Ο Paramythotopos αναδημοσιεύει την ανοιχτή επιστολή για την τιμή του βιβλίου στις μέρες μας....
Λέσχη Ανάγνωσης του " Degas ": Το Βιβλίο στην Εποχή της Κρίσης: ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ Κυρίες και κύριοι εκδότες, ζητούμενο, τόσο για σας όσο και για μας τους βιβλιόφιλους ιστολόγους, είν...
Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013
Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013
Παραμύθι =Πείραμα Σκέψης
O Einstein το είχε πει με σαφήνεια: «Εάν θέλεις να κάνεις έξυπνα παιδιά, διάβαζέ τους παραμύθια. Εάν θέλεις να κάνεις πιο έξυπνα παιδιά, διάβαζέ τους περισσότερα παραμύθια».
Γιατί το είπε άραγε αυτό?
Σίγουρα ο Einstein γνώριζε καλά την αξία της φαντασίας. Στα 16 του χρόνια μορφοποίησε τις πρώτες ιδέες του, οι οποίες οδήγησαν στη διατύπωση της θεωρίας της σχετικότητας, κάνοντας πειράματα με τη σκέψη του.
«Θα μπορούσα άραγε να κυνηγήσω ένα κύμα φωτός?» αναρωτήθηκε κάποτε. Κάθε τέτοιο πείραμα σκέψης, είναι για τα παιδιά, ένα παραμύθι. Μάλλον για να το πούμε αλλιώς, για τα παιδιά κάθε παραμύθι είναι κάτι σαν ένα πείραμα της σκέψης. Ένα καλό παραμύθι εξάπτει τη φαντασία με τρόπο σχεδόν μαγικό και ενεργοποιεί την κριτική σκέψη των παιδιών.
Για να ξεκινήσει το πείραμα σκέψης του, ο Einstein έθετε ένα αρχικό ερώτημα: «Τι θα γινόταν εάν…..»……Το ίδιο ακριβώς, συμβαίνει και στο παραμύθι. Για το παιδί, το ξεκίνημα αυτό, είναι σαν το άνοιγμα μιας πόρτας, σαν μια μαγική φόρμουλα για την είσοδο σε έναν άλλο κόσμο: «Μια φορά κι έναν Καιρό….». Οι λεξούλες αυτές λειτουργούν σαν διακόπτης, που ανοίγει την πόρτα κι ανάβει το φως στο Βασίλειο του Παραμυθιού. Το Βασίλειο του Παραμυθιού είναι ο χώρος, όπου η όποια δυσπιστία αναστέλλεται, και τα απίστευτα γίνονται πλέον πιστευτά, εφικτά και γιατί όχι, πραγματικά.
Στον κόσμο αυτόν που ανοίγεται μόλις ανοίγει αυτή η πόρτα, οι κανόνες είναι διαφορετικοί, η ασυνέπεια και το διαφορετικό «εισπράττονται» με άλλο τρόπο διαφορετικό, από τους ακροατές της ιστορίας που είναι πολύ πιο προσεκτικοί, πολύ πιο απαιτητικοί..... Όταν απευθύνεσαι σε μια τάξη μαθητών, βρίσκεσαι υπο επίθεση. H κριτική σκέψη των μικρών αναγνωστών, ή ακροατών, λειτουργεί σαν μια κλωτσιά που σε αναγκάζει να ξυπνήσεις, να δράσεις, να πάς παραπέρα.
Ταυτόχρονα, τα ερωτήματα και οι απορίες, μπορεί να πέφτουν βροχή καταπάνω στον αφηγητή, γιατί το κοινό αυτό, το συγκεκριμένο, βρίσκεται σε μια διαρκή ανίχνευση και αναζήτηση..... Και μόνον όταν φθάνεις πλέον στο «… ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», τότε μόνον, κάνουν μία στροφή, κι επιστρέφουν πίσω στον κόσμο αυτόν που όλοι ξέρουμε....
