! Και αυτό είναι ένα μεγάλο όπλο στα χέρια του Τζόναθαν Κόου που σε κάτι τέτοιες κορυφαία αναγνωστικές στιγμές αποδεικνύει την βαθιά γνώση της Ιστορίας και την απόλυτη κομψότητα της γραφής του.

Βρισκόμαστε στα 1990,  μαίνεται ο Πόλεμος στον Κόλπο ενώ ο κιτρινισμός έχει γίνει ταυτόσημο με τα βρετανικά ΜΜΕ, το Κοινοβούλιο ψηφίζει αντιλαϊκούς και κατασταλτικούς νόμους, το Εθνικό Σύστημα Υγείας αποσαθρώνεται, η δημόσια υγεία απειλείται από την σύγχρονη αγροχημική βιομηχανία, όλη η μεταπολεμική Ιστορία της Βρετανίας ξεδιπλώνεται εδώ παράλληλα με την ιστορία μιας δυναστείας εγκληματιών με κύρος, βασισμένο σε κάθε λογής απάτες, πλαστογραφίες, ληστείες, κλοπές, παράνομες ενέργειες.

Το πατρικό σπίτι της οικογένειας είναι οι Πύργοι των Γουίνσο, σκαρφαλωμένοι στην κορυφή ενός ψηλού απειλητικού λόφου στην Μεσαγγλία όπου λαμβάνουν χώρα σκηνές τρόμου. Το τοπίο είναι σκοτεινό, γοτθικό και οι χαρακτήρες τρομακτικοί, ακόμα και οι νεότεροι. Οι νεότεροι, οι οποίοι ειδικεύονται ο καθένας και σε ένα διαφορετικό τομέα εκμετάλλευσης του κόσμου, μας φαίνονται πιά σχεδόν γνώριμοι: Ο Τόμας είναι από τα ισχυρότερα μέλη του τραπεζικού κατεστημένου και προωθεί δάνεια τόσο στο Ιράκ όσο και στο Κουβέιτ. Ο Μαρκ, εξάδελφός του και φίλος του Σαντάμ, ασχολείται με το εμπόριο όπλων στη Μέση Ανατολή. Ο Χένρι ο αδελφός του, είναι ένας από τους πιο φιλόδοξους Εργατικούς βουλευτές της γενιάς του, ο οποίος γρήγορα ανακαλύπτει ότι το μέλλον του είναι κοντά στην Margaret Thatcher και στους Torries. Η Χίλαρι είναι μια ακριβοπληρωμένη βεντέτα των ΜΜΕ που προωθεί συμφέροντα. Ο αδελφός της Ρόντι, ασχολείται με το εμπόριο έργων τέχνης χωρίς φυσικά να ενδιαφέρεται για την τέχνη και τέλος η Ντόροθι έχει χτίσει μια βιομηχανία εκτροφής ζώων με μεθόδους επικίνδυνες για τη δημόσια υγεία. Με λίγα λόγια όλη η μεταπολεμική ιστορία της Βρετανίας περνάει από τις σελίδες του βιβλίου, γι αυτό και όλα τα ερωτήματα στο τέλος έχουν την απάντησή τους, όλα τα μυστήρια, έχουν μια εξήγηση, ακόμη και το γιατί ο πραγματικός ήρωας, ο αφηγητής που ζει μοναχικά μπλεγμένος με τις φαντασιώσεις του -ένας απλός τύπος που μοιάζει να ξέφυγε από άλλη ιστορία- είναι τελικά αυτός που δένει αυτό το σύνολο.  Δεν θα αποκαλύψω το γιατί.

Δεν είναι λίγοι βέβαια οι συγγραφείς που αμφισβήτησαν την ένδοξη βρετανική παράδοση και βοήθησαν στην απομυθοποίηση του αυτοκρατορικού μεγαλείου, περιγράφοντας στα βιβλία και στις ταινίες τους την πορεία της παρακμάζουσας αστικής τάξης. Στο τέλος του βιβλίου παρατίθενται οι βασικές πηγές του έργου και είναι σαφές ότι ο Jonathan Kow δεν βασίσθηκε απλώς στο αισθητήριό του αλλά σε βαθιά γνώση των πραγμάτων.  Άλλωστε και ο ίδιος υπήρξε ένα παιδί της καλής βρετανικής κοινωνίας, σπουδαγμένος στα πανεπιστήμια του Κέιμπριτζ και του Γουόρικ και μάλλον γνωρίζει πολύ καλά τί μπορεί να συμβαίνει πίσω από μια βιτρίνα ευγενείας.

Πιστός σε μια κλασσική συνταγή, ο Kow συνοδεύει κάθε ενέργεια των ηρώων του με κάποια συνέπεια σε ατομικό, οικογενειακό ή συλλογικό επίπεδο.  Η αλαζονεία και η απληστία στους κύκλους των επιχειρήσεων, της αριστοκρατίας και της πολιτικής, δημιουργεί ασφυξία.

