Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Ο Φυλακας στη Σίκαλη


Εδώ που τα λέμε, όταν δεν σου αρέσει ένα έργο τέχνης που έχει κερδίσει την αγάπη του κοινού εδώ, χρόνια τώρα, όταν έχει φτάσει να γίνεται σημείο αναφοράς για τα μεταγενέστερα έργα τέχνης, τότε μάλλον, αυτός που πρέπει να αναρωτηθεί τί συμβαίνει ακριβώς και γιατί γίνεται αυτό, είσαι μάλλον εσύ.

Εννοείται βέβαια οτι το δικαίωμα της αμφισβήτησης το έχεις πάντοτε.   Όταν είσαι αναγνώστης το έχεις επίσης. Και ο Χόλντεν Κόλφιλντ, ο ήρωας του Σάλιντζερ στο "Φύλακας στη Σίκαλη" ένας αμφισβητίας είναι απο μόνος του.  Αμφισβητεί τους πάντες και τα πάντα, γι αυτό άλλωστε και "παίρνει πόδι" όπως λέει ο ίδιος απο το Πένσυ, ένα υψηλού επιπέδου σχολείο στο οποίο τον έχουν οι γονείς του εσωτερικό, κάπου στην Πενσυλβάνια.

Δεν τον λυπεί και πολύ οτι τον διώχνουν απο το Πένσυ, έχει μάλλον συνηθίσει να αλλάζει σχολεία ο Χόλντεν. Έτσι κι αλλιώς πέφτει σε 4 μαθήματα κάτω απο τη βάση κι αυτό είναι εγκλημα.  Το Πένσυ δεν ανέχεται περίεργες και "διαφορετικές"  συμπεριφορές.  Όπως λέει ο ίδιος ο ήρωας ωστόσο, ο χώρος, είναι "γεμάτος κλεφταράδες, πλουσιόπαιδα" με ιδιοτροπίες και χούγια που δεν θα άντεχε κανείς εύκολα έξω στην "κανονική" ζωή.  Εκεί μέσα όμως είναι άριστοι, είναι παραδείγματα προς μίμηση, τα παιδιά αυτά.

Δεν αντέχει ο Χόλντεν αυτή την κοινωνική σύμβαση.  Απορρίπτει τις κοινωνικές διακρίσεις και θεωρεί πλαστό τον κόσμο των ενηλίκων.  Γι αυτό και απαξιώνει ό,τι τον περιβάλλει, και κυρίως το ψεύδος, την εξαπάτηση και τις κοινωνικές αναγκαιότητες,  με γλώσσα που θα χρησιμοποιούσε αυθόρμητα ένας πιτσιρίκος.

Το μαγικό επίτευγμα του Σάλιντζερ στην ιστορία είναι οτι ο ήρωας δεν θέλει ούτε να τον λυπηθείς, ούτε να τον συμπονέσεις, κι αυτό στο δίνει να το καταλάβεις απο την αρχή.  Στέκεται στο ύψος του και δεν θέλει πολλά-πολλά.  Είναι ασφυκτικά μόνος και δεν θέλει να έχει παρέα.  Ακόμη κι όταν έχει τη δυνατότητα να βρει παρέα, να έρθει κοντά με κάποιον, το αποφεύγει.  Η μοναξιά του είναι σχεδόν σιδερένια.  Παγωμένη και αδιαπέραστη.

Παραδέρνει μόνος του στο δρόμο της επιστροφής για το σπίτι, ξοδεύοντας τα χρήματα που του είχαν στείλει οι γονείς του.  Διατηρεί άσβηστες μέσα του τις αναμνήσεις απο τις μέρες και τις νύχτες στο Πένσυ, τα κακά χούγια και τις αδυναμίες των φίλων και των "μη φιλων" του, όπως διατηρεί και την  αγάπη του για τα αδέρφια του τα οποία δεν βλέπει συχνά.

