Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Πέτρα μαύρη και σκληρή όπως η Ιστορία

Διαλεγμένες οι λέξεις του.  Όπως πρώτα - πρώτα η λέξη του τίτλου.  Ουρανόπετρα.

Αιώνες πριν από την ιστορία της αφήγησης ο Γερόλεμος κόβει στα τέσσερα το φυλαχτό που του έσωσε τη ζωή , χαράζει σημάδια σε κάθε κομμάτι και τα μοιράζει στους τέσσερις γιους του που χάνονται μεταξύ τους.  Από το 1571 που έγινε αυτό, στα χρόνια της Ενετοκρατούμενης Κύπρου, ως και δώδεκα γενιές αργότερα, ένας απόγονός του, με  βαθιά πεποίθηση μέσα του ότι "όπου πατώ είναι δικός μου δρόμος"  μας οδηγεί σε ένα ταξίδι στην Κύπρο την πολύπαθη και στα γεγονότα των εποχών που πέρασαν.

Σαν σύγχρονος Οδυσσέας, ο Αδάμος αγωνίζεται να βρει το δρόμο του, και μέσα από αυτό διανύει την ιστορία του νησιού, από τα χέρια των Ενετών, στα χέρια των Τούρκων. Περιδιαβαίνει σε Κύπρο, Αθήνα, Θεσσαλία, Ήπειρο, περιγράφει δυνατούς έρωτες, προδοσίες, πολιτικά γεγονότα, αναπάντεχες ανατροπές, κυνηγάει το δίκιο και τ' άδικο και σκιαγραφεί τα συναισθήματα του ελληνισμού που βρέθηκε στις γεωγραφικές εσχατιές της πατρίδας. 

Στην προσπάθειά του να βρει το χαμένο του θησαυρό ο πρωταγωνιστής διατρέχει τα χρόνια της Τουρκοκρατίας , αλλά και το πέρασμα της Κύπρου στον έλεγχο των Βρετανών (1858), μα δεν διαφεύγει από τον συγγραφέα να περιγράψει και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτά εξελίχθηκαν, όπως τα χρόνια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, τις μάχες στο Μπιζάνι το 1913 καθώς και την αναταραχή στην Ελλάδα.

Ας μην πάει ο νους σας σε θησαυρός περίτεχνους και χρυσοποίκιλτους.  Το φυλαχτό που διασκορπίστηκε με τα χρόνια, δεν ήταν από χρυσάφι.  Είναι από πέτρα, μαύρη και σκληρή, όπως και η ιστορία και η πορεία του ελληνισμού μέσα από τα χρόνια.  Τα κομμάτια του σκορπίστηκαν στην Ιστορία, και μάλιστα στους διαφορετικούς παράγοντες που την έγραψαν, μα τελικά, κάποιος Οδυσσέας βρίσκεται - εδώ είναι ο πρωταγωνιστής μας ο πολύπαθος Αδάμος- που προσπαθεί να τα ανακαλύψει και να ανασυνθέσει πάλι το φυλαχτό του, όπως και το παρελθόν της οικογένειάς του.  Να ανασυσταθεί, έτσι ώστε να μη λησμονηθεί η ιστορία, να βρεθεί η ρίζα, να σιγουρευτεί ότι το στήριγμα υπάρχει, έστω κι αν αυτό είναι βαθιά ριζωμένο στις έριδες, τις αδικίες και τα δίκια του παρελθόντος. 

Ποίηση και Ιστορία πάνε μαζί σε τούτο το πόνημα.  Από τον καιρό που οι Ενετοί είχαν κλείσει τα ελληνικά σχολεία και οι ορθόδοξοι μητροπολίτες είχαν τεθεί στο περιθώριο το 1570, τότε που ο οθωμανικός στόλος αγκυροβόλησε στο Λάρνακα κι έχασε ο Γερόλεμος την οικογένειά του, ως το 1878 που οι Οθωμανοί έδωσαν την κυριαρχία της Κύπρου στους Άγγλους, δώδεκα γενιές αργότερα,  η Ιστορία βρίσκει τον Αδάμο όπως και ολόκληρη της κοινωνία γονατισμένη απο τους βαρείς φόρους που είχαν επιβάλει οι Οθωμανοί και διατήρησαν οι Εγγλέζοι.  Ο αψύς χαρακτήρας του Αδάμου που αναγκάστηκε στα δεκαέξι του να φύγει από την πατρική εστία, δεν άντεχε τον δύστροπο χαρακτήρα των αφεντικών και αυτό ορίζει και την πορεία του...