Το μυθιστόρημα παραμένει καυτό, επίκαιρο και ζωντανό, παρά το γεγονός ότι έχει γραφτεί πάνω από δυο δεκαετίες πίσω, κυρίως γιατί αφορά το πρόσφατο παρελθόν μας.  Είναι μια αιματηρή κριτική σε βάθος για το πώς ο καπιταλισμός ρίζωσε στα μυαλά των ευρωπαίων πολιτικών και πώς ύστερα μεταλλάχθηκε σε κάτι άλλο που ήρθε να ευαγγελισθεί την «λύτρωση»  της ευρωπαϊκής σκέψης από τις παλιές πρακτικές, μεταμορφωμένο με τον μανδύα του «νεοφιλελευθερισμού» ως εκ τούτου απόλυτα παραπλανητικό ακόμη και σήμερα  στις μέρες μας, στις μέρες του Brexit, μιας κατάστασης όλοι απεύχονταν…


απο την Μαίρη Σάββα

 

* Η Μαίρη Σάββα γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Δίκαιο της Ευρώπης.  Για αρκετά χρόνια, εργάσθηκε ως Δημοσιογράφος στην Τηλεόραση, το Ραδιόφωνο, σε Περιοδικά κι Εφημερίδες, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Έμεινε κάποια χρόνια στο Βέλγιο.  Πάντα της άρεσε  να διαβάζει, να ακούει, να λέει, ακόμη και να τραγουδάει ιστορίες.   Λατρεύει το θέατρο και τα ταξίδια και γενικά ότι άλλο την πλουτίζει με ιστορίες.  Για να μπορεί  να τις λέει και να τις γράφει καλύτερα, πήγε σε σχολείο για παραμυθάδες, γιατί πιστεύει ότι κανείς δεν σταματά ποτέ στη ζωή να μαθαίνει και να ονειρεύεται. Έχει βραβευθεί και συμμετάσχει με διηγήματα, σε συλλογικά έργα.  Επίσης, έχει δημοσιεύσει μερικές δικές της ιστορίες, τις οποίες συζητά με μαθητές, όταν τους επισκέπτεται στις τάξεις τους:

Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

Τραγικό το παιχνίδι, σαν εκείνο το ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ


Πάνε χρόνια που είχα δει στο θέατρο «ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ» του Ευγένιου Ιονέσκο, και το ξαναδιάβασα πρόσφατα. Πρόκειται μια μια ιστορία αλληγορική, για μια επιδημία που αποδεκατίζει τους κατοίκους μιας πόλης, έναν προς έναν και καθώς η επιδημία εξαπλώνεται τα προσωπεία πέφτουν και οι άνθρωποι οδηγούνται σε παραλογισμό ενώ ο τρόμος και η αγωνία κλιμακώνονται.  

Θυμάμαι πως είχα εντυπωσιαστεί που είχαν συμμετάσχει τότε περίπου 20 ηθοποιοί οι οποίοι εναλλάσσονταν στους 95 χαρακτήρες της θεατρικής παράστασης, αν και στην τελική έκβαση της ιστορίας, αποδείχθηκαν εξαιρετικά λιγοστοί για την αναπαράσταση του χαμού του κολοσσιαίου αριθμού 250.000 ανθρώπων-θυμάτων του άγνωστου λοιμού.


Ο Ιονέσκο δεν είναι ο μόνος που έχει γράψει μια τέτοια μελέτη του φόβου και των συμπεριφορών που προκαλεί. Παρόμοιες ιστορίες της παγκόσμιας λογοτεχνίας συνομιλούν συνομωτικά μεταξύ τους με κορυφαία την ΠΑΝΟΥΚΛΑ του Αλμπέρ Καμύ, το ΔΕΚΑΗΜΕΡΟ του Βοκκάκιου, το ΠΕΡΙ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑΣ του Ζοζε Σαμαμάγκου, αλλά εσχάτως και το ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ της Μάργκαρετ Ατγουντ, το INFERNO του Νταν Μπραουν ή και το THE EYES OF DARKNESS του Ντιν Κουντζ.  Ωστόσο ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ, έργο σχεδόν προκλητικό, ποιητικό και συνάμα πολιτικό, δεν ήταν μια μαγική πρόβλεψη, μια μαντεψιά ή μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας όπως διάφορες άλλες που έχουν γραφτεί.  Είναι ένας σαρκασμός της αποδιάρθρωσης της κοινωνικής συνοχής που πηγάζ ει από έναν τεράστιο φόβο για το άγνωστο, για τον τρομερό εφιάλτη μιας θανατηφόρας επιδημίας πανούκλας που καταλαμβάνει μια κάποτε ειδυλλιακή πόλη.


