Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015

Τί γυρεύει ο Σκύλος; δεν είμαι η Μητέρα του!

Είχα διαβάσει πριν απο χρόνια τη "Μητέρα του Σκύλου" του Παύλου Μάτεσι, και δεν είναι η πρώτη φορά που ανεβαίνει το έργο αυτό στο θεατρικό σανίδι. Μα όμως τούτη τη φορά μου φάνηκε σαν ύμνος, σαν δέηση σε μνημόσυνο, μια πονεμένη αιματοβαμένη ιστορία, ειπωμένη στο διψασμένο για αλήθειες κοινό την πιο κατάλληλη, την πιο καίρια στιγμή ...

Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλο τέτοιο πρόσωπο που να περιγράφει τόσο πιστά τη σημερινή Ελλάδα, αν και το έργο γράφτηκε το 1990.  Μια μισότρελη, που υπήρξε μεγάλη Φίρμα της αθηναϊκής επιθεώρησης -όπως λέει η ίδια η αφηγήτρια- η Ραραού, απο τις Επάλξεις της ελληνικής επαρχίας (όνομα συμβολικό που δόθηκε απο τον συγγραφέα)  είναι  το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας που μας αφηγείται τη ζωή της.  

Δεν είναι μόνο δικό της αυτό το παρελθόν.  Ανήκει στον καθένα απο τους θεατές του Σύγχρονου Θεάτρου που συνέπασχαν με τη Δήμητρα Χατούπη, το απόγευμα της Κυριακής, σε μια παράσταση που κανείς δεν πρέπει να αμελήσει να δει.   Ανήκει στον κάθε έλληνα, στην κάθε ελληνική οικογένεια που στερήθηκε τα πάντα προκειμένου να γράφεται με ασημένια γράμματα στα σχολικά βιβλία οτι βροντοφώναξε κάποτε ΟΧΙ, μαζεύει όμως συνεχώς τα βρώμικα κουρέλια της, μεταποιεί τη γαλανόλευκη σημαία και τη ράβει σωβρακάκια για τα ξεβράκωτα παιδιά της, στέκεται Προσοχή και σηκώνει όποια σημαία της επιβάλουν οι πάτρωνες, πηγαίνει με τους ισχυρούς ακόμα κι αν αυτό φέρνει αντιμέτωπο αδελφό με αδελφό, πέφτει στο κρεβάτι με τον καθένα που της ρίχνει στο τραπέζι μια κονσέρβα, διαπομπεύεται, χάνει τους αγαπημένους της στις εσχατιές και στα βουνά, αλλά επισήμως δεν τους ξεχνά και τους βαφτίζει ήρωες, και κάνει πως δεν ξέρει, οτι δήθεν αγνοεί, οτι αυτοί, το σκάνε για κάπου καλύτερα, όπου νά 'ναι, φτάνει να είναι μακριά, μακριά απο τη μιζέρια και την ανέχεια.


Εσκεμμένα δεν βάζω πολλές τελείες.  Ακατάσχετες είναι οι σκέψεις για τις ακατάσχετες πράξεις και εικόνες που ανήκουν στην ιστορία, μα επαναλαμβάνονται καθημερινά γύρω μας.

Με τη σκηνοθετική ματιά του Σταύρου Τσακίρη, ο θεατής μεταφέρεται στην εποχή της Κατοχής, τη μεταπολεμική Ελλάδα και στα γεγονότα που ακολούθησαν.  Μια ελληνίδα μάνα, προσπαθεί να αντιμετωπίσει την πείνα. Κάνει τα πάντα για να επιβιώσει εκείνη και τα παιδιά της.  Τα πάντα.  Η κόρη της δεμένη μαζί της σε ένα δεσμό που δεν λύνεται ποτέ, αποδέχεται κι εκείνη τη μοίρα και παίζει το παιχνίδι χωρίς να εναντιώνεται, χωρίς να αντιδρά. Έχει μια σχέση σχεδόν εξουσιαστική με τη μητέρα της, αλλά αυτό δεν δείχνει να την ενοχλεί.  Ενα έχει μόνο στη σκέψη της, να γίνει ηθοποιός. Έχει βάλει πλώρη για το σανίδι και ονειρεύεται, μόνο ονειρεύεται.  Και νομίζει η δύστυχη, οτι φορώντας ένα κραγιόν κόκκινο κι έχοντας "υψηλές γνωριμίες" θα το πετύχει.   

