Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

"Το παν είναι να αντέξουμε"

Μια φορά κι έναν καιρό, σε κάποιο μέρος του κόσμου μακρινό,  οι άνθρωποι περπατούσαν με το σώμα στητό και τα χέρια ελεύθερα...... Ολοι εμείς, σε μια χώρα που οι άνθρωποι περπατούν με δεκανίκια αιφνιδιαστήκαμε, δηλαδή πέσαμε απο τα σύννεφα, όταν μας το αποκάλυψε χθες μια παραμυθού μοναδική, γητεύτρα του λόγου και των ιστοριών.

Η Λίλη Λαμπρέλλη μας μάγεψε όπως πάντα κάνει με τις αφηγήσεις της, χθες βράδι, στο Free Thinking Zone της οδού Σκουφά.   Την απολαύσαμε να μας λέει κάποιες απο τις ιστορίες που περιέχονται στο νέο βιβλίο της "Δέκα και ένα Παραμύθια σοφίας για καιρούς κρίσης και άλλων δεινών".

Μεγάλος ο τίτλος για ένα μικρό βιβλιαράκι έ; Ισως. Μεγάλο το θέμα το οποίο αποτελεί κοινό τόπο των ιστοριών όμως.   Εκεί κάπου, στο θάνατο, στο πένθος, στην καταστροφή, στην εξαφάνιση, υπάρχει ο σπόρος της ελπίδας. Αυτό ανασύρει ο ήρωας.  Αισθάνεται οτι έτσι κι αλλιώς είναι χαμένος.  Τί γίνεται όμως εάν για παράδειγμα , βρει στο δρόμο του ένα ρεβύθι, όπως συνέβη τον Πολυροβιθά;   Ο ήρωας μπορεί να ζήσει ανατροπές.

Γιατί σε όλες του τις μορφές, το λαϊκό παραμύθι στην ουσία μιλάει για ανατροπές με πρώτη και καλύτερη την ανατροπή της παιδικής ηλικίας.  Η ανατροπή, όπως βλέπουμε στα παραμύθια της αγαπημένης μας Λίλης Λαμπρέλη, είναι πλασμένη απο μικρούς θανάτους και συνεχείς αναγεννήσεις, η ανατροπή  προκαλεί μετακίνηση, απαιτεί αντοχή κι εμπιστοσύνη στη ζωή.  Μα μπορεί να φέρει το νέο, να αλλάξει τα πράγματα άρδην, να προκαλέσει μια νέα κατάσταση....

Νεα κατάσταση. Τί κατάσταση; Μαύρη; Ασπρη; Ευημερούσα; Φτωχή; Αγαπησιάρικη; Πολεμική; Χειρότερη ή καλύτερη; Αγνωστο. Κι όπως λέει o Ρίλκε "ποιός μίλησε για νίκες, το πάν είναι να αντέξουμε"!

Αλλωστε τί είναι η τύχη; Τί είναι η ατυχία; Ολα περνούν, κι όλα ξανάρχονται ... Κι αφού, όπως λέν τα παραμύθια, πολλά κακά βγαίνουμε σε καλό, μπορούμε να ελπίζουμε....

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Στην άγρια πλευρά της ζωής


Στον Κόσμο των Τεράτων επανέρχομαι ξανά και ξανά, σα να είναι μια σταθερή παράμετρος, σα να είναι, ο πιο γνώριμος και ο πιο ασφαλής κόσμος, απο τα χρόνια τα παλιά.....


Ο Maurice Sendak , που άφησε τον ανθρώπινο κόσμο  στις αρχές του Μάη, θεωρείται ο πιο σημαντικός εικονογράφος παιδικών βιβλίων του 20ου αιώνα, γιατί πήρε το εικονογραφημένο παιδικό βιβλίο από τον «ασφαλή, απολυμασμένο κόσμο του παιδικού δωματίου και το βύθισε στα σκοτεινά, τρομακτικά και βασανιστικά όμορφα κοιλώματα της ανθρώπινης ψυχής».