Λαμπρό παράδειγμα εμπειρίας για έναν αφηγητή, αποτελεί η ιστορία της αρκούδας, η οποία έχει χοντροκομμένη και κοτσονάτη ουρά. Πρόκειται για μια πολύ απλή ιστορία, αλλά αποτελεί ένα χαρακτηριστικό πείραμα σκέψης, για το κοινό μιας τάξης μαθητών. Η ιστορία πάνω-κάτω είναι η εξής:
Ηταν κάπου λίγο μετά τις αρχές του κόσμου, πάνω στον παγωμένο βορρά, όταν οι αρκούδες ήταν αναστατωμένες, βρισκόταν σε κατάσταση ανισορροπίας, επειδή το έδαφος και οι λίμνες παγώνουν και δεν είχαν να φάνε αρκετά για να είναι σε θέση να πέσουν σε χειμερία νάρκη για ένα ολόκληρο χειμώνα. Το στομάχι της νηστικής αρκούδας γρυλίζει, κι εκείνη πάει κι έρχεται εκνευρισμένη.... Κάποια στιγμή, που η αρκούδα στηρίχθηκε σε ένα βράχο, πέρασε από μπροστά της μια αλεπού που κρατούσε ψάρια στο στόμα. Η αρκούδα έμεινε έκπληξη, τρελάθηκε! Θέλησε να μάθει με ποιο τρόπο η αλεπού ψάρεψε τα ψάρια και τότε η αλεπού άρχισε να της παίζει παιχνίδι....
"Πήγα για ψάρεμα στον πάγο", της λέει και άρχισε να της εξηγεί πώς με τη μεγάλη φουντωτή ουρά της που τη χρησιμοποιεί και ως πετονιά, μπορεί να πιάσει όσα ψάρια θέλει! Τότε η αρκούδα αποφασίζει να δράσει, και σκάβει στα γρήγορα, μια τρύπα στον πάγο. Βάζει την ουρά της στο άνοιγμα του πάγου, κάθεται και περιμένει. Φυσικά ο πάγος παγώνει γύρω από την ουρά και όταν η αρκούδα πάει να σηκωθεί, δυσκολεύεται, είναι σχεδόν κολλημένη στον πάγο, δεν νοιώθει την παγωμένη ουρά της και αναρωτιέται…... τί άραγε έκανε λάθος…..
Αρχίζει και τινάζει την ουρά της με μανία για να πιάσει ψάρια, όμως τα πολλά τινάγματα έκαναν την παγωμένη ουρά να κοπεί… από τότε, όλες οι αρκούδες κυκλοφορούν με κοντοκομμένες ουρές.... Είναι μια διασκεδαστική ιστορία, που αν ειπωθεί με χιούμορ, προκαλεί γέλια. Ωστόσο, μπορεί να βρεθεί κάποιος μικρός, ή μικρή, σε μια σχολική τάξη, που θα ρωτήσει τον αφηγητή της ιστορίας «πώς η αλεπού έπιασε ψάρια αφού οι λίμνες ήταν παγωμένες?»
Ο αφηγητής πρέπει να είναι έτοιμος να δώσει μιαν απάντηση. Να πει ότι «ίσως η αλεπού τα έκλεψε τα ψάρια», ή κάτι τέτοιο. Και φυσικά πρέπει να είναι έτοιμος και για την επόμενη φάση του πειράματος, δηλαδή την επόμενη υπόθεση εργασίας, το προσεχές ερώτημα και την πιθανή απάντησή του…. Σε αυτήν την περίπτωση, είμαι σίγουρη ότι θα πεταχτεί άλλος μαθητής, ή μαθήτρια, που θα πάει ακόμα παραπέρα τη σκέψη του, και θα πει «Πιθανώς οι αλεπούδες ψαρεύουν σε ποτάμια. Στα ποτάμια, το νερό τρέχει και δεν παγώνουν τόσο εύκολα».
Μια έξυπνη σκέψη μπορεί να δώσει την απάντηση. Μέσα σε ολόκληρη τάξη μπορεί να ακούσεις διάφορες και διαφορετικές εξηγήσεις. Μια σειρά από εξηγήσεις, υποθέσεις επάνω στο ίδιο πείραμα σκέψης...
Όταν αφηγείσαι μια ιστορία μπροστά σε παιδιά, τίποτε δεν αποκλείεται. Μια σχολική τάξη μπορεί να εξελιχθεί σε ένα δωμάτιο γεμάτο από μελλοντικούς Αϊνστάιν.....
Γιατί το είπε άραγε αυτό?
Σίγουρα ο Einstein γνώριζε καλά την αξία της φαντασίας. Στα 16 του χρόνια μορφοποίησε τις πρώτες ιδέες του, οι οποίες οδήγησαν στη διατύπωση της θεωρίας της σχετικότητας, κάνοντας πειράματα με τη σκέψη του.
«Θα μπορούσα άραγε να κυνηγήσω ένα κύμα φωτός?» αναρωτήθηκε κάποτε. Κάθε τέτοιο πείραμα σκέψης, είναι για τα παιδιά, ένα παραμύθι. Μάλλον για να το πούμε αλλιώς, για τα παιδιά κάθε παραμύθι είναι κάτι σαν ένα πείραμα της σκέψης. Ένα καλό παραμύθι εξάπτει τη φαντασία με τρόπο σχεδόν μαγικό και ενεργοποιεί την κριτική σκέψη των παιδιών.