Αν δεν αντέχει ο αμύητος αναγνώστης την ανάγνωση αυτού του πολύ ιδιαίτερου βιβλίου (σε μετάφραση Τζένης Μαστοράκη απο τις εκδόσεις ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ) είναι γιατί δεν αντέχει τα προβλήματα που συνεπάγεται το ταξίδι της εφηβείας και της ενηλικίωσης.  Είναι πολλές οι δυσάρεστες στιγμές, πολλά τα προβλήματα και δεν τα κατανοεί κάποιος που δεν συνταξιδεύει....

Ο Χόλντεν προστατεύει τον εαυτό του με την τάση του να αποξενώνεται απο όλους.   Ο κόσμος της ανωνυμίας τον καταπραϋνει, τον ησυχάζει. Αναζητεί έναν τρόπο διαφυγής, που δεν τον οδηγεί στο σπίτι του -πώς θα μπορούσε άλλωστε- καθώς ένας έφηβος μάλλον το αντίθετο επιζητά όσο κι αν οι φυγόκεντρες δυνάμεις τον επαναφέρουν καμιά φορά στην οικογενειακή εστία.

Μια απο τις φυγόκεντρες δυνάμεις, η πιο δυνατή, είναι η σχέση του με τη μικρή αδελφή του.  Ο Σάλιντζερ καταφέρει να τη μετατρέψει σε μια "φωνή αθωότητας".  Πάντα υπάρχει μια τέτοια φωνή, ή ίσως δύο, στον πόλεμο που γίνεται μέσα στην ψυχή του εφήβου.  Η φωνή αυτή γίνεται η αιτία να βγάλει ο Χόλντεν τον καλύτερο εαυτό του.  Γιατί ο έφηβος σέρνει όλα αυτά τα κακά στον ψυχισμό του , όπως τα περιγράφει το βιβλίο, σέρνει όμως και κάποια θετικά στοιχεία που στην πάλη που γίνεται μέσα του, μπορεί στην ενηλικίωση να επικρατήσουν. Μπορεί και όχι.

Δεν άλλαξαν και πολλά σε αυτά τα 60 χρόνια που πέρασαν απο τότε που το έγραψε το βιβλίο αυτό ο Σάλιντζερ.  Ούτε οι έφηβοι άλλαξαν. Τα ίδια ταξίδια κάνουν και σήμερα, ή παρόμοια.  Ο ίδιος πόλεμος γινόταν μέσα τους τότε, ο ίδιος και τώρα.  

Γι αυτό και ξεκίνησα με το παράδειγμα που αφορά έργα της τέχνης, που είναι μέσα απο το χρόνο καταξιωμένα.  Μήπως  γι αυτό  βρίσκεις υπερβολικά μερικά απο τα λόγια, ή τις πράξεις του Χόλντεν;  Μα άν οι περισσότεροι 60 χρόνια τώρα συμφώνησαν για την αξία του, μάλλον πρέπει να ψάξεις, τί είναι αυτό που δεν καταλαβαίνεις.... Μήπως πέρασαν πολλά χρόνια απο τότε που ήσουν έφηβος;


Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Ψηλά Τακούνια απο την Ιουστίνη




Όταν μεγαλώνεις, τα δίνεις όλα για να βρίσκεις αφορμές και να ξαναζείς τα χρόνια της νιότης και της ανεμελιάς. Και δεν ξέρω με ποιο μαγικό τρόπο, σε όλες τις ιστορίες της νιότης, όσο «μακρινές» κι αν είναι, πάντα μέσα τους κρύβουν κάτι που θα σου θυμίζει τον εαυτό σου. Τον βρήκα και πάλι λοιπόν… Αυτή τη φορά, αφορμή για μια επιστροφή, το αγαπημένο βιβλίο της Ιουστίνης Φραγκούλη «Ψηλά Τακούνια για Πάντα».