Το Where the wild things are αν και αμετάφραστο στην Ελλάδα έχει πουλήσει παγκοσμίως 19 εκατομμύρια αντίτυπα από τη στιγμή που πρωτοεκδόθηκε το 1963: Ο Μαξ, είναι ένα αγόρι που ξεκινάει ένα ταξίδι με τη φαντασία του στη χώρα των τεράτων, όταν η μητέρα του τον στέλνει τιμωρία στο δωμάτιό του να κοιμηθεί χωρίς βραδινό...


Εξηγώντας ο ίδιος έγραφε: «Ήμουν φιλάσθενος όταν ήμουν παιδί και έδειχνα προτίμηση στα βιβλία και τη ζωγραφική. Περνούσα ώρες στο παράθυρό μου, σχεδιάζοντας τα παιδιά της γειτονιάς καθώς έπαιζαν. Σχεδίαζα και πρόσεχα και αυτά τα σημειωματάρια έγιναν αργότερα το γόνιμο έδαφος της δουλειάς μου. Δεν υπάρχει κανένα βιβλίο που να έχω γράψει ή εικόνα που έχω ζωγραφίσει που δεν τους χρωστά με κάποιο τρόπο την ύπαρξή του. Αν έχω ένα ιδιαίτερο χάρισμα, δεν είναι ότι ζωγραφίζω καλύτερα από άλλους ανθρώπους – ποτέ δεν ξεγέλασα τον εαυτό μου με τέτοιες σκέψεις. Το χάρισμά μου είναι μάλλον πως θυμάμαι πράγματα που άλλοι άνθρωποι ξεχνούν: τους ήχους και τα συναισθήματα και τις εικόνες – τη συναισθηματική ποιότητα- ιδιαίτερων στιγμών της παιδικής ηλικίας. Ευτυχώς, ένα ουσιαστικό κομμάτι του εαυτού μου –η ζωή στα όνειρά μου- ζει ακόμη στο φως της παιδικής ηλικίας.


Και μετά ήταν τα βιβλία που αγαπούσα – αυτά τα φτηνά, από χαρτοπολτό, φανταχτερά σχεδόν κακόγουστα εικονογραφημένα κόμικς και ιστορίες. Καλύτερα απ’ όλα, ίσως, ήταν οι ταινίες της παιδικής μου ηλικίας – οι απολαυστικές ταινίες τρομερών τεράτων και οι εικονογραφικά ζωντανές, τόσο παράλογα χαριτωμένες φιγούρες του Μίκυ Μάους και του Τσάρλυ Τσάπλιν. Αυτές ήταν οι κυρίως επιρροές μου ως νέου καλλιτέχνη.


Η εικονογράφηση είναι μια μεγέθυνση, μια απόδοση του κειμένου, έτσι ώστε ο αναγνώστης να καταλάβει τις λέξεις καλύτερα. Ως καλλιτέχνης υπηρετείς πάντα τις λέξεις. Δεν πρέπει ποτέ να εικονογραφείς ακριβώς αυτό που είναι γραμμένο. Πρέπει να βρεις ένα χώρο στο κείμενο, απ’ όπου οι εικόνες θα κάνουν τη δουλειά τους. Κι ύστερα πρέπει να αφήσεις τις λέξεις να κυριαρχήσουν εκεί που εκείνες το κάνουν καλύτερα. Είναι ένα αστείο είδος ταχυδακτυλουργίας. Το καλλιτεχνικό ύφος είναι μόνο ένας τρόπος για ένα τέλος, και όσα περισσότερα στυλ διαθέτεις τόσο το καλύτερο. Αν παγιδευτείς μέσα στο ύφος σου χάνεις κάθε ευελιξία. Αν έχεις μόνο ένα στυλ, τότε θα κάνεις ξανά και ξανά το ίδιο βιβλίο, πράγμα που είναι λίγο βαρετό. Τα διαφορετικά στυλ εικονογράφησης σου επιτρέπουν να μπαινοβγαίνεις μέσα στα βιβλία. Έτσι λοιπόν ανέπτυξε ένα κομψό στυλ, ένα χοντροκομμένο στυλ, ένα λεπτεπίλεπτο στυλ και ένα πραγματικά άγριο στυλ.