Για να ξεκινήσει το πείραμα σκέψης του, ο Einstein έθετε ένα αρχικό ερώτημα: «Τι θα γινόταν εάν…..»……Το ίδιο ακριβώς, συμβαίνει και στο παραμύθι. Για το παιδί, το ξεκίνημα αυτό, είναι σαν το άνοιγμα μιας πόρτας, σαν μια μαγική φόρμουλα για την είσοδο σε έναν άλλο κόσμο: «Μια φορά κι έναν Καιρό….». Οι λεξούλες αυτές λειτουργούν σαν διακόπτης, που ανοίγει την πόρτα κι ανάβει το φως στο Βασίλειο του Παραμυθιού. Το Βασίλειο του Παραμυθιού είναι ο χώρος, όπου η όποια δυσπιστία αναστέλλεται, και τα απίστευτα γίνονται πλέον πιστευτά, εφικτά και γιατί όχι, πραγματικά.
Στον κόσμο αυτόν που ανοίγεται μόλις ανοίγει αυτή η πόρτα, οι κανόνες είναι διαφορετικοί, η ασυνέπεια και το διαφορετικό «εισπράττονται» με άλλο τρόπο διαφορετικό, από τους ακροατές της ιστορίας που είναι πολύ πιο προσεκτικοί, πολύ πιο απαιτητικοί..... Όταν απευθύνεσαι σε μια τάξη μαθητών, βρίσκεσαι υπο επίθεση. H κριτική σκέψη των μικρών αναγνωστών, ή ακροατών, λειτουργεί σαν μια κλωτσιά που σε αναγκάζει να ξυπνήσεις, να δράσεις, να πάς παραπέρα.
Ταυτόχρονα, τα ερωτήματα και οι απορίες, μπορεί να πέφτουν βροχή καταπάνω στον αφηγητή, γιατί το κοινό αυτό, το συγκεκριμένο, βρίσκεται σε μια διαρκή ανίχνευση και αναζήτηση..... Και μόνον όταν φθάνεις πλέον στο «… ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», τότε μόνον, κάνουν μία στροφή, κι επιστρέφουν πίσω στον κόσμο αυτόν που όλοι ξέρουμε....
Λαμπρό παράδειγμα εμπειρίας για έναν αφηγητή, αποτελεί η ιστορία της αρκούδας, η οποία έχει χοντροκομμένη και κοτσονάτη ουρά. Πρόκειται για μια πολύ απλή ιστορία, αλλά αποτελεί ένα χαρακτηριστικό πείραμα σκέψης, για το κοινό μιας τάξης μαθητών. Η ιστορία πάνω-κάτω είναι η εξής:
Ηταν κάπου λίγο μετά τις αρχές του κόσμου, πάνω στον παγωμένο βορρά, όταν οι αρκούδες ήταν αναστατωμένες, βρισκόταν σε κατάσταση ανισορροπίας, επειδή το έδαφος και οι λίμνες παγώνουν και δεν είχαν να φάνε αρκετά για να είναι σε θέση να πέσουν σε χειμερία νάρκη για ένα ολόκληρο χειμώνα. Το στομάχι της νηστικής αρκούδας γρυλίζει, κι εκείνη πάει κι έρχεται εκνευρισμένη.... Κάποια στιγμή, που η αρκούδα στηρίχθηκε σε ένα βράχο, πέρασε από μπροστά της μια αλεπού που κρατούσε ψάρια στο στόμα. Η αρκούδα έμεινε έκπληξη, τρελάθηκε! Θέλησε να μάθει με ποιο τρόπο η αλεπού ψάρεψε τα ψάρια και τότε η αλεπού άρχισε να της παίζει παιχνίδι....
"Πήγα για ψάρεμα στον πάγο", της λέει και άρχισε να της εξηγεί πώς με τη μεγάλη φουντωτή ουρά της που τη χρησιμοποιεί και ως πετονιά, μπορεί να πιάσει όσα ψάρια θέλει! Τότε η αρκούδα αποφασίζει να δράσει, και σκάβει στα γρήγορα, μια τρύπα στον πάγο. Βάζει την ουρά της στο άνοιγμα του πάγου, κάθεται και περιμένει. Φυσικά ο πάγος παγώνει γύρω από την ουρά και όταν η αρκούδα πάει να σηκωθεί, δυσκολεύεται, είναι σχεδόν κολλημένη στον πάγο, δεν νοιώθει την παγωμένη ουρά της και αναρωτιέται…... τί άραγε έκανε λάθος…..