Ωδή για τη φιλία μεταξύ έξι κοριτσιών που δέθηκαν στα αθώα χρόνια της νιότης τους και ήταν αχώριστες, απομακρύνθηκαν αργότερα διανύοντας τα γόνιμα χρόνια τους, ταξίδεψαν σε έρωτες, και ξανάσμιξαν στη φάση της ωριμότητάς τους, είναι το βιβλίο της Ιουστίνης που επανεκδόθηκε από τις Εκδόσεις Αρμός.
Πρόκειται για ένα σχεδόν αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, που διατρέχει τις ζωές και την ψυχολογία των έξι γυναικών στην πορεία της ζωής τους, με κύρια πρωταγωνίστρια τη Τζούλια του Μόντρεαλ. Όπως αναφέρει η ίδια η συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου της, «η ιστορία είναι αληθινή και φωτογραφίζει τις συμμαθήτριές μου, με τις οποίες μεγάλωσα στη Λευκάδα των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων.  Τα πρώτα τακούνια που δοκιμάσαμε ήταν εκείνα των μαμάδων μας κι ορκιστήκαμε κρυφά πως εμείς για πάντα θα λικνιζόμαστε στις γόβες. Και καρφώσαμε ξύλινα τακούνια στις πλαστικές σαγιονάρες και πηγαινοερχόμασταν στη γειτονιά κάνοντας εκκωφαντικό θόρυβο, προκαλώντας τη μήνι των μεγάλων.

Μόνο η Αθηνά αρνιόταν να φορέσει τα ψηλά τακούνια γιατί ήταν ψηλή κι ένιωθε άχαρη προσθέτοντας κι άλλο ύψος στη ζωή της. Εκείνη έμεινε πεισματικά προσηλωμένη στα μοκασίνια της κι ας προσπαθούσαμε να την παρασύρουμε στη ματαιότητα της ψηλοτάκουνης γόβας.

Η ζωή μας σκόρπισε στα διάφορα σημεία του ορίζοντα, αλλά εμείς σμίγουμε πιστά τα καλοκαίρια και τους χειμώνες στο νησί, καταθέτοντας την αφοσίωσή μας η μια στην άλλη, μα πιότερο τις χίλιες δύο καταστάσεις που μας άλλαξαν και μας έστειλαν σε άλλους δρόμους διαφορετικούς από εκείνους, που είχαμε ονειρευτεί»
Είχα και πάλι ανακαλύψει κάτι από τον εαυτό μου στο βιβλίο αυτό και στο παρελθόν, όταν το είχα διαβάσει στην πρώτη έκδοσή του από τα «Ελληνικά Γράμματα».  Η Ιουστίνη ξέρει τον τρόπο να αγγίζει την ψυχή του αναγνώστη. Καταπιάνεται με λεπτά και ευαίσθητα  θέματα, αληθινές ιστορίες  και πάθη ανθρώπων που πόνεσαν, πορεύτηκαν με τους γύρω τους και αγάπησαν. Δεν περιορίζεται όμως  στο να διηγηθεί μια ιστορία, διανθισμένη με έρωτα και περιπέτεια, αλλά έχοντας δουλέψει σε βάθος πάνω στα ιστορικά και πραγματολογικά δεδομένα του κοινωνικού αυτού ψυχογραφήματος, καταφέρνει να μεταφέρει τον αναγνώστη στο χώρο και στο χρόνο και να τον κάνει να βιώσει τις εμπειρίες και τις στιγμές των ηρώων και των ηρωίδων της.