Σε κάθε ελληνική τραγωδία ελοχεύει η πελατειακή σχέση, πολύ περισσότερο δε στη μεταπολεμική περίοδο, έτσι και στο έργο αυτό του Παύλου Μάτεσι ο τοπικός "βουλευτής" παίζει σημαντικό ρόλο.   Ο βουλευτής Μανώλαρος με αντάλλαγμα την εξασφάλιση ψήφων, γίνεται ακόμα και "προστάτης" της Ραραού (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της Ρουμπίνης Μέσκαρη) και της μητέρας της μετά την απελευθέρωση, όταν πλέον αυτές "βοηθούν" έναν ανάπηρο ο οποίος τις εκμεταλλεύεται για να επαιτεί.

Η Ραραού όμως έχει τραυματισθεί ψυχικά.  Οι εικόνες των βομβαρδισμών, των πεθαμένων, του φτωχικού τραπεζιού, της μάνας της που για να γλυτώσει τη διαπόμπευση προσπαθούσε να διαφύγει μαζί με άλλες πάνω σε ένα κάρο  κι εκείνη γαντζωμένη κι εξαντλημένη να φωνάζει σα να γαυγίζει, την έχουν σημαδέψει βαθειά. "Διώχτε το, Διώχτε το Σκυλί, πάρτε απο εδώ αυτό το Σκυλί που με πήρε απο κοντά, διώχτε -τι γυρεύει ο Σκύλος, δεν είμαι η Μητέρα του"... 

Το ψέμα και η αλήθεια εναλάσσονται στη ζωή της Ραραού, όπως εναλάσσεται η πρωτοπρόσωπη και η τριτοπρόσωπη αφήγηση στο κείμενο του Παύλου Μάτεσι. Η συνάντηση της Ρουμπίνης Μέσκαρη με το κοινό διαδραματίζεται σε ψυχιατρείο.  Γι αυτό και η αφήγησή της δεν φείδεται σκληρών λόγων και λεπτομερειών, μαζί με γέλιο και δάκρυ.  Γιατί η αλήθεια ξεχειλίζει κάποια στιγμή, άλλωστε ο ίδιος ο Μάτεσις είχε γράψει οτι ο λόγος υπηρετεί το έργο, τον μύθο.  Δεν είναι αυτοσκοπός και η καλλιλογία είναι περιττή και ενίοτε επιβλαβής.  

Η Δήμητρα Χατούπη φέρει το βάρος του έργου, με τη σκηνική της παρουσία κυριαρχεί και προβάλει την προσωπικότητα και τον πόνο της Ραραού με απόλυτο ρυθμό και με ένταση που μεταδίδεται στο θεατή και τον βάζει να συμμετέχει κι εκείνος στα δεινά της.  Χρειάζεται κάποιος χρόνος -διαφορετικός για τον καθένα- μετά την παράσταση, για την αποφόρτιση. Αν αυτό δεν είναι επιτυχία, τότε τί είναι;

 Σύγχρονο Θέατρο,
 Ευμολπιδών 45

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

Ανθρώπινο βλέμμα στη φρίκη του πολέμου

Πάνε χρόνια τώρα που γνωρίζω τον Τζεμίλ Τουράν, μα κάθε νέο βιβλίο του είναι μια έκπληξη για μένα.  Γιατί καθένα πάει πιο βαθιά, πιο πέρα, τη ζωντανή μάχη που δίνει δεκαετίες τώρα, για να κρατήσει ζωντανό το όνειρο για την πρώτη του πατρίδα.


Το "εκεί ο θεός κοιμόταν" είναι το πέμπτο μυθιστόρημα του Τζεμίλ και δεν είναι υπερβολή, οτι είναι κι αυτό όπως και τα προηγούμενα τέσσερα, ένα κομμάτι της ιστορίας του κουρδικού λαού.  Μιας ιστορίας πολύ παλιάς με σκορπισμένα κομμάτια σε χώρες διαφορετικές.

Ο Ντιβανέ, ο τυφλός ραψωδός, ζητιάνος, είναι ο αφηγητής. Με το μεντρίρ, τη φωνή του και τη μνήμη του μοιρολογά για τον πόνο που έζησε σε έναν πόλεμο, σε μια χώρα μακρινή, αλλά και τον πόνο που ζει και τώρα ο κουρδικός λαός.  Τα λόγια του είναι οι μνήμες, η ιστορία, οι παραδόσεις ενός λαού. Είναι όμως και κάτι ακόμα.  Μια πάντα επίκαιρη αντιπολεμική φωνή.  Είναι μια καλά ζωγραφισμένη εικόνα ενός ακόμη παράλογου πολέμου μέσα από τη ματιά ενός λογοτέχνη - δημοσιογράφου που δεν φοβάται να εκτεθεί στους αναγνώστες του, όπως εκθέτει και τους ήρωές του.  Γιατί γνωρίζει καλά ο Τζεμίλ Τουράν οτι δεν γράφει μια περιπέτεια. Γράφει για το θάνατο, στιγματίζει τη βαρβαρότητα και τον κυνισμό εκείνων που αποφασίζουν να συντρίψουν ανθρώπους και λαούς. Αποτυπώνει και αναζητά τις αιτίες και τις επιπτώσεις τέτοιων συμπεριφορών δοκιμασμένων πάνω σε ανυποψίαστα θύματα.