Αρχίζει και τινάζει την ουρά της με μανία για να πιάσει ψάρια, όμως τα πολλά τινάγματα έκαναν την παγωμένη ουρά να κοπεί… από τότε, όλες οι αρκούδες κυκλοφορούν με κοντοκομμένες ουρές.... Είναι μια διασκεδαστική ιστορία, που αν ειπωθεί με χιούμορ, προκαλεί γέλια. Ωστόσο, μπορεί να βρεθεί κάποιος μικρός, ή μικρή, σε μια σχολική τάξη, που θα ρωτήσει τον αφηγητή της ιστορίας «πώς η αλεπού έπιασε ψάρια αφού οι λίμνες ήταν παγωμένες?»
Ο αφηγητής πρέπει να είναι έτοιμος να δώσει μιαν απάντηση. Να πει ότι «ίσως η αλεπού τα έκλεψε τα ψάρια», ή κάτι τέτοιο. Και φυσικά πρέπει να είναι έτοιμος και για την επόμενη φάση του πειράματος, δηλαδή την επόμενη υπόθεση εργασίας, το προσεχές ερώτημα και την πιθανή απάντησή του…. Σε αυτήν την περίπτωση, είμαι σίγουρη ότι θα πεταχτεί άλλος μαθητής, ή μαθήτρια, που θα πάει ακόμα παραπέρα τη σκέψη του, και θα πει «Πιθανώς οι αλεπούδες ψαρεύουν σε ποτάμια. Στα ποτάμια, το νερό τρέχει και δεν παγώνουν τόσο εύκολα».
Μια έξυπνη σκέψη μπορεί να δώσει την απάντηση. Μέσα σε ολόκληρη τάξη μπορεί να ακούσεις διάφορες και διαφορετικές εξηγήσεις. Μια σειρά από εξηγήσεις, υποθέσεις επάνω στο ίδιο πείραμα σκέψης...
Όταν αφηγείσαι μια ιστορία μπροστά σε παιδιά, τίποτε δεν αποκλείεται. Μια σχολική τάξη μπορεί να εξελιχθεί σε ένα δωμάτιο γεμάτο από μελλοντικούς Αϊνστάιν.....
Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013
El Tunel de Ernesto Sabbado
Με τα ανθρώπινα πάθη και τις εμμονές που ενδεχομένως μπορούν να σε βάλουν στον κόσμο της παράνοιας, καταπιάνεται Ernesto Sabbado στο αγαπημένο βιβλίο ΤΟ ΤΟΥΝΕΛ.
Ο Χουάν Πάμπλο Καστέλ είναι ζωγράφος. Σε μια έκθεση ζωγραφικής στο Μπουένος Άιρες, όπου παρουσιάζονται κάποια έργα του, παρατηρεί μια νεαρή γυναίκα να εξετάζει με ιδιαίτερη προσοχή έναν πίνακα του. Τη στιγμή αυτή, μπορεί να εκπληρώθηκε γι αυτόν, ο στόχος για τον οποίο κάνει τέχνη: η επικοινωνία.
Ενώ οι κριτικοί της εποχής του αφιερώνουν εγκωμιαστικά σχόλια, ο ίδιος δεν φαίνεται να συγκινείται γιατί πιστεύει πως δεν αγγίζουν την ψυχή της ζωγραφικής του. Δεν επικοινωνούν μαζί του μεσα απο τα έργα του, απλώς κρίνουν. Ξαφνικά τώρα όμως νιώθει πως η Μαρία Ιριμπάρνε, κατανοεί πραγματικά το μήνυμα που εκπέμπει. Πιστεύει οτι το μήνυμά του εισχώρησε μέσα της. Είναι εκστασιασμένος. Η έκθεση των έργων φτάνει στο τέλος της διάρκειάς της, αλλά ο ζωγράφος δεν κατορθώνει να έρθει σε επαφή με την γυναίκα αυτή, και χάνει τα ίχνη της.
Νιώθει μια τρομερή απογοήτευση και μελαγχολία για το γεγονός αυτό και προσπαθεί με κάθε τρόπο να συναντήσει την θαυμάστρια του, κάτι που με τον καιρό του γίνεται ένα είδος εμμονής. Όταν μετά από καιρό το καταφέρνει νιώθει αγαλλίαση, σαν να ήταν αυτός, ο μοναδικός σκοπός της ζωής του. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της Μαρίας, η σκοτεινή πλευρά της ζωής της την οποία ανακαλύπτει σιγά-σιγά, ο τρόπος που αυτή αντιμετωπίζει τη σχέση τους και η συμπεριφορά της τον τρελαίνει. Αναπάντητα ερωτηματικά και αμφιβολίες του δημιουργούν την ανάγκη να κάνει ατελείωτες υποθέσεις…. Όλα αυτά βασανίζουν το μυαλό του ολοένα και περισσότερο, τον βάζουν σε ένα φαύλο κύκλο και το τέλος δεν μπορεί να μην είναι τραγικό, εφόσον συνειδητοποιεί πως το τούνελ μέσα στο οποίο κινείται η ζωή του και αυτό που κινείται το αντικείμενο του πόθου του, είναι παράλληλα χωρίς να τέμνονται σε κανένα σημείο.