Το μυθιστόρημα είναι στημένο στον απόηχο των νεανικών αναμνήσεων της Ιουστίνης, στο περιβάλλον του αγαπημένου νησιού της.  Η Τζούλια και οι φίλες της, κορίτσια στην αυγή της ζωής, βιάζονται να μεγαλώσουν, να πετάξουν σχολικές ποδιές και βιβλία και να φορέσουν  ψηλά τακούνια όπως οι μητέρες τους, κάνοντας την αρχή με ξύλινα τακούνια πρόχειρα καρφωμένα στις σαγιονάρες τους.  Βιάζονται ν΄αδράξουν τη ζωή, να πιουν και να μεθύσουν από τους χυμούς της και να γνωρίσουν τον έρωτα στην απόλυτη μορφή του...Μέσα στην αθωότητά τους πιστεύουν, πως πάντα θα είναι όλα ρόδινα και σύμφωνα με τα όνειρά τους. Ένα τραγικό γεγονός όμως, ένας αδόκητος θάνατος, ο θάνατος του πατέρα της Τζούλιας  την ίδια ακριβώς ημέρα της αποφοίτησης των κοριτσιών από το σχολείο, θα οδηγήσει στη  ματαίωση των ονείρων της Τζούλιας  και το βίαιο αποχωρισμό της   από τη νησί της και τις φίλες της. 

Η Τζούλια και οι φίλες της θα σκορπίσουν στους πέντε ανέμους. Θα χάσουν την επαφή τους, πολλές θα δουν τα όνειρα τους να διαψεύδονται, άλλες θα πικραθούν, άλλες θα παραιτηθούν, άλλες θα συμβιβαστούν, άλλες θα επαναστατήσουν. Δεν μπορεί να μην συναντήσει κάπου τον εαυτό του ο αναγνώστης. Κάπου θα τον συναντήσει να κρύβεται στις πτυχές της νιότης που μένουν μέσα στην ψυχή ανεξίτηλες….
Και ξάφνου, όταν η ωριμότητα έχει διαδεχθεί τη νιότη, εκεί που οι κοπέλες δεν το περιμένουν, έρχεται η πρόσκληση.  Η Τζούλια, η ψυχή της παρέας, που έχει ρίξει μαύρη πέτρα κόβοντας με το μαχαίρι δεσμούς και αγάπες που τη συνδέουν με το παρελθόν, στην αυγή των σαράντα χρόνων της ξαναγυρίζει σε αυτές ακριβώς τις αγάπες που άφησε πίσω της.  Θυμάται τον όρκο που έκαναν τότε, στα χρόνια της αθωότητας, να ξαναβρεθούν στα γενέθλια των σαράντα χρόνων της και τις καλεί στη νέα πατρίδα της τον Καναδά, στο σπιτικό της, να γιορτάσουν μαζί και να ξαναβρούν τα κοινά τους σημεία.  Το μεγάλο ταξίδι, είναι μεγάλο για όλες και για την καθεμιά ξεχωριστά.

Άραγε η απόσταση και ο χρόνος εμποδίζουν τον ήχο των τακουνιών να φτάσει τώρα πια στ’ αυτιά τους, ή ο ήχος αυτός, και μαζί βεβαίως και τα συναισθήματα που συνοδεύει έχει μείνει ανεξίτηλος μέσα τους; Η Ιουστίνη ξέρει καλά το παιχνίδι των συναισθημάτων και το καθοδηγεί με μαεστρία μα και σεβασμό στις διαφορετικές προσωπικότητες, τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες του κάθε χαρακτήρα του βιβλίου.

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

Ο "Πίνακας της Φλάνδρας" για δυνατούς Σκακιστές

Στα τέλη του δέκατου πέμπτου αιώνα, ένας γέρος Φλαμανδός καλλιτέχνης, δάσκαλος στην Αυλή του Οστεμβούργου, κρύβει περίτεχνα μέσα σ' έναν απο τους πίνακές του, το κλειδί ενός μυστικού. Ο Αρτούρτο Πέρεθ-Ρεβέρτε μας έχει ξαναβάλει γρίφους που συνήθως απευθύνονται σε μυημένους λύτες. Έτσι κάνει και με τον Πίνακα της Φλάνδρας.
Όταν ολοκληρώθηκε ο πίνακας, απο τον γερο δάσκαλο Βαν Χάυς, ο ένας απο τους δυο παίκτες είχε ήδη δολοφονηθεί. Στην ανακάλυψη του μυστικού βοηθάει μια επιγραφή "Ποιος Σκότωσε τον Ιππότη" την οποία μια νεαρή συντηρήτρια έργων τέχνης ανακαλύπτει πέντε αιώνες  αργότερα, κάτω απο στρώσεις χρωμάτων και υλικών στο εικαστικό.
 