Ο Τζεμίλ περιγράφει τη θηριωδία και τις φρικαλεότητες του πολέμου, στιγματίζει τη βαρβαρότητα και τον κυνισμό του και θρηνεί για μια γενιά ανθρώπων που καταστράφηκαν.  Μιλά για το σπίτι του, τη μάνα, τον πατέρα και τα αδέλφια του, τα χρόνια στο πανεπιστήμιο στην Άγκυρα.  προχωρεί λίγο ακόμα.  Γράφει και για όλους εκείνους που -χρόνια τώρα- προσπαθούν να μας πείσουν πως μόνο οι "δυνάμεις του Καλού" στη Δύση είχαν θύματα, κρατώντας καλά κρυμμένα τα μυστικά για τις δικές τους θηριωδίες.  


Όμως σε κάθε πόλεμο, όλες οι πλευρές έχουν πόνο και απώλειες.  Η οργανωμένη φρίκη αγγίζει νικητές και ηττημένους.  Στο βιβλίο του Τζεμίλ δεν ξεχωρίζεις λαούς, θρησκείες κι άλλες αντιλήψεις όταν διαβάζεις για τους απλούς στρατιώτες. Όλοι είναι θύματα που υπομένουν και βασανίζονται.  Ο κεντρικός ήρωας, ο Ντιβανέ αφηγείται τα βιώματά του απο τη συμμετοχή του στον πόλεμο στην Κορέα.  Ως κληρωτός στον τουρκικό στρατό στην αρχή της δεκαετίας του '50, βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του, σε έναν τόπο που πριν, δεν ήξερε πού βρίσκεται.  Ούτε κι αυτούς που πήγε να πολεμήσει εγνώριζε. Ούτε κι εχθροί του ήταν.  Κι όλες οι προσπάθειες των αξιωματικών του να κατασκευάσουν έναν εχθρό, πέφτουν στο κενό.  Οι κορεάτες αντάρτες γίνονται εχθροί του μόνον αφού σκοτώσουν και τραυματίσουν συντρόφους του Ντιβανέ. Λιτή και συγκλονιστική η περιγραφή: "Χάθηκαν πολλοί φαντάροι μας στην προσπάθεια να διασχίσουμε το φαράγγι και πολλοί τραυματίσθηκαν.  Αυτό μας έκανε να αισθανθούμε μίσος για τους αντάρτες.  Τώρα τουλάχιστον ξέραμε γιατί τους πολεμούμε, επειδή σκότωσαν δικούς μας στρατιώτες.  Τώρα, ήταν πραγματικοί εχθροί, εχθροί με αιτία".

Ο Ντιβανέ είναι ένας αντιήρωας.  Ένας απλός άνθρωπος που βλέπει τα δεινά του πολέμου.  Συχνά με φράσεις ειρωνικές αποκαλύπτει πόσο κενά είναι τα μεγάλα λόγια των υψηλόβαθμων αξιωματικών, οι οποίοι με συστηματικές αναφορές στην "υποχρέωση να βγάλουν ασπροπρόσωπη την πατρίδα" ενθάρρυναν τους στρατιώτες να είναι γενναίοι στις μάχες.  Διαβάζω κι σχεδόν ακούω, τη βραχνή του φωνή: "Τι κι αν η εντολή των Αμερικανών ήταν ξεκάθαρη, ότι όπου υπήρχε μεγάλη δυσκολία και μεγάλο εμπόδιο γυρίζουμε πίσω.  Οι δικοί μας αξιωματικοί δεν καταλάβαιναν απο τέτοια...  Καλύτερα να πεθάνει ένας Τούρκος, παρά να γυρίσει πίσω εγκαταλείποντας..."