Το έργο γράφτηκε το 1970 και αναμφίβολα ένας λόγος για να το ξαναδιαβάσει κανείς είναι το κωμικό στοιχείο που ελοχεύει παντού στα κείμενα του Ιονέσκο με τη βαθειά πεποίθηση ότι «το κωμικό είναι η βαθύτερη γνώση του παραλόγου».  Ο ρουμανος θεατρικός συγγραφέας, από τους επιφανέστερους του Θεάτρου του Παραλόγου, μας έμαθε ότι το κωμικό προξενεί μεγαλύτερη απόγνωση από το τραγικό, γιατί το κωμικό είναι τραγικό και η τραγωδία του ανθρώπου είναι μια κωμωδία. Δεν είναι τυχαίο να διαπιστωθεί κάτι τέτοιο στις μέρες μας, αν μετρήσει κανείς τα δεκάδες ανόητα ή έξυπνα μηνύματα κι ανέκδοτα που κυκλοφορούν  στα κινητά και τις οθόνες μας καθώς διανύουμε αυτήν την πρωτόγνωρη για τη γενιά μας κρίση…


Το κείμενο του Ιονέσκο θυμίζει έντονα  τα παιχνίδια που παίζει η σημερινή κοινωνία στον εαυτό της.  Ανθρωποι που πεθαίνουν ή ζουν κατά τύχη, άνθρωποι που δεν ξέρουν να ζουν ή γιατί ζουν, άνθρωποι που δεν ξέρουν γιατί οδηγούνται μαθηματικά στο θάνατο, μια ιστορία που επαναλαμβάνεται καθώς καθημερινά συναντούμε το παράλογο στη ζωή μας.  Και καθώς η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά, όλους τους καταλαμβάνει οργή και απόγνωση.  Το παιχνίδι της σφαγής μιλάει για το συμβολικό και τον πραγματικό θάνατο του ανθρώπου.  Αυτόν δηλαδή για τον οποίο  όλος ο κόσμος μας, ο πλανήτης μας κάνει το πάν,  σαν να το προκαλεί για να συμβεί, κι αίφνης εκ των υστέρων, αναρωτιόμαστε όλοι για τα αίτια.
Αυτή η εικόνα της ολικής καταστροφής που παρουσιάζει το κείμενο σαρκάζει ανελέητα τις θλιβερές ανθρώπινες υπάρξεις αυτής της -περίεργης και χωρίς όνομα- χώρας η οποία καθώς σκεπάζεται ολοκληρωτικά από την απειλή του φόβου και του θανάτου χάνει σταδιακά κάθε ίχνος κοινωνικής συνείδησης.  Εξαφανίζονται από τους ανθρώπους τα αισθήματα της αλληλεγγύης, της εμπιστοσύνης και της ανθρωπιάς και οι περισσότεροι ζουν μόνο για να κατασπαράξουν τους γύρω τους.  

Ο ατομισμός και η αδιαφορία για οτιδήποτε συμβαίνει περα από την πόρτα του καθενός, μετατρέπεται σιγά – σιγά σε αποκτήνωση και βέβαια, δεν λείπει και η πολιτική διάσταση -εξαίρεση για τον, κατά τα άλλα απολιτίκ, Ιονέσκο- καθώς με αφορμή την απειλή της πανούκλας οι ελευθερίες περιστέλλονται, σταθερά εξαφανίζονται ώστε σταδιακά γεννιέται μια απολυταρχική διακυβέρνηση που όλους τους «βολεύει».
Δεν έχει σημασία αν η πόλη που οραματίσθηκε ο Ιονέσκο ξυπνάει κάποια στιγμή από το θλιβερό της όνειρο, και συνεχίζει τη ζωή της, σαν όλα αυτά να μην συνέβησαν ποτέ.  Ίσως κι όλοι εμείς να κάνουμε κάποτε το ίδιο, όπως έκαναν παλιότερα οι κοινωνίες που έζησαν την πανώλη, τη χολέρα, ή άλλες επιδημίες…

Πάντως το έργο φαντάζει σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ. Όλα τα παράλογα με κορυφαίο αυτό της αλματώδους παγκόσμιας εξάπλωσης του φονικού κορονοϊού, δημιουργούν ένα κλίμα φόβου σαν κι αυτό που έχτισε ο Ιονέσκο με το ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ. Ο θάνατος περιφέρεται παντού δείχνοντας  ειρωνικό χαμόγελο προς όλες τις κατευθύνσεις, τους εξομοιώνει όλους βάζοντάς τους σε ένα παιχνίδι τρόμου, βίας, καταστροφής και αυτοκαταστροφής: Όταν όλοι έρχονται αντιμέτωποι με το θάνατο, η αίσθηση του εγκλεισμού και του αποκλεισμού όσων βρίσκονται σε καραντίνα, προκαλεί δυσφορία και δύσπνοια. Tο μέλλον έχει προδιαγραφεί, οι άνθρωποι νοιώθουν φυλακισμένοι, δεν μπορούν να διαφύγουν από πουθενά, όποιος επιχειρήσει να δραπετεύσει θα κολλήσει τον ιό του θανάτου, όποιος θελήσει να πέσει στη θάλασσα θα πνιγεί, όποιος ανέβει στα τείχη θα πυροβοληθεί, κι έτσι ο θάνατος εξομοιώνει τους πάντες και μπροστά του, μεγάλους και μικρούς, βασιλείς και στρατιώτες, σπουδαίους και μη.