Δυο άνδρες συμπληρώνουν και σήμερα το νέο σκηνικό, όπως ακριβώς και το σκηνικό του πίνακα. Δίπλα στη συντηρήτρια ένας γνωστός αντικέρ κι ένας εκκεντρικός σκακιστής ενώνουν τις δυνάμεις τους αποφασισμένοι να λύσουν αυτό το αίνιγμα. 

Έτσι, μπλέκονται σε μια συναρπαστική περιπέτεια όπου όλα καθορίζονται απο συνεχόμενες σκακιστικές κινήσεις, οι οποίες ανοίγουν μία-μία τις πόρτες ενός μυστηρίου που δεν αφήνει ανεπηρρέαστο κανένα απο τους πρωταγωνιστές του. Ακριβώς όπως έγινε τον δέκατο πέμπτο αιώνα με τα πρόσωπα του πίνακα. 

Τρία πρόσωπα τότε, όπως και τώρα. Τελικά μήπως όλοι οι πίνακες ήταν κομμάτια ενός και μόνο πίνακα, όπως όλοι οι καθρέφτες είναι αντανακλάσεις μιας και μόνο αντανάκλασης; 
Ενας σκακιστής θα το καταλάβει πολύ καλύτερα το βιβλίο του Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε γιατί "Όλα είναι μια σκακιέρα απο μέρες και νύχτες, όπου παίζει η Μοίρα κινώντας τους ανθρώπους για πιόνια"....

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Las putas al poder

Ισοπεδωτικό, συντριπτικό, σκληρό, συναισθηματικά ανυπέρβλητο, όπως και η οικονομική κρίση που έλιωσε τους πολίτες της Αργεντινής, είναι το "ΜΑΠΟΥΤΣΕ" του Caryl Ferey.   Όσο κι αν ο γραφιάς φοβάται τα επίθετα, στην περίπτωση αυτής της ιστορίας, δεν μπορεί, παρά να τα χρησιμοποιήσει, για να την περιγράψει.

Ο αναγνώστης του ΜΑΠΟΥΤΣΕ αναμετριέται με ένα τέρας, ένα τέρας που θέλει να καταβροχθίσει τον άνθρωπο, τις ιδέες του, τη  ζωή του, την οικογένειά του.  Ένα τέρας τρομακτικό σε όγκο, που δεν διστάζει να πολτοποιήσει όποιον μπορεί να του σταθεί εμπόδιο, όποιον θέλει να αντιδράσει.  

Είναι άραγε το ίδιο τέρας που ωθεί αυτή την εποχή σε αυτοκτονίες πολλούς Έλληνες; Ίσως.  Η διαφορά είναι η χούντα η στρατιωτική απο τη μία πλευρά, και οι δυνατότητες της Αργεντινής να έχει παραγωγή, απο την άλλη.  Τα υπόλοιπα στοιχεία δεν είναι διαφορές.  Είναι ομοιότητες.  Το ανακαλύπτει ο αναγνώστης σε κάθε βήμα του. Και τρομάζει.

Η χούντα με τις ρίζες της στο κράτος παντού βαθειά, καταφέρνει να καλύπτει τις πληγές και τα τραύματα.... Κι ενώ το καθεστώς αλλάζει, τα σκεπασμένα κρίμματα σωπαίνουν, τα δάκρυα είναι βουβά...