Ο συγγραφέας δεν περιγράφει λαμπρά κατορθώματα ανδρείας, αλλά αναδεικνύει ξεχωριστούς ανθρώπους που επιβιώνουν.  Ο πόλεμος δεν φαίνεται να είναι αυτός που περιγράφουν οι ιστορικοί.  Δεν υπάρχουν επικά γεγονότα και τα ηρωικά κατορθώματα για τον Τζεμίλ είναι αυτά που αφορούν πράξεις αλληλεγγύης, συμπόνιας, συμμετοχής στον εφιάλτη.  Ο πυρήνας της ιστορίας βρίσκεται στη συνάντηση του -τυφλού και ζητιάνου πλέον- Ντιβανέ με έναν άλλο κούρδο, τον Γκερμό.  "Αντί να πολεμάς για την πατρίδα σου ήρθες με τη σημαία ενός κατακτητή, του δικού σου κατακτητή, για να πολεμήσεις για τα αμερικανικά συμφέροντα; Πάρε πρώτα τη δική σου πατρίδα κι άσε τους άλλους να κανονίζουν για τις δικές τους πατρίδες"...

Ντράπηκε ο Ντιβανέ, σκουπίδι αισθάνθηκε.  Εμείς πάλι, ποτέ δεν ντραπήκαμε για τα δικά μας και θέλουμε να ξεχνούμε οτι και οι δικές μας κυβερνήσεις τότε, έστειλαν έλληνες στρατιώτες να πεθάνουν στην Κορέα στο όνομα της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας.  Και βεβαίως, την ίδια στιγμή στο εσωτερικό της χώρας μας είχε μόλις λήξει ένας απίστευτα σκληρός εμφύλιος πόλεμος και ξεκινούσε ένας άλλος που στόχο είχε την εξαφάνιση του λεγόμενου "εσωτερικού εχθρού" με εκτελέσεις, δολοφονίες, εξορίες, καταπίεση...
 Εύχομαι στον Τζεμίλ το επόμενο βιβλίο του να βρεθεί ακόμα πιο κοντά στο όνειρο της "δικής του πατρίδας".  Δύσκολο το εγχείρημα, όπως δείχνουν τα διεθνή πράγματα στην περιοχή, αλλά και γιατί καμιά φορά το όνειρο, είναι πιο γλυκό από την πραγματοποίησή του...

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

Η Πόλη των πόλεων σε άλλη ανάγνωση

Καλογραμμένο, μα "ζορίζει" τον έλληνα αναγνώστη το ΑΝΤΙΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ της Αϊσέ Κουλίν.  Τον βάζει κατευθείαν απέναντι και μόνο έάν ο αναγνώστης είναι κάπως ώριμος, πολιτικά, θα μπορέσει να αφαιρέσει το συναίσθημα που ξεχειλίζει και να "ακούσει" τα υπόλοιπα, από όσα έχει να του διηγηθεί η συγγραφέας.


Πρόκειται για την ιστορία μιας οικογένειας, μετά τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο, στη διάρκεια των τελευταίων ημερών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σ' ένα αρχοντικό της Κωνσταντινούπολης, καθώς η πόλη βρίσκεται ήδη υπό κατοχή. Δεν είναι βέβαια μια τυχαία οικογένεια.  Είναι μια οικογένεια που έπαιξε ρόλο κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του τελευταίου σουλτάνου, μιας και ο πρωταγωνιστής της είναι ο Αχμέτ Ρεσάτ, υπουργός του των Οικονομικών, ένας διανοούμενος, πιστός στον προϊστάμενό του.   Απόδειξη της τεράστιας πάλης των αντιμαχόμενων δυνάμεων και τάσεων εκείνη την εποχή, είναι οι μεταπτώσεις στις σκέψεις και τα συναισθήματά του.  Ο άνθρωπος αυτός, διαβασμένος και σοβαρός, αισθάνεται να διαλύονται όσα πίστεψε όλα τα προηγούμενα χρόνια.  Νιώθει στριμωγμένος μεταξύ ενός κόσμου που γκρεμίζεται κι ενός καινούριου που με κάθε κόστος διεκδικεί το μέλλον.
Μέσα στο ίδιο του σπίτι, αρχικά χωρίς να το γνωρίζει, φιλοξενεί ταυτόχρονα και την "άλλη" άποψη.  Την επανάσταση. Την εναντίωση στον συντηρητισμό.  Την αγάπη και την τρέλα για το καινούργιο, το νέο, το νεωτεριστικό.  Ο ίδιος ο ανιψιός του, καταζητείται ως αντικαθεστωτικός, γιατί μετείχε σε δράσεις που καταδίκασαν την ύπαρξή του μέσα στο περιβάλλον του σουλτάνου.