Ως ένας επίδοξος καλλιτέχνης θα πρέπει να πασχίζεις να είσαι αυθεντικός. Πρέπει να έχεις κάτι να πεις και ένα φρέσκο τρόπο για να το πεις. Καμιά ιστορία δεν αξίζει να γραφτεί, καμιά εικόνα να φτιαχτεί, αν δεν είναι ένα έργο της φαντασίας και της σκέψης.»

Κυριακή 29 Απριλίου 2012

Εισιτήριο για το Μουσείο της Αθωότητας

Ένα μουσείο συναισθημάτων, ήρθε για να δώσει σάρκα και οστά στο «Μουσείο της Αθωότητας» μέσα σε ένα σκούρο κόκκινο αρχοντικό κτίσμα, στην καρδιά της Κωνσταντινούπολης, εκεί κάπου, στην αγορά με τις αντίκες.
Το «Μουσείο της Αθωότητας» είδε το φως της δημοσιότητας το 2008, δύο χρόνια αφού ο Ορχάν Παμούκ έλαβε το Νόμπελ. Ο ήρωας, ο Κεμάλ, γεννήθηκε όπως και ο συγγραφέας του , στην αριστοκρατική γειτονιά της πόλης.
Όταν αποφάσισε να «σπάσει» την κοινωνική συνθήκη, τι άλλο θα μπορούσε να είναι ο λόγος? Έρωτας. Ένα κορίτσι, πωλήτρια σε κατάστημα, πήρε τα μυαλά του Κεμάλ που αποφάσισε να τα εγκαταλείψει όλα για να την κερδίσει.
Τον αναγνώστη τον κερδίζει η ιστορία, αλλά σίγουρα δεν τον απατά. Δεν τον ξεγελάει. Ο Ορχάν Παμούκ έχει κάνει καλά για ένα μικρό –παλιότερα-- τη δουλειά του σεναριογράφου. Σίγουρα το φόντο της ιστορίας με τα 83 κεφάλαια, έχει κάτι από μελό τουρκικής σαπουνόπερας, όμως ο πόνος είναι κεντρικό θέμα στην πραγματική ζωή και έχει αποτελέσει αγαπημένο χώρο για τις νουβέλες. 

 Ο πόνος αυτός είναι πραγματικός, αυθεντικός και --συχνά στα γραπτά του Ορχάν Παμούκ— αναδεικνύει το άγχος που έχει κάποιος που γνωρίζει καλά ότι δεν φτάνει να υποδύεσαι ότι ζεις σε μια εκσυγχρονισμένη κοινωνία. Δεν αρκεί να προσποιείσαι, γιατί στο βάθος ξέρεις ότι ζεις σε μια κοινωνία οπισθοδρομική , που ζει «ψευδώς» και μιμείται τον δυτικόφερτο τρόπο ζωής .
Το «άγχος» αυτό το εντοπίζουμε και σε άλλα βιβλία του Νομπελίστα συγγραφέα και προδίδει το άγχος της κοινότητας των διανοουμένων στη χώρα του. Αντέχει η Τουρκία να βγει από την εικόνα της? Είναι αληθινό το πρόσωπο που δείχνει προς τα έξω?


 Όταν αγαπημένη του Κεμάλ πεθαίνει, εκείνος ζει σαν θηρίο στο κλουβί. Δεν βρίσκει πουθενά την ηρεμία του. Φτιάχνει λοιπόν ένα μουσείο, όπου στεγάζει όλα εκείνα τα αντικείμενα που εκείνη άγγιξε. Από τις αλατιέρες του πατρικού της σπιτιού, μέχρι το καθρεφτάκι της. Τα σκουλαρίκια της, τα χτενάκια από τα μαλλιά της, καθώς και το φόρεμα που φορούσε όταν την πρωτογνώρισε, βρίσκονται σε περίοπτη θέση στο μουσείο που , τελικά χτίστηκε μετά από πολλά προβλήματα με την τουρκική γραφειοκρατία…