Κι εκείνοι που θέλουν να ανασκάψουν το χώμα, να ανακαλύψουν τί κρύβεται απο κάτω, αυτοί που αναζητούν χρόνια τώρα τα αγαπημένα τους πρόσωπα, τύχες και ζωές που αγνοούνται, συγκεντρώνονται κάθε μέρα, ίδια ώρα, στην ίδια πλατεία, γύρω απο τον ίδιο οβελίσκο και ειρηνικά υπενθυμίζουν σε όλους οτι τα αγαπημένα τους πρόσωπα δεν επέστρεψαν, ακόμα.... Γνωστές στη Χιλή και την Αργεντινή ως "Γιαγιάδες",   Las Abuelas, είναι οι μητέρες, οι φίλες τους και οι γιαγιάδες όσων δεν επέστρεψαν και δεν έδωσαν ποτέ ως τώρα σημάδια ζωής.  

Η έρευνά τους -υποβοηθούμενη κάθε φορά απο μια διεθνή οργάνωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κάποιον δημοσιογράφο, ντέτεκτιβ και προσωπικά ενδιαφερόμενο- κατάφερε να διεισδύσει στα κρατικά έγγραφα, τα θεσμικά όργανα, πίσω στο χρόνο και πολλές φορές απέδωσε τα αναμενόμενα: ονόματα εξαφανισμένων, πώς και πότε βασανίστηκαν, ονόματα βασανιστών που ήταν στις περισσότερες περιπτώσεις υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, τόπους ομαδικής ταφής, μυστικά υπόγεια φρικτών βασανιστηρίων, ακρωτηριασμούς ανθρώπων, παράνομες υιοθεσίες παιδιών, ψεύτικά πιστοποιητικά θανάτων και γεννήσεων, φόνους των βιολογικών τους γονιών και τόσα άλλα....


Φυσικά ο πόλεμος κατά των φτωχών δεν ήταν καινούργιος επι Συνταγματαρχών στην Αργεντινή.  Η χούντα είχε μειώσει τους μισθούς των λαϊκών στρωμάτων κατά το ήμισυ, είχε καταργήσει τη δωρεάν ιατρική περίθαλψη, αύξησε την τιμή των ζώων εφτά φορές πάνω για να ικανοποιήσει τα συμφεροντα της ισχυρής Sociedad rural (Συνεταιρισμός των μεγάλων γαιοκτημόνων) ενώ ολόκληρες γειτονιές στερούνταν ακόμη και το νερό ή το ηλεκτρικό και τότε επανεμφανίστηκαν αρρώστιες που είχαν ξεχαστεί όπως η θερινή διάρροια, ή η λύσσα σε περιοχές του Μπουένος Αιρες, πηγαίνοντας το κράτος πενηντα χρόνια πίσω....

Δεν μπορεί ο έλληνας αναγνώστης να μην κάνει αναγκαστικά παραλληλισμούς.  Σού έρχεται στο μυαλό ακόμα και αυτός ο πρόσφατος "θρίαμβος" του συστήματος των πελατειακών σχέσεων, ΝΑΙ αυτών των σχέσεων που όλοι τους "κατακρίνουν" αν αναλογιστείς τον πρόσφατο αγώνα των βουλευτών του Ελληνικού Κοινοβουλίου να "σώσουν" την εκλογική τους πελατεία  απο τη φοροκαταιγίδα στην ελληνική επαρχία.  

Η ανισότητα απέναντι στο νόμο, αυτή η θεσμοθετημένη δυνατότητα της εξαίρεσης, έρχεται να επιβεβαιώσει και να επαναλάβει πτυχές της ιστορίες σε άλλη στιγμή, σε άλλο τόπο.  Μα η εξουσία είναι ίδια παντού.  Και ο στόχος της ίδιος.  Θέλει να επιβληθεί. 