Το Τούνελ είναι ένα έργο με υπαρξιακό χαρακτήρα, και πραγματεύεται ένα θέμα που έχει τροφοδοτήσει επανειλημμένα τον συγγραφικό κόσμο, αλλά είναι πάντα επίκαιρο και εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Ο Ernesto Sabbado δείχνει να μην έχει ως στόχο να στήσει μια ιστορία με πλοκή. Η όλη πλοκή της υπόθεσης, γρήγορη, έντονη, επιθετική, είναι μέσα στο μυαλό του αφηγητή που τυχαίνει να είναι ο ίδιος ο ήρωας και επικεντρώνεται στις ψυχοφθόρες ψυχολογικές μεταπτώσεις που συντελούνται μέσα στο μυαλό του.
Τα παιχνίδια του μυαλού είναι κυριολεκτικά ασταμάτητα και μας τα περνάει με έναν φοβερά επιτυχημένο τρόπο. "Το τούνελ" είναι έργο παλιό, αλλά και σύγχρονο. Κυκλοφόρησε το 1948 και αναγνωρίστηκε σαν ένα από τα σημαντικότερα έργα της λογοτεχνίας της Αργεντινής. Το 1978, ο συγγραφέας τού έδωσε την τελική του μορφή, που χρησιμοποιήθηκε για την ελληνική μετάφραση.
Ενώ οι κριτικοί της εποχής του αφιερώνουν εγκωμιαστικά σχόλια, ο ίδιος δεν φαίνεται να συγκινείται γιατί πιστεύει πως δεν αγγίζουν την ψυχή της ζωγραφικής του. Δεν επικοινωνούν μαζί του μεσα απο τα έργα του, απλώς κρίνουν. Ξαφνικά τώρα όμως νιώθει πως η Μαρία Ιριμπάρνε, κατανοεί πραγματικά το μήνυμα που εκπέμπει. Πιστεύει οτι το μήνυμά του εισχώρησε μέσα της. Είναι εκστασιασμένος. Η έκθεση των έργων φτάνει στο τέλος της διάρκειάς της, αλλά ο ζωγράφος δεν κατορθώνει να έρθει σε επαφή με την γυναίκα αυτή, και χάνει τα ίχνη της.
Νιώθει μια τρομερή απογοήτευση και μελαγχολία για το γεγονός αυτό και προσπαθεί με κάθε τρόπο να συναντήσει την θαυμάστρια του, κάτι που με τον καιρό του γίνεται ένα είδος εμμονής. Όταν μετά από καιρό το καταφέρνει νιώθει αγαλλίαση, σαν να ήταν αυτός, ο μοναδικός σκοπός της ζωής του. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της Μαρίας, η σκοτεινή πλευρά της ζωής της την οποία ανακαλύπτει σιγά-σιγά, ο τρόπος που αυτή αντιμετωπίζει τη σχέση τους και η συμπεριφορά της τον τρελαίνει. Αναπάντητα ερωτηματικά και αμφιβολίες του δημιουργούν την ανάγκη να κάνει ατελείωτες υποθέσεις…. Όλα αυτά βασανίζουν το μυαλό του ολοένα και περισσότερο, τον βάζουν σε ένα φαύλο κύκλο και το τέλος δεν μπορεί να μην είναι τραγικό, εφόσον συνειδητοποιεί πως το τούνελ μέσα στο οποίο κινείται η ζωή του και αυτό που κινείται το αντικείμενο του πόθου του, είναι παράλληλα χωρίς να τέμνονται σε κανένα σημείο.
Το Τούνελ είναι ένα έργο με υπαρξιακό χαρακτήρα, και πραγματεύεται ένα θέμα που έχει τροφοδοτήσει επανειλημμένα τον συγγραφικό κόσμο, αλλά είναι πάντα επίκαιρο και εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Ο Ernesto Sabbado δείχνει να μην έχει ως στόχο να στήσει μια ιστορία με πλοκή. Η όλη πλοκή της υπόθεσης, γρήγορη, έντονη, επιθετική, είναι μέσα στο μυαλό του αφηγητή που τυχαίνει να είναι ο ίδιος ο ήρωας και επικεντρώνεται στις ψυχοφθόρες ψυχολογικές μεταπτώσεις που συντελούνται μέσα στο μυαλό του.