 «Το Μουσείο αυτό μας μεταφέρει την ατμόσφαιρα του βιβλίου» λέει ο Ορχάν Παμουκ σε μια συνέντευξη του. Το Μουσείο, όπως άλλωστε και το βιβλίο, είναι ένα εγκώμιο για τη γενέτειρα του Ορχάν Παμούκ, αλλά ταυτόχρονα είναι και ένας θρήνος για μια χαμένη αγάπη. «Είναι νοσταλγικό Μουσείο» λέει , αλλά δεν μένει σε αυτό: «Είναι ακόμα κάτι. Εδώ προσπαθούμε να συντηρήσουμε κάποια πράγματα που έχουν μείνει κρυμμένα, την κοινή εστία, τις καθημερινές αρετές. Πιστεύουμε ότι πρέπει να τιμήσουμε όλα αυτά τα εφήμερα…». 


Στο μουσείο , ο επισκέπτης θα ακούσει ακόμη και τον ήχο από τα μικρά βαποράκια που χρησιμοποιούνται στο Βόσπορο, όπως στη Βενετία. Θα ακούσει ακόμη και το τικ-τακ του ρολογιού. Ο Κεμάλ επισκέφθηκε 1.743 μουσεία μέσα σε 15 χρόνια και τον συνόδευε βεβαίως σε αυτό ο συγγραφέας του ο Ορχάν Παμούκ.  


Έτσι πείστηκε ότι τα μουσεία, όπως και τα βιβλία, μπορούν να μιλήσουν και για ανθρώπινες ιστορίες, για τον καθέναν προσωπικά, και δεν πρέπει μιλούν μόνο για τα έθνη , την ιστορία τους, τους θεσμούς και τους λαούς στο σύνολό τους.

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Η "δύναμη" και η "δόξα" είναι το ζητούμενο;

Καμιά φορά πέφτουν στα χέρια σου μικροί θησαυροί όταν σκαλίζεις τα ράφια της βιβλιοθήκης. Ενας τίτλος σε ένα μικρού μεγέθους βιβλίο μου τράβηξε την προσοχή. Μάλλον γιατί οι λέξεις που έφτιαχναν τον τίτλο είχαν πολύ ενέργεια. Διάβασα το "Η δύναμη και η δόξα" πρόσφατα, αρκετά χρόνια αφού είχα διαβάσει το "Τέλος μιας σχέσης" του Γκράχαμ Γκρίν. Ξαναθυμήθηκα το ύφος και το στυλ του. Με κυρίευσε. Με ταξίδεψε σε μια νότια πολιτεία του Μεξικού, δεν ξέρω ποιά....
Ένα κράτος βρίσκεται σε φάση διάλυσης, ερειπωμένο, φτωχό, σε κατάσταση αποσύνθεσης. Το Μεξικό είναι αστυνομικοκρατούμενο και στρατοκρατούμενο. Τα όργανα της τάξης έχουν τον πλήρη έλεγχο και εφαρμόζουν τους δικούς τους κανόνες, φτάνοντας πολλές φορές μέχρι τα άκρα. Κεντρικός χαρακτήρας ένας ιερέας. Στην ουσία ο τελευταίος καθολικός ιερέας που έχει απομείνει καθώς ο Χριστιανισμός ήταν υπό καθεστώς απαγόρευσης και διωγμού. Ένας ιερέας με πολλές ιδιαιτερότητες και αρκετά περίεργο χαρακτήρα, αρκεί να σημειωθεί πως χαρακτηρίζεται σαν "μπεκρόπαπας". Ακολουθούμε τον ιερέα στην περιπλάνησή του μέσα στη χώρα του Μεξικού. Είναι κυνηγημένος. Προσπαθεί να αποφύγει τη σύλληψη από τις αρχές καθώς αυτό θα σήμαινε και την θανατική του καταδίκη. Σκοντάφτει επάνω σε ενδιαφέροντα ηθικά διλήμματα. Το καλό και το κακό, η πίστη και η απιστία, το καθήκον και η θυσία σε αντιδιαστολή με την διαφυγή και την σωτηρία. Ιδιαίτερα "προκλητική" είναι και η εικόνα που δίνει ο συγγραφέας για την κατάσταση του κράτους. Κράτος σε αποσύνθεση, αλλά στιβαρό και ασφυκτικό για τους πολίτες.
Βαθειά πολιτικοποιημένος, με τη δύναμη και το κύρος του κλασσικού, έχοντας πίσω του περίπου τριανταπέντε τίτλους στο συνολικό του έργο, ο Γκράχαμ Γκρίν δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Ισως γι αυτό εκτιμάται ιδιαιτέρως και πολλοί υποστηρίζουν πως είναι ένας από τους μεγάλους αδικημένους του θεσμού των Βραβείων Νομπελ, καθώς ίσως θα έπρεπε να βραβευόταν κάποια στιγμή, αλλά κάτι τέτοιο δεν έγινε. Ωστόσο οι φήμες, πως μια προσωπική κόντρα με ένα μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα για αυτό το γεγονός, δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ.

Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Στην Καρδιά της Νύχτας, με ρυθμό ...αραβικό...

Το ζήτημα δεν είναι αν καταλαβαίνει κανείς ή όχι, τη ζωή του Γκάαφαρ Ιμπραήμ Σάγιεντ ελ Ράουι. Το θέμα είναι ότι έζησε την πραγματικότητα γιατί είναι ένας τολμηρός, παθιασμένος και απερίσκεπτος άνδρας.
Μια απαστράπτουσα παραφροσύνη ήταν ο έρωτάς του για τη Μαρουάνα. Με απέχθεια για την επιτυχία τράβηξε απερίσκεπτα το δρόμο της καρδιάς κάνοντας παράτολμες κινήσεις. Δεν έμεινε κάτω από τα φτερά του παππού του, μολονότι αυτή ήταν η μόνη του ελπίδα από τότε που έχασε τη μάνα του. Θυσίασε ακόμη και τις σπουδές που του πρόσφερε απλόχερα ο ιδιόρρυθμος πάμπλουτος και συνάμα ολιγαρκής γέροντας, γεννήτορας του πατέρα που δεν πρόλαβε να γνωρίσει.

Προτίμησε να ζήσει την περιπέτεια και την παράφρονα αγάπη. Κι ήταν αυτό τόσο δυνατό, που δεν τον άφησε να απολαύσει αυτό που τόσο στερήθηκε, την οικογενειακή αγκαλιά, την στοργή και το ενδιαφέρον πατέρα και μητέρας μαζί. Όλα αυτά που του έλειψαν , τα διέγραψε και τα ξέχασε όταν άναψε η φλόγα μέσα του. Τα τρομακτικά κι απόκοσμα μέρη οδηγούσαν τα βήματά του. Η περιπέτεια και η τρέλα έγιναν ο στόχος του. Η γιδοβοσκός Μαρουάνα είχε μετατραπεί γι αυτόν σε ένα συναρπαστικό δυναμικό θηλυκό.

 Τον επιστήθιο φίλο του Σακρούν που τον συμβούλευε να μην χάσει τα πολύτιμα πράγματα που του χάρισε η ζωή, τον θεωρούσε φτωχό σε εμπειρίες και κυρίως, νικημένο από την μικρόνοια. Όμως η Μαρουάνα μισούσε τη μυρωδιά των σπιτιών και της στοργικής αγκαλιάς. Ήταν αθυρόστομη, απότομη και όταν η φλόγα σβήστηκε, ο έρωτας σώθηκε, κι εκείνη έδειξε ότι είχε χέρι βαρύ γιατί άλλωστε οι άνδρες, στη μικρή κοινωνία της εσωστρέφειας όπου ζούσε, δεν είχαν δυναμική θέση στη λήψη των αποφάσεων.