Το ΜΑΠΟΥΤΣΕ έχει βραβευτεί με το Βραβείο Landerneau Polar  2012, το Βραβείο του καλύτερου αστυνομικού της χρονιάς 2012 της σύνταξης του περιοδικού Lire, καθώς και το Βραβείο  των αναγνωστών Goutte de sang d'encre στη Βιέννη το 2012. 

Ομως δεν πρόκειται για ένα αμιγώς αστυνομικό μυθιστόρημα. Πρόκειται για ένα ρεαλιστικό πολιτικό θρίλερ, βασισμένο στην ιστορία ενός τόπου που βασανίστηκε πολύ. Μαπούτσε ήταν μια φυλή Ινδιάνων που μάλλον δεν υπάρχει πια. Σφαγιάσθηκαν κατά τον 19ο αιώνα.  ΜΑΠΟΥ σημαίνει γη και ΤΣΕ σημαίνει άνθρωποι...

Ο τιτλος του άρθρου είναι δανεισμένος απο τις σημειώσεις του Συγγραφέα. (Las putas al poder! Sus hujos ya estan en el)



Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Ενας Πουπουλένιος σε μια δικτατορία


"Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άνθρωπος φτιαγμένος απο πούπουλα. Ήταν μαλακός και φουσκωτός  σαν μαξιλάρι.  Όταν συναντούσε κάποιον που ήταν πολύ λυπημένος, που ήταν σχεδόν απελπισμένος λόγω της φρικτής και δύσκολης ζωής που έκανε, ο Πουπουλένιος τον βοηθούσε να βάλει τέλος....Τον πλησίαζε, τον αγκάλιαζε τρυφερά και του έλεγε: Περίμενε μια στιγμή. Και ο χρόνος σταματούσε".  Το σκοτεινό αυτό παραμύθι, προβληματίζει βαθειά και όπως αποδεικνύεται, δεν είναι για όλους, τελικά...
Δεν είναι η πρώτη φορά που το έργο αυτό,  μεταφέρεται σε θεατρική σκηνή της Αθήνας. Ο Martin McDonagh  είναι ένας παραμυθάς. Επιτυχημένος θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης κινηματογράφου, ιρλανδικής καταγωγής, θεωρείται ένα από τα πιο πολύπλευρα ταλέντα της Μεγάλης Βρετανίας.   

Το έργο (The Pillowman) έκανε παγκόσμια πρεμιέρα το 2003 στο Βασιλικό Εθνικό Θέατρου του Λονδίνου και πανελλήνια πρεμιέρα το 2005 στον Εξώστη του θέατρου Αμόρε. Οπουδήποτε ανέβηκε διεθνώς σημείωσε πολύ μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία. Την καρέκλα του σκηνοθέτη μοιράζεται με την καρέκλα του πρωταγωνιστή στη σκηνή του Θεάτρου Αθηνών, φέτος, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης και μαζί του εξαιρετικές οι ερμηνείες του Ν.Κουρή, Γ.Πυρπασόπουλου, Οδ.Παπασπηλιόπουλου. 
Δεν είδα ούτε ένα άδειο κάθισμα στο θέατρο!  Δυο μόνο καθίσματα απελευθερώθηκαν στο πρώτο εικοσάλεπτο, όταν ένα ζευγάρι ανακάλυψε οτι δεν επρόκειτο για την λαμπερή παράσταση που περίμενε οτι θα δει, αλλά για μια σκοτεινή, επώδυνη ιστορία.... Και κάτι ακόμη αξιοσημείωτο: είδα ενισχυμένο -σε αριθμό- ανδρικό πληθυσμό, πράγμα που δεν συναντάς συχνά, χρόνια τώρα στα ελληνικά θέατρα....