Κι είμαστε εδώ σήμερα, εν μέσω έτους 2020 μ.Χ. βιώνοντας την εξέλιξη και την πρόοδο και ταυτόχρονα κάνοντας τρόπο ζωής τα περί παραλόγου του Ευγένιου Ιονέσκο. Το παράλογο έχει τόσο για τα καλά μπει στη ζωή μας που φαντάζει ως κάτι φυσιολογικό.  Το να πίνουμε μαζί τον καφέ μας, αλλά σε χωριστά δωμάτια με ελαστικά γάντια και με μάσκα, είναι φυσιολογικό.   Το να κυκλοφορούμε στο ίδιο σπίτι αλλά εκ περιτροπής γιατί ο αέρας μπορεί να μας μολύνει, φαίνεται φυσιολογικό.  Και εντέλει, όταν βγαίνουμε ανεξέλεγκτα γιατί θέλουμε να νοιώσουμε «ελεύθεροι» πάλι φυσιολογικό θεωρείται γιατί εμείς οι «άνθρωποι» έχουμε την «επανάσταση» μέσα μας, ενώ το περίεργο είναι ότι ενώ προκαλούμε το τέλος, λίγο πριν την ύστατη ώρα αναρωτιόμαστε γιατί συμβαίνει αυτό το άδικο…

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2019

Η Γερτρούδη Στάιν και η Συνοδός της

Η δράση ξεκινά με τον θάνατο της Γερτρούδης Στάιν.  Τα φώτα έχουν σβήσει, η ατμόσφαιρα είναι βαριά και το φάντασμά της έρχεται να συναντήσει την σύντροφο της ζωής της Αλις Τόκλας, μέσα στο σαλόνι του σπιτιού τους, το σαλόνι που φιλοξένησε για χρόνια μεγάλες μορφές της λογοτεχνίας και της τέχνης, το σαλόνι που "άκουσε" ενδιαφέρουσες συζητήσεις, βιτριολικές ατάκες, ιδιόρυθμα ειρωνικά σχόλια, βαθείς στοχασμούς, εμβριθείς αναλύσεις αλλά και απίστευτα κουτσομπολιά.  Δεν είναι τυχαίο οτι η παρουσία του Έρνεστ Χέμινγουέη, του Ματίς και του Πάμπλο Πικάσο είναι ιδιαιτέρως αισθητή σε όλη τη διάρκεια της παράστασης στο θέατρο ΑΛΜΑ.  Οι μορφές τους βρίσκονται σχεδόν πάνω στη σκηνή και συνομιλούν με το θεατή.

Το σκηνικό είναι υποβλητικό, σε βάζει αμέσως στο νόημα, τόσο μεστό και ώριμο που η ατάκα του Wells η οποία βγαίνει απο το στόμα της Γερτρούδης και λέει "Πέθανα σήμερα" θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί έως και πλεονασμός.  Αυτό είναι το θέατρο, αυτή είναι η μαγεία της σκηνής.  Μπορεί να σου το πεί χωρίς να το εξηγήσει.  Μπορεί να σου το δώσει να το καταλάβεις και να το νοιώσεις ακόμα, μπορεί να σε κάνει να λυπηθείς, να χαρείς ή να πονέσεις.  Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού όλο αυτό το στήσιμο πέρασε απο τα μαγικά χέρια του Γιώργου Πάτσα...

Η παράσταση "Η Γερτρούδη Στάιν και η Συνοδός της" σε σκηνοθεσία της Νικαίτης Κοντούρη, που έχει στο επίκεντρό της την ιδιαίτερη σχέση των δύο γυναικών καθόρισε κατά πολύ όλες τις μορφές της τέχνης στα σαλόνια των Παρισίων, στα χρόνια του μεσοπολέμου.   Παλιότερα, είχε ξαναπαιχτεί με εξαιρετική επιτυχία στο θέατρο Αμόρε, με τις ίδιες πρωταγωνίσριες που λάτρεψαν τό έργο και το απογείωσαν, την Μαρία Κατσιαδάκη στο ρόλο της Γερτρούδης και την Λυδία Φωτοπούλου στο ρόλο της αγαπημένη της συντρόφου Άλις.


Το κείμενο της παράστασης είναι απολαυστικό και το γεγονός οτι μένει στα χέρια του θεατρόφιλου θεατή όλο το κείμενο της παράστασης με το υπέροχο βιβλιαράκι των εκδόσεων "5η Εποχή", σε κάνει να νοιώθεις πως παίρνεις μαζί σου την ιστορία των δύο γυναικών που τόσο δαχτυλοδειχτούμενες ήταν στην εποχή τους.  Η Γερτρούδη προερχόταν απο εύπορη οικογένεια εβραϊκής καταγωγής, βρέθηκε να είναι απο τις πρώτες γυναίκες που σπούδασαν στα έδρανα της Ιατρικής Σχολής του διαπρεπούς  John's Hopkins University για να τα εγκαταλείψει λίγο αργότερα για να ταξιδέψει με τον αδελφό της στην Ευρώπη.  Έμελλε να γίνουν απο τους πρώτους συλλέκτες έργων των κυβιστών και άλλων πρωτοποριακών ζωγράφων της εποχής όπως ο Ματίς,  ο Πικάσο, ο οποίος ζωγράφισε το πορτραίτο της το οποίο σήμερα βρίσκεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νεας Υόρκης.  Η αίθουσα τέχνης που διατηρούσαν στο Παρίσι τα δύο αδέλφια απο την Αμερική σύντομα έγινε πόλος έλξης για την καλλιτεχνική κοινότητα της πόλης.