Τα παιχνίδια του μυαλού είναι κυριολεκτικά ασταμάτητα και μας τα περνάει με έναν φοβερά επιτυχημένο τρόπο. "Το τούνελ" είναι έργο παλιό, αλλά και σύγχρονο. Κυκλοφόρησε το 1948 και αναγνωρίστηκε σαν ένα από τα σημαντικότερα έργα της λογοτεχνίας της Αργεντινής. Το 1978, ο συγγραφέας τού έδωσε την τελική του μορφή, που χρησιμοποιήθηκε για την ελληνική μετάφραση.
Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013
Ορεκτικό και επιδόρπιο, χωρίς κυρίως γεύμα
Φιλόδοξη η προσπάθεια του σκηνοθέτη του «The Master», Πωλ Τόμας Αντερσον. Εκπληκτικό πείραμα μίξης διαφορετικών τεχνών. Πείραμα ανάμειξης φωτογραφίας και μουσικής, εντυπωσιακό χρώμα, δυνατό, παρεμβατικό, ανακατεμένο με ήχους από συνθέσεις για βιολί, ή πνευστά. Και μετά…
…. Μετά κενό. Τίποτε, ή σχεδόν τίποτε. Κάτι δηλαδή , αλλά τόσο ασαφές και ημιτελές, που κάνει και τον πιο καλόβολο θεατή, να αναρωτιέται εάν πρόκειται γι αυτό που κατάλαβε, ή για κάτι ακόμα, κάτι το οποίο του διέφυγε, που «δεν το ‘πιασε», που δεν το συνέλαβε παρόλο που τόσο κοπίασε για δυόμισι ώρες μέσα στην αίθουσα του κινηματογράφου. Σίγουρα το κλασσικό, πλέον, θέμα της σχέσης εξουσιαστή κι εξουσιαζόμενου αποτέλεσε σημείο του προβληματισμού του σκηνοθέτη, μα να ήταν άραγε μόνον αυτό? Να ήθελε να πει και κάτι άλλο? Ναι σίγουρα, θα ήθελε να το επεκτείνει και στην χειραγώγηση των μαζών, μα μέσα σε μια τόσο αλλόκοτη ατμόσφαιρα, πάνω που πας να πιάσεις το νήμα και λες πως το βρήκες, το χάνεις και ψάχνεις πάλι από την αρχή. Μήπως έβαλε πολλά στο τραπέζι και δεν κυριάρχησε αυτό που θα έπρεπε? Ποιος ήταν τελικά ο στόχος του? Ένα σενάριο σαν τον Τιτανικό, ένα κόσμημα φτιαγμένο με πολύτιμα υλικά, που όταν κανείς δεν το περίμενε, έμπασε τελικά νερά… Δυσανάλογα σταθερή και βέβαιη, η παρουσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στο ρόλο του Master, του εμπνευστή της Υπόθεσης, του μύστη που εμπνέει τους γύρω του, που ταυτόχρονα διδάσκει και ερευνά , αλλά και του «υπηρέτη» του Φρέντι Κουέλ, ρόλο τον οποίο ενσαρκώνει τέλεια σε ένα δυναμικό come back ο Χοακιν Φίνιξ. Ο Φίνιξ είναι ένα ερείπιο από αυτά που άφησε πίσω του ο πόλεμος, ένας βετεράνος του Πολεμικού Ναυτικού, ένας εύθραυστος ψυχολογικά άνδρας, αλλά φαινομενικά σκληρός και επίμονος. Στην προσπάθειά του να βρει το δρόμο του, τυραννιέται, πελαγοδρομεί, αλλάζει δουλειές, δεν ριζώνει πουθενά, διαφεύγει, ζει με τις εμμονές του και τέλος βρίσκει καταφύγιο στην ομάδα του Μάστερ, όπου γίνεται φανατικός οπαδός της ιδέας του, έτοιμος να επιτεθεί ανα πάσα στιγμή για να πολεμήσει γι αυτήν. Καλά υλικά για να έχει στηθεί ένα τόσο σαθρό οικοδόμημα. Πρόκειται για μια μεγαλειώδη εικαστικά ταινία γιατί αναμφίβολα ο Αντερσον έχει ταλέντο, σαν τον Σεφ που φτιάχνει ένα εκπληκτικό ορεκτικό και ένα τέλειο επιδόρπιο, τα σερβίρει σε ένα υπέροχα στρωμένο τραπέζι, όμως τα θαλασσώνει στο κυρίως πιάτο….