Περισσότερο απ' οποιοδήποτε άλλο έργο του McDonagh,  "Ο πουπουλένιος" καταφέρνει να ισορροπήσει με απόλυτη ακρίβεια ανάμεσα στον κωμικό παραλογισμό και τη γνήσια κλασική τραγωδία. Το έργο καθηλώνει με τη λάμψη και τον ίλιγγο των λέξεών του, με τις εικόνες και τη ζωντάνια που αυτές οι λέξεις μεταφέρουν. Ο ΜακΝτόνα γνωρίζει πολύ καλά την πίσω πλευρά του ανθρώπινου εγκεφάλου που λαχταρά να ακούει τις λέξεις "μια φορά κι έναν καιρό". Και παρόλο που το "ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα" είναι άπιαστο -στο έργο, στην αληθινή ζωή, στην αναζήτηση του απόλυτου νοήματος-, ο συγγραφέας γνωρίζει ότι η φαντασία και η στιγμή της έκπληξης, που σε κάνουν να κρατάς την ανάσα σου, σε ανταμείβουν.

Ο συγγραφέας έχει απόλυτη γνώση της ανάγκης του ανθρώπου να πει και να ακούσει ιστορίες για να αισθανθεί κοντά σε κάποιον, να πιαστεί από κάτι που έχει αρχή, μέση και τέλος για να καταφέρει να αντιμετωπίσει το χάος της πραγματικότητας. Ο Πουπουλένιος είναι ένα άγριο και τρομακτικό παραμύθι όπως όλα τα παραδοσιακά παραμύθια και όπως και αυτά   δ ε ν   απευθύνεται βεβαίως σε παιδιά.

Το έργο επικεντρώνεται στα γραπτά του Χατούριαν, ενός συγγραφέα ο οποίος «ανακρίνεται από ένα δικτατορικό καθεστώς για το μακάβριο περιεχόμενο των διηγημάτων του και τις ομοιότητες που έχουν με έναν αριθμό παιδικών φόνων που γίνονται στην πόλη του». Η βία, σωματική και ψυχική, και οι καταπιεστικοί μηχανισμοί από το κλασικό ζευγάρι του καλού-κακού μπάτσου δίνουν τον τόνο σε μια σκοτεινή σκηνή που φωτίζεται από τις ανατροπές παράδοξων ιστοριών και κωμικών παρεξηγήσεων.   Η παράσταση είναι γεμάτη απο αφηγήσεις σκοτεινών, αιματηρών και φρικτών ιστοριών...

Στο τέλος της πράξης, ο κόσμος του φανταστικού και του πραγματικού ταυτίζονται, όταν μαθαίνουμε ότι τα σκοτωμένα παιδιά των ιστοριών αντιστοιχούν σε αληθινά παιδιά των οποίων η τύχη αγνοείται. Δεν είναι το πρώτο έργο του  McDonagh  που ασχολείται με το θέμα της ακραίας, ενδοοικογενειακής, άρρωστης  βίας.
Ο συγγραφέας του Pillowman απέρριψε νωρίς την παραδοσιακή εκπαίδευση, εγκατέλειψε το σχολείο στα 16 του και άρχισε να γράφει. Αρχικά έγραψε 22 έργα για το ραδιόφωνο (απορρίφθηκαν όλα από το BBC) και αρκετά σενάρια. Γνώρισε όμως την επιτυχία μόνον όταν στράφηκε στη συγγραφή θεατρικών έργων. Έγινε γνωστός σε ηλικία 25 χρόνων με το έργο "Η βασίλισσα ομορφιάς του Λινέιν" (1996). Το έργο, που κέρδισε τέσσερα βραβεία Τόνι, παρουσιάστηκε σε μια εποχή που κυριαρχούσε το λεγόμενο In-Yer-Face Theatre, ένα είδος που ερευνά τη σύγχρονη ζωή με επιθετικό, βίαιο και ασυμβίβαστο τρόπο. Ο McDonagh  συγκρίθηκε με συγγραφείς όπως η Σάρα Κέιν και ο Μαρκ Ρέιβενχιλ, των οποίων τα έργα προκάλεσαν ιδιαίτερες αντιδράσεις στο κοινό.