Η Γερτρούδη Στάιν, έγινε συνώνυμο της πρωτοπορίας, ήταν οπαδός του κυβισμού ακόμη και στα γραπτά της.  Στη λογοτεχνία χρησιμοποιούσε πολλές φορές την επανάληψη με παραλλαγές, την ακραία απλοποίηση και την κατάτμηση για να εστιάσει στη "στιγμή".   Η αρτιότερη παρουσίαση της θεωρίας της βρίσκεται στο δοκίμιό της "Σύνθεση και εξήγηση" (1926) πάνω στο οποίο βασίστηκαν οι διαλέξεις της στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και του Καίμπριτζ.  Επίσης ένα άλλο έργο της που σφραγίσθηκε επίσης απο την θεωρία του κυβισμού ήταν το "Τρυφερά Κουμπιά" (1914),  έγραψε θεατρικά, λιμπρέτα, καθώς και αφηγήματα εμπνευσμένα απο τη ζωή τριών γυναικών της εργατικής τάξης ("Τρεις Ζωές" 1909), ενώ έγραψε επίσης και το ιδιαίτερα επιτυχημένο εμπορικά "Η αυτοβιογραφία της Αλις Μπ.Τόκλας" (1933), μια αντίφαση απο μόνο του, μιας και η Άλις δεν έγραψε ούτε μια σελίδα του.  Οι κριτικοί θεώρησαν οτι αυτός ήταν ένας πρωτοποριακός τρόπος για να μιλήσει η ίδια η Στάιν για τον εαυτό της, τα θέλω της, τις προτιμήσεις της και τη ζωή της.

Η Γερτρούδη Στάιν πέθανε απο καρκίνο στις 27 Ιουλίου 1946 στα 72 της, μετά απο 39 χρόνια συζυγικής ζωής με την Άλις Τόκλας που υπήρξε γι αυτήν έμπιστη φίλη, ερωμένη, μούσα, μαγείρισσα, ατζέντης και κριτικός.  Ανέλαβε για εκείνην ακόμα και την αυτοέκδοση κάποιων έργων της. Όταν ο Γερτρούδη της είχε προτείνει να γράψει την αυτοβιογραφία της, η απάντηση της Αλις ήταν "Εγώ είμαι μια πολύ καλή νοικοκυρά και πολύ καλή κηπουρός και πολύ καλή κεντήστρα και πολύ καλή γραμματέας και πολύ καλή συντάκτης και πολύ καλή κτηνίατρος, και όλα αυτά πρέπει να τα κάνω συγχρόνως και μου είναι δύσκολο να προσθέσω σε όλα τούτα και το να γίνω μια πολύ καλή συγγραφέας".  Έτσι το έγραψε η ίδια.  Το βιβλίο, ενώ χρησιμοποιεί τη φωνή της Άλις, βιογραφεί την ίδια την Γερτρούδη, και αυτό, μαζί με το γεγονός οτι κοινωνικά ήταν πολύ προχωρημένη για την εποχή της η επιλογή των δύο γυναικών να ζήσουν επισήμως μαζί ως σύζυγοι, το απογείωσε και το έκανε μεγάλη εμπορική επιτυχία.  



Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2019

ΒΗΣΘΑΒΕ, ένα ερωτογράφημα

Θα φαινόταν λογικό να ασχοληθώ με τις "Επικίνδυνες Μαγειρικές" του Ανδρέα Στάϊκου που μετά την κινηματογραφική τους εκδοχή, ανεβαίνουν φέτος και στο σανίδι, και τρόπον τινά υπήρξε κάποτε και βίωμά μου γιατί την εποχή που γραφόταν βρισκόμουν σε κάποιο διάλογο με τον θεατρικό συγγραφέα Ανδρέα Στάϊκο -θυμάμαι να το συζητούμε με την ολιγομελή μας ομάδα- όμως δεν το κάνω ακόμα. Δεν το τολμώ, αν και είναι της μόδας οι ιστορίες της γαστριμαργίας.  Όλα θέλουν το χρόνο τους.  Μπορεί να πέρασε αρκετός καιρός μα δεν το κάνω γιατί τα βιβλία δεν είναι εφημερίδα, δεν είναι κείμενα εφήμερα και αναλώσιμα, αυτό είναι το μότο μου, αφού ως δημοσιογράφος γνώρισα και έζησα πλάι-πλάι με το εφήμερο τόσα χρόνια και ως συγγραφέας και αναγνώστης μαζί, σέβομαι και βιώνω το διαρκές, το ακατάληκτο, το απέθαντο και το παντοτινό μερικές φορές, αν κανείς μπορεί τελικά να την ξεστομίσει αυτή τη λέξη.  
Επιλέγω λοιπόν να ασχοληθώ με την ΒΗΣΘΑΒΕ του Ανδρέα Στάϊκου, μια ιστορία γεμάτη χιούμορ, ερωτισμό κι ανατροπές που γράφτηκε παλιότερα.  Αφορά και αυτή το σύμπλεγμα και τα όρια μιας στενής σχέσης τριών προσώπων,  κι επικεντρώνεται σε αυτό το θανάσιμο παιχνίδι, το παιχνίδι του έρωτα που επιμένει να περνάει από τις επικίνδυνες σχέσεις ελέγχου, κυριαρχίας και εξουσίας στον σκοτεινό πυρήνα της σεξουαλικότητας του ανθρώπου. Πόσοι από τους γύρω σας βιώνουν έναν βαθύ ηδονικό έρωτα και δεν θέλουν να έχουν τον απόλυτο έλεγχο των καταστάσεων;  Πόσοι δεν αρνούνται την οδύνη και τον εξευτελισμό προκειμένου να φτάσουν στο τέλος της απόλυτης παράδοσης και εν τέλει και της παραφροσύνης;
Στο βιβλίο αυτό δρουν τρία πρόσωπα, ένας ευυπόληπτος γιατρός, ο Επαμεινώνδας Κωνσταντακόπουλος, μια σαγηνευτική γυναίκα η Λέιλα, και η «φιλήδονη» κόρη της -«ένα πλάσμα έξω από τα όρια και τους κανόνες της φύσεως και της κοινωνίας»- τα οποία συναντιούνται στον τόπο της ερωτικής απόλαυσης και μοιράζονται  συναισθήματα ακραία, την ηδονή και την οδύνη. Το δαιμονικό δίδυμο της μάνας και της κόρης παρασύρουν τον γιατρό σ’ ένα ερωτικό παιχνίδι ακραίων ορέξεων που περνάει από τη γοητεία και τη μύηση, σε κάποιο σημείο ξεπερνάει τα όρια και φτάνει στην απόλυτη παράδοση, ακόμα και στον θάνατο.  
Φυσικά ο Ανδρέας Στάϊκος προωθεί την αφήγηση έντεχνα, μπορεί να μην είναι πρώτη φορά που ασχολείται με τη διακωμώδηση των ανθρωποφαγικών ορέξεων του έρωτα, ωστόσο με το βιβλίο αυτό δεν σε προϊδεάζει ότι οι ήρωες έχουν μύχια σχέδια, είναι προβληματικοί ή κάτι τέτοιο, και χρησιμοποιώντας ένα τέχνασμα, ένα παιχνίδι -για τον συγγραφέα εργαλείο καθοριστικό-  οργανώνει και προωθεί την αφήγηση και τη δράση.  Το παιχνίδι είναι μια δραστηριότητα με κανόνες οι οποίοι δεν έχουν άλλο νόημα πέρα από αυτό που τους προσδίδει το ίδιο το παιχνίδι. Το πλαίσιό του μπορεί να είναι αυστηρό, τελετουργικό, αλλά συγχρόνως είναι ανοιχτό, απαιτεί τη φαντασία, την επινόηση, την προσποίηση, τη θεατρικότητα, τον ελιγμό. Αποβλέπει μόνον στην απόλαυση του παιχνιδιού και δεν υπηρετεί απολύτως κανέναν αλλότριο σκοπό. Η έκβασή του δεν είναι προκαθορισμένη για κανέναν και η μοναδική του προϋπόθεση είναι οι παίκτες να μοιράζονται την ίδια αντίληψη για τη σημασία του.