 Από την σαρκική απόλαυση ο Γκάαφαρ, πέρασε σιγά-σιγά στην αρρωστημένη περιοχή της απελπισίας. Η συζυγική εστία μετατράπηκε σε πεδίο μάχης κι εκείνη, σε λύκαινα που ούρλιαζε γιατί έβλεπε γύρω της μόνο εχθρούς. Όμως ήρθε ή ώρα που στάθηκε τυχερός, γιατί από την απόλυτη σύγχυση ο Γκάαφαρ πέρασε σε μια κατάσταση απόλυτης λογικής και τάξης.

 Μεσολάβησε μία εξαγνιστική περίοδος όπου βρήκε το χαμένο νόημα της ζωής στα τραγούδια του περιοδεύοντος θιάσου του φίλου του Σακρούν , μέχρι που επέστρεψε σε κατάσταση αξιοπρέπειας με αφορμή ένα πρόσωπο που μπήκε στη ζωή του. Ήταν η στιγμή που συνάντησε την απόλυτη στοργή στην αγκαλιά της αριστοκράτισσας Χόντα στην Αλ Χελμέγια. Η οικογένειά της την αποκλήρωσε, γιατί δεν περίμεναν ότι η Χόντα θα παντρευόταν τον Γκάαφαρ που είχε εκπέσει απόλυτα εδώ και καιρό από τους αριστοκρατικούς κύκλους που είχε την τύχη να προσεγγίσει λόγω του κοινωνικού κύκλου του εύπορου παππού του.

Η συγχώρεση του παππού όμως δεν ήρθε παρά τον πολλά υποσχόμενο γάμο που Γκάαφαρ. Παρά τις σπουδές που του επιφύλαξε η νέα του ζωή και παρά το γεγονός ότι άνοιξε ένας μεγάλο δικηγορικό γραφείο στο κέντρο της πόλης. Από εκεί περνούσαν οι φίλοι και οι συμφοιτητές του για να ανταλλάσσουν απόψεις και να φιλοσοφούν. Η κόλαση της Μαρουάνα είχε τελειώσει για πάντα και η αξιοπρέπεια ήταν τώρα οδηγός στη ζωή του. Από το αντίσκηνο της πάμφτωχης νομάδας βρέθηκε στο αρχοντικό και στο ιδιόκτητο γραφείο. Χάρη σε μια γυναίκα.

Αντιμετώπισε με στωικότητα κι ελπίδα τις δοκιμασίες της ζωής και ύστερα, όταν πλέον ωρίμασε συναισθηματικά, ήρθε η ώρα να αναζητήσει για τον ίδιο του τον εαυτό αλλά και για τους γύρω του , την κοινωνική δικαιοσύνη. Η ανάμειξη στην πολιτική ήταν το επόμενο βήμα του.

Ο ήρωας Γκάαφαρ του «Στην Καρδιά της Νύχτας» ονειρεύεται και γερνάει μέσα από την ιστορία της ζωής του την οποία διηγείται μια βραδιά σε ένα καφενείο στο παλιό Κάιρο. Ο Ναγκίμπ Μαφχούζ,  (Νομπέλ Λογοτεχνίας 1988) που γράφει σε ένα ρυθμό μοναδικό, και θεωρείται ο πατριάρχης της αραβικής λογοτεχνίας, είναι ο πρώτος λογοτέχνης της Αιγύπτου που έθεσε σε αμφισβήτηση την παραδοσιακή ηθική και τις κατεστημένες πεποιθήσεις στη χώρα του, διατυπώνοντας ερωτήματα. Τα έργα του εισάγουν τον δυτικό τρόπο σκέψης στην αραβική λογοτεχνία και κάνουν λόγο για τη δυνατότητα του ατόμου να αλλάξει το πεπρωμένο του σε αντίθεση με την κυρίαρχη μοιρολατρία.

 Μεταφρασμένο από την αγαπημένη μας Πέρσα Κουμούτση, μας βάζει στο ρυθμό και στην ψυχοσύνθεση ενός άλλου λαού, που βρίσκεται τόσο κοντά, και τόσο μακριά μας…