…. Μετά κενό. Τίποτε, ή σχεδόν τίποτε. Κάτι δηλαδή , αλλά τόσο ασαφές και ημιτελές, που κάνει και τον πιο καλόβολο θεατή, να αναρωτιέται εάν πρόκειται γι αυτό που κατάλαβε, ή για κάτι ακόμα, κάτι το οποίο του διέφυγε, που «δεν το ‘πιασε», που δεν το συνέλαβε παρόλο που τόσο κοπίασε για δυόμισι ώρες μέσα στην αίθουσα του κινηματογράφου. Σίγουρα το κλασσικό, πλέον, θέμα της σχέσης εξουσιαστή κι εξουσιαζόμενου αποτέλεσε σημείο του προβληματισμού του σκηνοθέτη, μα να ήταν άραγε μόνον αυτό? Να ήθελε να πει και κάτι άλλο? Ναι σίγουρα, θα ήθελε να το επεκτείνει και στην χειραγώγηση των μαζών, μα μέσα σε μια τόσο αλλόκοτη ατμόσφαιρα, πάνω που πας να πιάσεις το νήμα και λες πως το βρήκες, το χάνεις και ψάχνεις πάλι από την αρχή. Μήπως έβαλε πολλά στο τραπέζι και δεν κυριάρχησε αυτό που θα έπρεπε? Ποιος ήταν τελικά ο στόχος του? Ένα σενάριο σαν τον Τιτανικό, ένα κόσμημα φτιαγμένο με πολύτιμα υλικά, που όταν κανείς δεν το περίμενε, έμπασε τελικά νερά… Δυσανάλογα σταθερή και βέβαιη, η παρουσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στο ρόλο του Master, του εμπνευστή της Υπόθεσης, του μύστη που εμπνέει τους γύρω του, που ταυτόχρονα διδάσκει και ερευνά , αλλά και του «υπηρέτη» του Φρέντι Κουέλ, ρόλο τον οποίο ενσαρκώνει τέλεια σε ένα δυναμικό come back ο Χοακιν Φίνιξ. Ο Φίνιξ είναι ένα ερείπιο από αυτά που άφησε πίσω του ο πόλεμος, ένας βετεράνος του Πολεμικού Ναυτικού, ένας εύθραυστος ψυχολογικά άνδρας, αλλά φαινομενικά σκληρός και επίμονος. Στην προσπάθειά του να βρει το δρόμο του, τυραννιέται, πελαγοδρομεί, αλλάζει δουλειές, δεν ριζώνει πουθενά, διαφεύγει, ζει με τις εμμονές του και τέλος βρίσκει καταφύγιο στην ομάδα του Μάστερ, όπου γίνεται φανατικός οπαδός της ιδέας του, έτοιμος να επιτεθεί ανα πάσα στιγμή για να πολεμήσει γι αυτήν. Καλά υλικά για να έχει στηθεί ένα τόσο σαθρό οικοδόμημα. Πρόκειται για μια μεγαλειώδη εικαστικά ταινία γιατί αναμφίβολα ο Αντερσον έχει ταλέντο, σαν τον Σεφ που φτιάχνει ένα εκπληκτικό ορεκτικό και ένα τέλειο επιδόρπιο, τα σερβίρει σε ένα υπέροχα στρωμένο τραπέζι, όμως τα θαλασσώνει στο κυρίως πιάτο….
Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012
Ειρεσιώνη, το ελληνικό χριστουγεννιάτικο δένδρο
Οι "παίδες οι αμφιθαλείς" τριγύριζαν τα παλιά τα χρόνια απο σπίτι σε σπίτι κι εύχονταν στους οικοδεσπότες, τραγουδώντας ευχές. Ήταν τα παιδιά που είχαν και τους δυο γονείς τους στη ζωή.
Κάποτε στη Σάμο, μια ομάδα παιδιών που τριγυρνούσε στις γειτονιές σε κάποια ανοιξιάτικη γιορτή του Απόλλωνα, κρατούσαν την Ειρεσιώνη , δηλαδή ένα κλαδί ελιάς, συνήθως αγριελιάς, που το στόλιζαν με καρπούς, φρούτα, κορδέλες, κομμάτια μαλλλιού, ή μικρά μπουκαλάκια με κρασί, μέλι και λάδι. Τα παιδιά τραγουδούσαν στίχους που μοιάζουν με τα νεοελληνικά κάλαντα. Με την ειρεσιώνη, που πολλά παιδιά φορούσαν και στο κεφάλι, άγγιζαν αρρώστους και ανήμπορούς, γιατί πίστευαν οτι τους θεραπεύει.