Δεν γνωρίζω τον Γ.Καλπούζο προσωπικά και διάβασα την Ουρανόπετρα κάπως καθυστερημένα. Έχει κυκλοφορήσει εδώ και τέσσερα χρόνια.  Δεν έχει σημασία ωστόσο. Πρόκειται για έργο κλασσικό.





Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

απο το αγαπημένο Fractal


Διήγημα Fractal: «Μοναξιά»


Tης Μαίρης Σάββα // *




Στο ίδιο παγκάκι καθόταν κάθε απόγευμα, πάνω κάτω την ίδια ώρα. Ήταν η ώρα της ημέρας που την μεταμόρφωνε, από μοναχική μεσήλικα, σε χαρούμενο μικρό παιδί. Ούτε τις κρύες μέρες του χειμώνα δεν το έβαζε κάτω. Φορούσε σκουφί και κασκόλ, κούμπωνε όλα τα κουμπιά μέχρι το λαιμό στο πανωφόρι της, και περπατούσε ως το παγκάκι της. Παρατηρούσε τους περαστικούς, χαιρετούσε με ευγένεια όσους της έκαναν την τιμή να της ρίξουν μια ματιά. Απέναντι στους κυρίους ήταν σοβαρή, κατέβαζε το βλέμμα στη γη. Στα παιδιά χαμογελούσε και γινόταν φιλική.
Ήταν η στιγμή, εκείνη η μαγική στιγμούλα του εικοσιτετραώρου που δεν αισθανόταν μόνη. Έλεγε μια λέξη παραπάνω απ όσες μπορούσε να ξεστομίσει όλο το υπόλοιπο της μέρας. Χαμογελούσε γιατί είχε λόγο να χαμογελά. Έβλεπε ανθρώπους γύρω της.
Η καθημερινότητά της ήταν στερημένη από πρόσωπα και εικόνες. Στο σπίτι της βασίλευε σιωπή. Τα μερόνυχτα ήταν ένας απέραντος ωκεανός μοναξιάς, κι εκείνη κολυμπούσε άοκνα σαν το ναυαγό που αναζητούσε στεριά. Κολυμπούσε, κολυμπούσε, μα η ελπίδα της δεν στέρευε. Μόνο όταν κουραζόταν πολύ, τις στιγμές που οι σκέψεις την έπαιρναν και την χτυπούσαν αλύπητα, τότε μόνον, αναλογιζόταν. Κι έρχονταν τότε -στις στιγμές της ανελέητης μοναξιάς- στα χείλη της μερικές λέξεις που έκρυβαν την προσωπική της οδύνη.
Λέξεις που την έβαζαν να αναμετρηθεί με το προσωπικό της αδιέξοδο. Λέξεις που εκτοξεύονταν σαν από σφεντόνα κι έρχονταν επιθετικά να σκίσουν το κρανίο της στα δύο, να το τραυματίσουν βαριά αλλά όχι θανάσιμα… Όχι θανάσιμα, έτσι ώστε να της δώσουν ξανά μετά την ευκαιρία να σκεφτεί, να ξανασκεφτεί, να κλάψει, να λυπηθεί κι εκεί μέσα στον οδυρμό της να ζητήσει εξιλέωση για όλα τα λάθη της ζωής της.
Έτσι κάνουν οι λέξεις όταν μεγαλώνεις. Άλλοτε καλοβολεύουν το χρόνο καλοπιάνοντάς τον με κόλπα πονηρά κι άλλοτε τον ξεμπροστιάζουν γιατί φεύγει ανεπιστρεπτί. Κι εκείνος κάθεται εκεί απέναντι. Σε κοιτά και λοιδορεί τις ρωγμές σου, τις απώλειες και τις συνεχείς ταλαντεύσεις ανάμεσα στην τρέλα της νιότης και στο γήρας που πλησιάζει ακάθεκτο.
Δεν μπορούσε να διακρίνει, δεν ήξερε να απαντήσει εάν αυτή η μεσήλικη μοναξιά της χάριζε κάποιες στιγμές ευτυχίας ή όχι. Από τότε που την είχε εγκαταλείψει εκείνος, η ζωή της έγινε ένας καθημερινός αγώνας. Θυμάται το απροσδόκητο φευγιό του, τη θλίψη της, κι ύστερα τις δυνάμεις που ανακάλυψε που είχε μέσα της. Παρά τις δυσκολίες έμαθε να πορεύεται μόνη, δούλεψε σε διάφορες δουλειές, μεγάλωσε τα παιδιά της κι εκείνα τώρα ακολουθούν το δικό τους δρόμο.
«Είσαι ανεξάρτητη, δεν σε φοβάμαι εσένα» της έλεγαν οι γύρω της. Μάλλον είχαν δίκιο. Τελικά τα κατάφερε και ήταν ευχαριστημένη γι αυτό. Όμως τώρα; Τα παιδιά της ζούσαν πολύ μακριά για να ελπίζει ότι θα περάσουν να της χτυπήσουν την πόρτα. Μιλούσαν καμιά φορά στο τηλέφωνο και μια-δυο φορές το χρόνο της έκαναν επίσκεψη. Η ομορφιά και τα νιάτα της είχαν κάπου κρυφτεί βαθειά κάπου στο παρελθόν. Οι δυο-τρεις φίλες που ανταγωνιζόταν τον δυναμικό χαρακτήρα που είχε στα νιάτα της, είχαν εξαφανισθεί κι αυτές τα τελευταία χρόνια.