Η ειρωνεία που ποτίζει όλα τα στρώματα της αφήγησης, είναι απόλυτα συναρτημένη με το παιχνίδι. Κατ’ αρχάς το πεδίο της γλώσσας και του ύφους. Η δουλεμένη γλώσσα του Στάϊκου, που διατηρεί ζωντανή την ανάμνηση της απλής καθαρεύουσας (η χρήση του πληθυντικού ακόμα και σε βίαιες ερωτικές σκηνές εγγράφεται σε αυτό το πλαίσιο και δηλώνει καταφανώς τις επιρροές και την καταγωγή του από τα γαλλικά ερωτογραφήματα) και δίνει στο αφήγημα μια εσάνς παλιομοδίτικη, κάτι από πατιναρισμένο έπιπλο σεκρετέρ μιας εποχής, μια γεύση από την καθαρεύουσα του Α. Εμπειρίκου στον Μεγάλο Ανατολικό, χαράζεται από την αιφνίδια ανάδυση λαϊκών εκφράσεων, με αποτέλεσμα το ειρωνικό παιχνίδι με τη γλώσσα και η σταθερή σκωπτική διάθεση, να είναι κύριο χαρακτηριστικό του ύφους.
Ωστόσο τα πρόσωπα, είναι περσόνες για θεατρικό, δεν έχουν το βάθος, την αδιαφάνεια και την αληθοφάνεια μυθιστορηματικών προσώπων. Είναι θεατρικοί χαρακτήρες που  υποδύονται τον ρόλο τους στο εσωτερικό του ερωτικού παιχνιδιού. Ο μόνος που διαθέτει κάποια εσωτερικότητα είναι ο γιατρός, ο οποίος αναστοχάζεται αυτά που του συμβαίνουν επαναλαμβάνοντας σπαραξικάρδιες κοινοτοπίες σχετικά με τον κυρίαρχο σεξουαλικό ρόλο των ανδρών, τον οποίον αντιπαραθέτει στην ταπείνωση και τον ευτελισμό που υφίσταται χάριν της ηδονής.  Πόσοι άνδρες άραγε σήμερα θα έβρισκαν τον εαυτό τους μέσα από μια τέτοια κάπως "ακατάλληλη δι ανηλίκους" παράσταση;
Όπως όλες οι ακραίες καταστάσεις στο θέατρο, στον κινηματογράφο μα και στα γραπτά, ενέχουν και το γλυκόπικρο στοιχείο.  Έχουν κάποια επίγευση γελοιότητας που μερικές φορές ανακατεύει το στομάχι του θεατή, ή του αναγνώστη.  Στο κλειστό σύμπαν που δημιουργείται με αυτόν τον τρόπο, κάθε ψυχική εκδήλωση έχει ευθύς εξαρχής υπονομευθεί και αποδομηθεί από την ειρωνεία, έχει μετατραπεί σε στοιχείο καρναβαλικό. Εξαίρεση αποτελούν η ηδονή και η οδύνη, οι ποικίλες απολαύσεις της σάρκας, το φαγητό, ο καπνός και το αλκοόλ.
Στο κέντρο του αφηγήματος, συναντούμε την Βηθσαβεέ, που είναι η κινητήρια δύναμη που οργανώνει και σκηνοθετεί το ερωτικό παιχνίδι. Ένα κορίτσι αίνιγμα, «η μικρή θεά, θεά της νεότητας και θεά της αθωότητας», η δεκατριάχρονη καλλονή που θα παρασύρει τον Επαμεινώνδα στο παιχνίδι της ηδονής, της ταπείνωσης, και του θανάτου, φέρει το εμβληματικό όνομα "Βηθσαβέ".
Όνομα βιβλικό, όνομα μιας γυναίκας που η ομορφιά της μάγεψε τον Δαυίδ και τον οδήγησε στον φόνο. Από την ιστορία της πηγάζουν ένα σωρό άλλες ιστορίες, πανάρχαιες και σύγχρονες, που σίγουρα δεν αφορούν μόνον τον Δαυίδ και τις αμαρτίες του: Από τον εξώστη του παλατιού του «είδε γυναίκα λουομένην καλή τω είδει σφόδρα» (Βασιλειών Β’, ΙΑ). Έστειλε ανθρώπους του να τη φέρουν και «έλαβεν αυτήν, και εισήλθε προς αυτήν και εκοιμήθη μετ’ αυτής». Έδωσε εντολή να σκοτώσουν τον άνδρα της και την παντρεύτηκε. Η διπλή αμαρτία της μοιχείας και του φόνου είναι η αιτία των δεινών που υπέστη και της μακρόχρονης μετανοίας του, που μέρος της είναι η ποιητική δημιουργία των Ψαλμών.
Αλλά η Βηθσαβεέ δεν είναι μόνον πηγή λογοτεχνίας, είναι επίσης μητέρα του μεγάλου βασιλιά Σολομώντα και μακρινή πρόγονος του Ιησού Χριστού (Κατά Ματθαίον, 1, 6). Αναμφίβολα η ειρωνεία του Στάϊκου ανατρέπει αυτό το τρομερό πλαίσιο αναφοράς του ονόματος και το αντικαθιστά με μια διευκρίνιση της Λέιλας –«της θείας τσούλας»- που αφήνει τον Επαμεινώνδα άναυδο: «Ναι, είναι ένα όνομα κοινότοπο αλλά πραγματικά προτιμώ παρόμοια ονόματα παρά τα σπάνια και βαρύγδουπα ονόματα, όπως επισημαίνει με απόλυτη φυσικότατα η Λέιλα».
Τι είναι, λοιπόν, η Βηθσαβεέ, αυτό το θείο πλάσμα που στέκεται ακριβώς στο όριο, στο σύνορο που συγχρόνως χωρίζει και ενώνει το αθώο, αφελές, παιδί και τη φιλήδονη και ερωτικά πολυμήχανη γυναίκα; Έχω τη γνώμη ότι η Βηθσαβεέ είναι η θεά του παιχνιδιού, αυτή που δίνει στην ερωτική πράξη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του παιχνιδιού.