Ο παράγοντας "γυναίκα" παίζει το ρόλο του και στο σπίτι του υπουργού, η γυναίκα σύζυγος, η γυναίκα μάνα που κινεί τα νήματα, η γυναίκα ψυχοκόρη που τελικά διαμορφώνει και τις εξελίξεις για την προσέγγιση με τον ανιψιό, την πολιτική του μεταστροφή, η οποία οδηγεί τελικά και στην ίδια την εξορία του Αχμέτ Ρεσάτ απο τη νέα κυβέρνηση.

Μέσα από το κείμενο και την έξοχη μετάφρασή του στα ελληνικά, περιγράφεται η δραματική πτώση της μεγάλης αυτής αυτοκρατορίας, οι δυνάμεις που συνέβαλαν, τα λάθη της Υψηλής Πύλης, τα αίσχη των ξένων, μα ξεχειλίζει και η οργή της συγγραφέως.  Η Κουλίν γράφει ένα μυθιστόρημα - ποταμό, με ιστορικό υπόβαθρο και συναισθηματική ένταση, συνδυάζοντας με μοναδικό τρόπο την Ιστορία με τη μυθιστορηματική πλοκή, και σκιαγραφεί τελικά μία ιστορία της Κωνσταντινούπολης συναρπαστική, αληθινή και απρόσμενα οικεία στον αναγνώστη της άλλης πλευράς του Αιγαίου.

Μόνο που δεν καταφέρνει να ξεφύγει από τα στερεότυπα που της επιβάλει το σύστημα.  Το σύστημα που θέλει τις δύο πλευρές του Αιγαίου να μεγαλώνουν και να μαθαίνουν την ιστορία τους, η κάθε μια, με το δικό της τρόπο.  Και φαίνεται αυτό καθαρά, στο γραπτό της, γιατί ενώ κατακρίνει όλους εκείνους που έβαλαν πόδι στην Κωνσταντινούπολη και τις δράσεις των δυνάμεων κατοχής, δηλαδή τους Άγγλους, τους Ιταλούς, τους Γάλλους,  κάποια στιγμή βρίσκει για όλους μια δικαιολογία, ένα ελαφρυντικό, έναν καλό λόγο για να αποφύγει τους αφορισμούς στην Ιστορία και να εξομαλύνει τις ηλεκτροφόρες γραμμές που συνδέουν τη μυθοπλασία με τα γεγονότα.  Μόνον για τους Ρωμιούς, δεν φύλαξε πουθενά τέτοια κουβέντα.  Πουθενά στο κείμενο. Μάλιστα την πνίγει τόσο το συναίσθημα το προσωπικό της, που σε κάποια σημεία, όπως αυτό, δεν μπορεί να κρυφτεί : 
"... Ακριβώς έτσι κύριε. Για παράδειγμα, ένας πασάς πρέπει να χαιρετίσει έναν Άγγλο, Γάλλο, Ιταλός στρατιώτη, Ακόμη κι Έλληνα!
Από πότε ισχύει αυτό;Εδώ κι έναν μήνα.  Αυτή η κατάσταση είναι άκρως βλαβερή για την ψυχική υγεία των αξιωματικών.  Πάρα πολλοί ανάμεσά τους, για να μη βρεθούν σε αυτή την άκρως υποτιμητική θέση, δεν κυκλοφορούν με στολή". (σελ.250) 

Η Αισέ Κουλίν, γεννημένη στην Κωνσταντινούπολη το 1941 είναι απο τις πιο επιτυχημένες μυθιστοριογράφους στην Τουρκία σήμερα. Σπούδασε λογοτεχνία στο Αμερικανικό Κολέγιο Θηλέων του Αρναγουκιόϊ κι εργάσθηκε ως κειμενογράφος κι ως σεναριογράφος.  Γράφει βιβλία απο το 1984, διηγήματα, μυθιστορήματα, βιογραφίες, και πολλά από αυτά έχουν βραβευθεί και διακριθεί.

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015

Σόδομα και Γόμορρα

Ταξίδι στα σύγχρονα Σόδομα δεκάδες αιώνες μετά την βιβλική καταστροφή με πήγε η Ιωάννα Μπουραζοπούλου με την πρωτότυπη ιστορία και το βιβλίο της "Τι είδε η γυναίκα του Λωτ", για το οποίο δεν έγινε πολύς λόγος  όταν είχε γραφτεί.  Μου αρέσει να διαβάζω τις ιστορίες όταν έχουν κρυώσει, όταν έχουν χάσει το άρωμα της δοξαστικής, ή σκληρής επικαιρότητας, γιατί τους δίνω το δικό μου άρωμα.  Έτσι λοιπόν, διάβασα σήμερα, αυτό το βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2007.