Στο διπλανό διαμέρισμα ζούσαν στριμωγμένοι ένα τσούρμο ξένοι που όλοι μέρα έλειπαν και δεν τους συναντούσε ποτέ. Ώρες-ώρες αναλογιζόταν τι μπορεί να πέρασαν όλοι τούτοι για να καταφέρουν να φθάσουν στον διπλανό παράδεισο των τεσσάρων τοίχων.
Ο ζωντοχήρος που ζούσε στον κάτω όροφο πέθανε πέρυσι από εγκεφαλικό. Τα έλεγαν συχνά όταν διασταυρώνονταν στο διάδρομο ή στη σκάλα. Χάθηκε τώρα, κρίμα για τον άνθρωπο αλλά και για την καλημέρα που έμεινε βουβή, χωρίς ήχο. Η ηλικιωμένη που μένει στο ισόγειο βγαίνει σπάνια και δεν έχει όρεξη για κουβέντες. Ο θυρωρός παραιτήθηκε και αναζήτησε την τύχη του σε άλλη γειτονιά γιατί τα χρήματα των ενοίκων δεν έφταναν για να παίρνει κι αυτός κανένα ψίχουλο για τις ώρες που ξεροσταλιάζει στην είσοδο.
Είχε κάνει πολλά λάθη στη ζωή της, μα τούτη εδώ η μοναξιά δεν της άξιζε. Την έδερνε αλύπητα σαν ξεροβόρι. Ένοιωθε ξεχασμένη κι αναρωτιόταν ποια ήταν τελικά η αληθινή ζωή. Αυτή που ζούσε τώρα, ή η προηγούμενη; εκείνη η θεριεμένη ευτυχία της αυτονομίας που ακολούθησε την απρόσμενη εγκατάλειψη, εκείνη η καθημερινότητα η γεμάτη προσφορά, δράση και ανεκτίμητες στιγμές που πέρασαν; Άλλωστε και η εκτίμηση τώρα πλέον, μοιάζει κι αυτή με κάτι περαστικό… Σαν να μην εκτιμάται πια εκείνο το κάτι που παρήλθε…
Σκεφτόταν συχνά κι αναρωτιόταν πού έκανε το λάθος. Όμως πάντα το έλεγε και το πίστευε. Δεν μεγάλωσε τα παιδιά της για να την γηροκομήσουν. Της κακοφαινόταν βέβαια η απουσία τους, αλλά δεν θέλησε ποτέ να παραδεχθεί ότι χρειάζεται δεκανίκι για να συνεχίσει να ζει. Μπορούσε να ζήσει τα υπόλοιπα χρόνια της με αξιοπρέπεια. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι η αξιοπρεπής μοναξιά της ήταν η καλύτερη παρέα. Η βαθειά της πεποίθηση ότι ήταν μεγάλη πια για έρωτες, ήταν δυναμικά παρούσα στη ζωή της. Όλα οδηγούσαν σε αυτό που τόσα χρόνια είχε μάθει καλά. Στην ψευδαίσθηση της προσωπικής ανεξαρτησίας και της αυτονομίας που όμως τώρα γινόταν τέρας, έτοιμο να την καταπιεί κι ας ήταν κάποτε μια αρχή για την πάλη της επιβίωσης. Θα είχε παλέψει εάν είχε μείνει εντελώς μόνη; Για ποιόν λόγο θα είχε να παλέψει; Και τώρα; Οι σκέψεις αυτές τριγύριζαν στο κεφάλι της.
«Ίσως δεν γεννιόμαστε μόνοι και δεν είμαστε ποτέ μόνοι» ψιθύρισε.
«Πώς είπατε;» μια φωνή δίπλα της στο παγκάκι έκοψε τη σιωπή. Κάποιος σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις της, είχε ακούσει τους ψιθύρους της.
«Τίποτε. Συγνώμη δεν είπα κάτι… Απλά σκεφτόμουν» έκανε εκείνη κάπως συνεσταλμένα κι έριξε το βλέμμα στη γη.
«Πάντως εγώ –εάν θέλετε τη γνώμη μου- πιστεύω ότι ο άνθρωπος είναι μόνος από τη στιγμή που γεννιέται, ως το τέλος» της απάντησε χωρίς να την κοιτά, ο κύριος που καθόταν δίπλα της στο παγκάκι. Φορούσε καπέλο και ένα φθαρμένο γκρι παλτό. Μιλούσε με τόνο ευγενικό, αλλά δεν την κοιτούσε. Είχε το βλέμμα του καρφωμένο ίσια απέναντι, στη λεωφόρο.
«Είναι ψέματα. Όταν γεννιέται ένα μωρό τόσοι άνθρωποι βρίσκονται γύρω του. Το βοηθάνε. Περιμένουν να αναπνεύσει, να κλάψει… Αυτό αποδεικνύει ότι δεν γεννιέται μόνος κανείς. Ούτε πορεύεται μόνος. Εγώ έχω γείτονες στο απέναντι διαμέρισμα. Είναι κάποιοι ξένοι που ήρθαν εδώ με ελπίδες για ένα νέο ξεκίνημα. Έχω και μια κυρία στο ισόγειο που έχει προβλήματα και δεν μιλά πολύ. Ποιος ξέρει με τι βασανίζεται. Θα ήθελα ίσως να το συζητήσω μαζί της, να το μοιραστούμε. Είχα κι έναν θυρωρό στην πολυκατοικία, αλλά είχε οικογένεια ο δόλιος και χρειαζόταν μια δουλειά για να θρέψει τα παιδιά του…»
Γύρισε πλάι της. Ο άνδρας με το καπέλο και το γκρι παλτό δεν ήταν πια εκεί. Δεν ήταν πια εκεί γιατί επέλεξε να είναι μόνος.