Κάποια άλλα παιδιά κρατούσαν θύρσους (δηλαδή ξύλινα ραβδιά, τυλιγμένα με φύλλα κισσού ή αμπελιού και κουκουνάρια πεύκου) , αλλά και τα γνωστά ομοιώματα πλοίων που συμβόλιζαν την ευημερία στις θάλασσες, τον ερχομό των ναυτικών για τις γιορτινές μέρες που ο Διόνυσος, κάνει παρέα και θέλει καλοπέραση....
Πάντως η ειρεσιώνη στολίζεται ακόμη σε πολλές περιοχές της Ελλάδας συμβολίζοντας την ευημερία και τη γονιμότητα για τον καινούργιο χρόνο.
Θεωρείται ο "πρόγονος" του χριστουγεννιάτικου δένδρου στην Ελλάδα. Η Ειρεσιώνη, αυτό το απλό κλαδί ελιάς στολιζόταν με σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα και ήταν έκφραση ευχαριστίας για την γονιμότητα του έτους που φεύγει και την παράκληση για ευφορία το έτος που έρχεται. ηταν αφιερωμένη στην Αθηνά, τον απόλλωνα και τις Ωρες (Ευνομία, Δίκη και Ειρήνη).
Το έθιμο της ειρεσιώνης καταδικάστηκε ως ειδωλολατρικό απο το θεοκρατικό καθεστώς που ακολούθησε και απαγορεύτηκε η τέλεσή του. Αιώνες αργότερα το ίδιο έθιμο επανήλθε με τη μορφή Χριστουγννιάτικου και Πρωτοχρονιάτικου δένδρου -δεν θα μπορούσαν να βρουν εύκολα αγριελιά, είναι η αλήθεια- απο τους Βαυαρούς που συνόδεψαν τον Οθωνα στην Ελλάδα, ως δικό τους Χριστουγεννιάτικο έθιμο. Πάντως, εύκολα υιοθετήθηκε η συνήθεια του Χριστουγεννιάτικου δένδρου στην Ελλάδα, αφού ο στολισμός ενός κλαριού, υπήρχε απο τα αρχαία χρόνια στην ιστορική μνήμη των κατοίκων αυτής της χώρας.
Κάποια άλλα παιδιά κρατούσαν θύρσους (δηλαδή ξύλινα ραβδιά, τυλιγμένα με φύλλα κισσού ή αμπελιού και κουκουνάρια πεύκου) , αλλά και τα γνωστά ομοιώματα πλοίων που συμβόλιζαν την ευημερία στις θάλασσες, τον ερχομό των ναυτικών για τις γιορτινές μέρες που ο Διόνυσος, κάνει παρέα και θέλει καλοπέραση....
Πάντως η ειρεσιώνη στολίζεται ακόμη σε πολλές περιοχές της Ελλάδας συμβολίζοντας την ευημερία και τη γονιμότητα για τον καινούργιο χρόνο.
Θεωρείται ο "πρόγονος" του χριστουγεννιάτικου δένδρου στην Ελλάδα. Η Ειρεσιώνη, αυτό το απλό κλαδί ελιάς στολιζόταν με σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα και ήταν έκφραση ευχαριστίας για την γονιμότητα του έτους που φεύγει και την παράκληση για ευφορία το έτος που έρχεται. ηταν αφιερωμένη στην Αθηνά, τον απόλλωνα και τις Ωρες (Ευνομία, Δίκη και Ειρήνη).
Το έθιμο της ειρεσιώνης καταδικάστηκε ως ειδωλολατρικό απο το θεοκρατικό καθεστώς που ακολούθησε και απαγορεύτηκε η τέλεσή του. Αιώνες αργότερα το ίδιο έθιμο επανήλθε με τη μορφή Χριστουγννιάτικου και Πρωτοχρονιάτικου δένδρου -δεν θα μπορούσαν να βρουν εύκολα αγριελιά, είναι η αλήθεια- απο τους Βαυαρούς που συνόδεψαν τον Οθωνα στην Ελλάδα, ως δικό τους Χριστουγεννιάτικο έθιμο. Πάντως, εύκολα υιοθετήθηκε η συνήθεια του Χριστουγεννιάτικου δένδρου στην Ελλάδα, αφού ο στολισμός ενός κλαριού, υπήρχε απο τα αρχαία χρόνια στην ιστορική μνήμη των κατοίκων αυτής της χώρας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