Συμφωνώ τελικά οτι "η πραγματικότητα μπορεί να μην είναι παρά μια ομαδική παραίσθηση" , όπως η εικόνα που στήθηκε από την συγγραφέα, όταν ένα ρήγμα, μια μετατόπιση στα έγκατα της Νεκράς Θάλασσας, προκαλεί κάτι σαν τσουνάμι και αλλάζει οριστικά το γεωγραφικό ανάγλυφο της γης, βυθίζοντας κάτω από το νερό όλες τις παράκτιες ασιατικές, αφρικανικές κι ευρωπαϊκές χώρες.  Ύστερα, μια νέα εξουσία αναδύεται, μια αποικία ανθρώπων δημιουργείται και οι κάτοικοί της την ακολουθούν, υποτάσσονται,  τηρώντας πιστά κάποιους κανόνες.  

Οι κανόνες καθορίζονται από μια απρόσωπη Κοινοπραξία που έχει έδρα στο Παρίσι, το οποίο είναι πλέον παραθαλάσσιο και στόχος είναι η εκμετάλλευση του μυστηριώδους βιολετί αλατιού που αναβλύζει στην περιοχή του ρήγματος.  Ολόκληρη η αποικία, οι κάτοικοι με τις ζωές τους και την καθημερινότητά τους λειτουργούν για να έρθει αυτός ο πλούτος στο φως, να κάνει τους πλούσιους πιο πλούσιους.  Οι ίδιοι, σαν άοκνα μυρμήγκια μέσα στην αποικία-κλουβί, συνεχίζουν υποταγμένα τη δουλειά τους όπως προβλέπεται και δεν διαταράσσουν την καταπιεστική ζωή τους, ούτε καν με μια σκέψη φυγής από το ζοφερό, υγρό και χωρίς οξυγόνο περιβάλλον στο οποίο βρέθηκαν.

Το σκηνικό θυμίζει Οργουελ και οδηγεί μετά από περιπλάνηση στο σκοτεινό σημείο όπου κρύβεται η συνειδητοποίηση οτι ο εφιάλτης δεν είναι εκεί έξω αλλά βαθιά μέσα στον καθέναν από εμάς.   

Έξι υψηλόβαθμοι υπάλληλοι, ένας Γάλλος, ένας Ισπανός, ένας Μαυροβούνιος, ένας Τούρκος, μια Βρετανίδα κι ένας Ιταλός, ζουν τις εφιαλτικότερες μέρες τους, αν και διακεκριμένοι πολίτες αυτής της ιδιότυπης "χώρας", όταν για πρώτη φορά μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια ταπεινωτικής υποταγής στον εξουσιαστή του τόπου, αναγκάζονται να αναλάβουν δράση όταν εκείνος θα βρεθεί νεκρός.  Μα και οι ίδιοι αυτοί δεν είναι τίποτε άγιοι.  Ένας πρώην απατεώνας είναι σήμερα δικαστής, ένας πρώην εγκληματίας είναι σήμερα ιερέας, μια πρώην πόρνη είναι η σύζυγος του βασιλιά.  Αυτή η εκδοχή του μέλλοντος δεν είναι καθόλου αισιόδοξη αλλά η συγγραφέας καταφέρνει να σε κάνει να αγαπήσεις του ήρωες της και να τους συμπονέσεις στη δύσκολη στιγμή τους -όταν ζουν μέσα σε κλίμα νοσηρής καχυποψίας, παράλογης ενοχής και ανεξέλεγκτου φόβου- παρά την αηδία που μπορεί να σε κάνει να νοιώσεις το σκοτεινό τους παρελθόν.

Το τι ακολουθεί, αποτελεί ένα εκρηκτικό μείγμα φαντασίας, σύγχυσης και κινηματογραφικής διάθεσης με εναλλαγή δυνατών συναισθημάτων και  έντονων εικόνων με πλούσια τραγικότητα και χιούμορ ενίοτε, όπως το κάψιμο του πτώματος του κυβερνήτη και η αδυναμία του να καεί στο φούρνο των ανακτόρων, η κλοπή του θησαυρού  -που όλοι μέσα τους τελικά ονειρεύονταν, προς τιμωρία της Κοινοπραξίας που το εκμεταλλεύεται- καθώς μεγάλες ποσότητες από την παραγωγή του μυστηριώδους βιολετί αλατιού μεταφέρονται με βασανιστικό τρόπο μέσα στη φονική έρημο.  

