Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

ΧΙΟΝΙ που τα καλύπτει όλα...

Δεν ξέρω εάν φταίει που το διάβασα σε λάθος εποχή.  Ενώ το καλοκαιράκι του Οκτωβρίου καλά κρατούσε και με καλούσε για τις τελευταίες αποδράσεις κοντά στη θάλασσα, εγώ άνοιγα τις σελίδες του και σε κάθε μου βήμα βούλιαζα στο λευκό αφράτο χιόνι.  Το "Χιόνι" του Ορχάν Παμούκ με μπέρδεψε πολύ, με πήγε προς τα πίσω, προς τα εμπρός, με ταξίδεψε ανατολικά, μου έβαλε γρίφους στο κεφάλι δυσεπίλυτους για το δυτικό τρόπο σκέψης...

Η πολιτική είναι πανταχού παρούσα στα βιβλία του νομπελίστα Παμούκ.  Μα το χιόνι σε αυτό εδώ το βιβλίο σε πνίγει, ύστερα σε κάνει να ανασαίνεις, σε ξαλαφρώνει, σε ηρεμεί και σε εκνευρίζει ταυτόχρονα.  Είναι πάντα εκεί, πέφτει ασταμάτητα και κάνει τους πολίτες του Καρς (της πόλης στην οποία εκτυλίσσεται η ιστορία, βρίσκεται στα σύνορα με την Αρμενία) να λαχταρούν την ευτυχία που έχουν χάσει, γιατί καθώς πλησιάζουν οι Δημοτικές εκλογές βλέπουν μια σειρά απο νεαρές γυναίκες που φορούν μαντίλα να αυτοκτονούν.  Σαν μια "επιδημία" απο αυτοκτονίες να έχει εξαπλωθεί, και καθορίζει τη ζωή και τη μοίρα όλων.

Ενας νεαρός ποιητής, ο Κα, μετά απο αρκετά χρόνια στη Γερμανία επιστρέφει στη χώρα του ως δημοσιογράφος για να ερευνήσει το θέμα των αυτοκτονιών. Δεν χρειάζεται να του αποκαλύψει κανείς οτι το κράτος παρακολουθεί ακόμα και τις ανάσες του.  Το γνωρίζει.  Σε κάθε βήμα του, σε κάθε σκέψη, δεν είναι μόνος.  Ούτε όταν ανακαλύπτει τον παλαιό έρωτά του με την όμορφη Ιπέκ, που στο μεταξύ έχει παντρευτεί άλλον κι έχει χωρίσει.  Τώρα του λέει πως θέλει να τον ακολουθήσει για να ζήσουν μαζί στη Γερμανία, ενώ δεν του δείχνει πόσο μέσα στην πολιτική κατάσταση είναι χωμένη και η ίδια και η οικογένειά της...

Ιμάμηδες, επαναστάτες και μη, πολιτικές δολοφονίες, μηχανοραφίες, μπερδεύουν τον Κα για το αν πιστεύει ή όχι στη θρησκεία, για το αν είναι βλασφημία ή όχι η αυτοκτονία μιας γυναίκας που δεν αποδέχεται να εγκαταλείψει τη μαντίλα της.  Τελικά είναι άθεες αφού επιλέγουν τη βλασφημία, ή μήπως όχι;  Μπλέκεται και με ένα γελοίο θεατρικό πραξικόπημα των Κεμαλιστών, στην αρχή είναι μια απλή θεατρική παράσταση μα τελικά εξελίσσεται σε μοχλό πίεσης σε μια κοινωνία που δεν ήταν έτοιμη να δεχθεί κάποια πράγματα, μα εκείνος γίνεται πιόνι τους άθελά του.  Αυτός ήταν ο στόχος; Και όχι μόνον αυτός;  Ο ήρωας παραπαίει διχασμένος μπροστά στο ερώτημα εάν η θρησκευτική πίστη συνδέεται και με την οπισθοδρόμηση.

Μέσα σε αυτόν τον παραλογισμό θρησκείας και πολιτικής, άθελά του ο Κα τους οδηγεί εκεί που θέλουν μα κι εκείνος διαφεύγει στην ποίηση, την οποία είχε αδυναμία να πλησιάσει το τελευταίο διάστημα.   Γράφει, γράφει παντού, όπου υπάρχει χιόνι, καταθλιπτικό, χαρούμενο, μαλακό, παγωμένο, καταπραϋντικό, αναλγητικό, χρησιμοποιεί το χιόνι και γράφει ασταμάτητα ο Κα. Αυτό τελικά είναι και που τον προετοιμάζει για να ενηλικιωθεί και να επιστρέψει -μόνος, όχι όπως ονειρευόταν με την Ιπέκ- στη Γερμανία.

Δεν αιφνιδιάζει τον υποψιασμένο αναγνώστη οτι ο Κα, για τον οποίο εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης στην Τουρκία, μετά απο εκείνο το τριήμερο,  δολοφονήθηκε κάποια στιγμή αργότερα στη Φρανκφούρτη.  Επιστρέφει όμως στο Καρς, χιονισμένο πάντα, έτσι όπως τότε τις τρεις μέρες που έμεινε εκεί ο Κα, εκείνος που σήμερα αφηγείται την ιστορία, ο Ορχάν, ποιητής κι αυτός, νεαρός και άσημος.   Ο Ορχάν ήταν ο αφηγητής μας απο την αρχή.  Μόνο που"επέτρεπε" στον ήρωά του βιβλίου τον Κα, να απευθύνεται στον αναγνώστη, απευθείας χωρίς διαμεσολάβηση.

Ήταν πολλές οι στιγμές που ένοιωσα το ΧΙΟΝΙ να με πλακώνει, να γλυστράω στα πεζοδρόμια του Καρς και ν' αναρωτιέμαι πώς μπορεί κανείς να κοιτάει την ιστορία κατά πρόσωπο, όταν το πρόσωπο αυτό είναι καλυμένο με μαντίλα;  Σίγουρα το μυθιστόρημα είναι ένας καλός τρόπος να κοιτάξει κανείς τα πράγματα και ο Ορχάν Παμουκ, που στη χώρα του έχει διωχθεί για τις απόψεις του, με το ΧΙΟΝΙ το κάνει πράξη, σαν γνήσιο τέκνο μιας έντονα πολιτικοποιημένης γενιάς, της γενιάς της δεκαετίας του '70 μιας περιόδου ταραγμένης στην σύγχρονη τουρκική πολιτική ιστορία.