Στον κόσμο της, που είναι ο κόσμος του αφηγήματος, δεν υπάρχουν συναλλαγές, υπάρχουν μόνον δώρα που σου χαρίζουν, ή χαρίζεις εσύ. Αντιθέτως με όσα βλέπουμε στην καθημερινότητα, δεν υπάρχουν σχέσεις κυριαρχίας, ή εξουσίας, αλλά η ισότιμη συμμετοχή στο παιχνίδι και η δίκαιη διανομή της απόλαυσης. Η Βηθσαβεέ δεν ασκεί βία ή καταναγκασμό, θέλει απλώς να μοιραστεί εξίσου, σε ένα καθεστώς απόλυτης κοινοκτημοσύνης, τα αγαθά της ηδονής και της οδύνης. Όπως στο παιχνίδι δεν υπάρχει η αυστηρή διάκριση ενεργός/παθητικός, αλλά κάθε παίκτης, ανάλογα με τη φάση του παιχνιδιού, γίνεται διαδοχικά και ενεργός και παθητικός, το ίδιο και στον έρωτα οι ρόλοι διαδοχικά εναλλάσσονται. Αυτό που δεσπόζει είναι η απόλαυση και ο δίκαιος κανόνας της ισότιμης διανομής.
Ακόμα και στην τελευταία σκηνή, όταν η Βηθσαβεέ παίζει με τον ιατρό το θανάσιμο παιχνίδι της ερωτικής ρώσικης ρουλέτας, δεν επιβάλλει κάτι που αρνείται να επιβάλλει στον εαυτό της. Αντίθετα, αυτή δίνει πρώτη το παράδειγμα: «Θα ξεκινήσω εγώ, είπε η Βηθσαβεέ και με χέρι σταθερό βύθισε την κάννη του όπλου στο στενότατο άνοιγμα των εξαίσιων οπισθίων της». Αυτό το παιχνίδι της προσφέρει την ύψιστη ηδονή, «σπασμούς σπάνιας έντασης». Ο θανάσιμος κίνδυνος και η αποδοχή του ωθούν την απόλαυση στο απώτατο άκρο: «Και μέσα στον αλλόφρονα σπαραγμό της ακούστηκε ο μεταλλικός ήχος της σκανδάλης. Κάτι σαν ωκεάνιο κύμα κινήθηκε, μια παλίρροια». Αυτή την υπέρτατη ηδονή θέλει να μοιραστεί με τον σύντροφό της: «Τώρα, κύριε Επαμεινώνδα, η σειρά σας, μου είπε με τρεμάμενη από την ηδονή φωνή».
Αν πέρα από την ειρωνεία, που ανατρέπει τις κυρίαρχες αντιλήψεις και σαρκάζει τις κοινοτοπίες για τους ρόλους των δύο φύλων, υπάρχει ένα μάθημα που μας προτείνει ο Ανδρέας Στάϊκος, που μέσα και απο άλλα κείμενα, όπως "Τα Ατακτα Κορίτσια", έτσι και τώρα προτείνει την ανάλυση της φύσης του ερωτικού παιχνιδιού. Ενός παιχνιδιού που μπορεί να είναι «θανάσιμο», γιατί όσο πιο βαθιά διεισδύει στην ύπαρξη των ανθρώπων, τόσο πιο αποτελεσματικά καταλύει τα δεδομένα και προχωρεί στην αποδόμηση των παραδοχών και των κεκτημένων, ενώ αφαιρεί κάθε νόημα απο τις "ταυτότητες" που συγκροτούν τον κοινωνικά διαμορφωμένο εαυτό τους.
Ο Ανδρέας Στάικος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1944. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και στην Εθνική Σχολή Δραματικής Τέχνης στο Παρίσι (Conservatoire National d’art dramatique). Είναι θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης, πεζογράφος και μεταφραστής. Έχει γράψει και -συνήθως- σκηνοθετήσει τα έργα: "Δαίδαλος" (1971), "Κλυταιμνήστρα;" (1974), "Καρακορούμ" (1989), "1843" (1990), "Το μικρό δακτυλάκι της Ολυμπιάδος" (1992), "Φτερά στρουθοκαμήλου" (1994), "Το μήλον της Μήλου" (1996), "Η αυλαία πέφτει" (1999), "Αισχροτάτη Εριέττα" (2002), "Καπνοκράτωρ" (2005), "Ναπολεοντία" (2007), κ.ά. Μεταφραστής του Μολιέρου, του Μαριβώ, του Αλφρέ ντε Μυσσέ, του Λαμπίς, όπως και των "Επικίνδυνων σχέσεων" του Λακλό. Οι περισσότερες μεταφράσεις του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις "Άγρα". Το βιβλίο του "Επικίνδυνες μαγειρικές" ("Les liaisons culinaires"), το οποίο πρόσφατα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, μεταφράστηκε και εξακολουθεί να μεταφράζεται σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες καθώς και στα ιαπωνικά. Κατά καιρούς έχει διδάξει στο Τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Παντείου Πανεπιστημίου καθώς στο Τμήμα Θεάτρου του ΑΠΘ. Συνεργάζεται με τα Εργαστήρια Λογοτεχνικής Μετάφρασης του Γαλλικού Ινστιτούτου επί σειρά ετών.