Μα και ίδιο το πέρασμα τελικά αυτής της ερήμου, είναι σημειολογικά μια κορυφαία στιγμή της ιστορίας, μιας και ήταν το απαγορευμένο όριο, που προηγουμένως, θεωρείτο θανατηφόρο από τους αποίκους...  Ίσως τελικά τα Σόδομα και Γόμορρα είναι ταυτόχρονα πηγή πλουτισμού για κάποιους και αφορμή για υπέρβαση γι άλλους.  Τότε και τώρα.  

Όχι, δεν είναι μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας, αν και εύκολα θα μπορούσε. Είναι ένα απότομο ξύπνημα -όπως αυτό που έζησαν οι ήρωες της ιστορίας- μόνο που αυτή τη φορά αφορά το ελληνικό μυθιστόρημα, που σπανίως βλέπει τη συνολική εικόνα του κόσμου απο μακριά, σπανίως βλέπει τον κόσμο παγκόσμιο.  Συνήθως φοράει μεγενθυτικούς φακούς, κάνοντας την κουκίδα του χωριού μας το κέντρο του κόσμου.  

Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου ναι, μπορεί να καυχιέται οτι έβγαλε τους φακούς και μαθαίνει στον αναγνώστη της να το κάνει κι αυτός.



Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

Χαρακτήρες - γλυπτά

Δεν είναι τυχαίο που ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης συγκαταλέγεται στους σύγχρονους μάστορες του θεατρικού λόγου στα ελληνικά πράγματα.  Αυτό εύκολα φαίνεται εάν κανείς παρακολουθήσει μια παράστασή του.  Μα πιο περίτρανα επιβεβαιώνεται -οξύμωρο αλλά έτσι είναι- εάν διαβάσει ένα πεζογράφημά του.  Πριν αρκετό καιρό είχα παρακολουθήσει "Το Κέικ" στο Εθνικό Θέατρο, μα τώρα έπεσε στα χέρια μου το "Ο Φιλοξενούμενος" το οποίο είχε γράψει το 2004 και είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ.


Οι χαρακτήρες που πλάθει ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης είναι σαν γλυπτό.  Δουλεμένοι αρχικά με χοντρά, βαριά εργαλεία, διαμορφώνονται από μια άμορφη μάζα, σαν το αρχικό σχέδιο του ανάγλυφου που έχει ο γλύπτης μπροστά του. Στην περίπτωση του συγγραφέα το αντικείμενο βρίσκεται στη φαντασία του, αλλά καμιά διαφορά δεν κάνει αυτό. Ο συγγραφέας σχεδιάζει με ακρίβεια και λεπτομέρεια τον ήρωά του στο επιθυμητό μέγεθος, σκαλίζει το υλικό, αφαιρεί τα περιττά κομμάτια, λειαίνει την επιφάνεια κι ύστερα με λεπτεπίλεπτες σπάτουλες, καλέμια και ειδικά σμυρίγδια φτάνει τη μορφή εκεί που θέλει.  

Διαθέτει ιδιαίτερη υπολογιστική ικανότητα  εξαιρετική αντίληψη των διαστάσεων του χώρου και της ισορροπίας των όγκων, ικανότητα στον σχεδιασμό υλικών χρωμάτων και σχημάτων, ώστε να μην του διαφεύγει η λεπτομέρεια, μα συνάμα διαθέτει και την απαραίτητη αντοχή, ευκινησία και δεξιοτεχνία στις κινήσεις γιατί ο ήρωας έχει ευαισθησίες, μπορεί μια λάθος κίνηση να τον τραυματίσει, να τον τσαλακώσει, μπορεί πάλι να είναι εύκαμπτος, μπορεί και όχι, άλλες φορές πάλι, ίσως να είναι εύθραυστος, ή σκληρός που σημαίνει ότι πάλι ειδικό χειρισμό απαιτεί.


Κι όπως τα έργα κάποιου γλύπτη, που μπορεί και να σμιλεύτηκαν πολλές δεκαετίες πριν, έμειναν στο μυαλό μας ως παράξενα γλυπτά έξοχης πλαστικότητας και απαράμιλλου κάλλους έτσι και οι χάρτινοι ήρωες, εάν έχουν μέσα τους ψυχή δεν εγκαταλείπουν τη σκέψη μας και κατοικοεδρεύουν πάντοτε εκεί μέσα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Έτσι ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης αναζητεί και ανακαλύπτει πιστεύω διάφορους τρόπους να μελετάει και να φωτίζει από διάφορες πλευρές κάθε φορά, τους ανθρώπους.  Άλλωστε "Ο Άνθρωπος είναι το μεγάλο βιβλίο που πρέπει διαρκώς να μελετάμε" όπως συνηθίζει να λέει κι ένας από τους ήρωες του, ο Φίλιππος Αργυριάδης, στον "Φιλοξενούμενο".  Ακόμα κι όταν οι εργασίες των ηρώων του δεν είναι ανθρωποκεντρικές, ο συγγραφέας βρίσκει τρόπο να τους πλησιάζει διαφορετικά, ώστε να αναδειχθεί η πλευρά τους εκείνη που είναι κρυμμένη.

Η ιστορία στον "Φιλοξενούμενο" σκαλίζει ακριβώς αυτήν την ανθρωποκεντρική περιέργεια μιας παρέας και μαζί και τη δική μας περιέργεια.  Η παρέα θέλει να μελετήσει κάθε φορά ένα ενδιαφέρον πρόσωπο, ένα άτομο που με τον άλφα ή βήτα τρόπο προκαλεί το ενδιαφέρον τους.  Επιλέγουν το άτομο, γίνεται "ο φιλοξενούμενός τους", το προσεγγίζουν και το "ξεψαχνίζουν" ο καθένας με τον τρόπο του, με βάση τα δικά του ενδιαφέροντα και κλίσεις, αλλά και κάποια στιγμή όλοι μαζί, ταυτόχρονα, παίζοντας επικίνδυνα με τις ισορροπίες των σχέσεων τους και βεβαίως υπό το βάρος των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους. Πέντε άτομα, πέντε μικρές ιστορίες γύρω από μια μεγαλύτερη, ένα μυστικό για μια αρχαία θεότητα, ένας ιδιαίτερος τόπος, ένα ξενοδοχείο με τη μυρωδιά του παλιού και την ιστορία της πόλης να βαραίνει με το δικό της τρόπο...


Κάθε κεφάλαιο αφήνει την πόρτα ανοιχτή και προσκαλεί τον αναγνώστη να περάσει στον επόμενο χώρο. Και πας παρακάτω, αγωνιάς να πας, όπως και ο "φιλοξενούμενος" πήγε μολονότι ήξερε ότι κάτι δεν πάει καλά καθώς εισχωρούσε όλο και πιο βαθιά στο χώρο του ξενοδοχείου "Αινώ".  Τόσο σταδιακά, τόσο στρωτά και ήρεμα γίνονται όλα, που ένας φόνος -κάποια στιγμή- σου φαίνεται σαν κάτι απλό, όπως ο ήρωας θέλησε να το κάνει να μοιάσει...

Όχι, δε νομίζω ότι κάθε συγγραφέας γίνεται εύκολα δολοφόνος.  Είναι μαεστρία να γίνεσαι ο ήρωας, να μεταμορφώνεσαι πολλές φορές μέσα στην ίδια ιστορία, να γίνεσαι ο ένας, μετά ο άλλος και τελικά να γίνεσαι εκείνος πού τόσο απλά θέλησε να φθάσει στα άκρα, να το τραβήξει ως πέρα για να δει ως πού μπορεί να πάει, να διαπράττεις τελικά το φόνο και να το αντιμετωπίζεις όπως και οι συνεργοί του, οι φίλοι του, που ούτε για μια στιγμή δεν δείχνουν να σκέφτηκαν να του ρίξουν την ευθύνη, θεωρώντας αυτόματα ότι όλοι είναι υπεύθυνοι.

Έτσι μπλεγμένος στον ιστό της ιδιότυπης παρέας, πορεύεται ο "φιλοξενούμενος" που τελικά βρίσκει το δρόμο του μετά από παράξενες συναντήσεις, απειλές και γρίφους. Συναισθήματα αναδεύονται και πρόσωπα αποκαλύπτουν διαφορετικές πλευρές τους, όπως ο "σοφός" της παρέας που εύκολα αναλαμβάνει ολόκληρη την ευθύνη όταν το έγκλημα βγαίνει στην επιφάνεια κι όπως ο αφηγητής, ο ίδιος ο "φιλοξενούμενος" που παίζει με την ιδέα να σκεπάσει κι αυτός με τη σειρά του ένα φόνο, που γι αυτόν δεν ήταν τόσο απλό, όσο για τους άλλους.

Αν στο "Κέικ" ο θεατής έμεινε με τη μυρωδιά του κέικ στα ρουθούνια και με τη γεύση του στο στόμα, διαβάζοντας τον "φιλοξενούμενο" ο αναγνώστης, γίνεται πιο πλούσιος σε συναισθήματα, πιο ανοιχτός στο ανεξερεύνητο και σίγουρα πιο βέβαιος ότι "Ο Άνθρωπος είναι το μεγάλο βιβλίο που πρέπει διαρκώς να μελετάμε".
Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, ευχαριστώ.