Η Μαίρη Σάββα γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Δίκαιο της Ευρώπης. Για αρκετά χρόνια, εργάσθηκε ως Δημοσιογράφος στην Τηλεόραση, το Ραδιόφωνο, σε Περιοδικά κι Εφημερίδες, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έμεινε κάποια χρόνια στο Βέλγιο. Πάντα της άρεσε να διαβάζει, να ακούει, να λέει, ακόμη και να τραγουδάει ιστορίες. Για να καταλαβαίνει τις ιστορίες από το πρωτότυπο, έμαθε να μιλάει και να γράφει στα Γαλλικά, τα Ισπανικά και τα Αγγλικά. Λατρεύει το θέατρο και τα ταξίδια και γενικά ότι άλλο την πλουτίζει με ιστορίες. Για να μπορεί να τις λέει και να τις γράφει καλύτερα, πήγε σε σχολείο για παραμυθάδες, γιατί πιστεύει ότι κανείς δεν σταματά ποτέ στη ζωή να μαθαίνει και να ονειρεύεται. Έχει δημοσιεύσει μερικές ιστορίες, τις οποίες συζητά με μαθητές, όταν τους επισκέπτεται στις τάξεις τους:
  • Η Άννα και οι Καλικάντζαροι (εκδ. ΛΙΒΑΝΗ)
  • Ο Κόσμος Τρελάθηκε ή ο Κόσμος Ζεστάθηκε? (εκδ.ΛΙΒΑΝΗ)
  • Το Μαξιλάρι της Γνώσης (Εκδ. ΕΠΙΝΟΙΑ)
  • Κολλημένος με την Οθόνη (εκδ.ΙΝΔΙΚΤΟΣ)
  • Τα κρυμμένα σεντούκια του Αλή Πασά (εκδ.ΜΙΝΩΑΣ)
  • Δεν είμαι η Αδελφή μου (εκδ.ΜΙΝΩΑΣ)
  • Κόρη στο βυθό (υπό έκδοση ΜΙΝΩΑΣ)

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Ιστορίες του διαδρόμου




Διήγημα Fractal: «Ιστορίες του Διαδρόμου»


Της Μαίρης Σάββα //

dihghma

Οι περισσότεροι σκόνταφταν στο φορείο καθώς περνούσαν βιαστικά από το διάδρομο. Μια νοσοκόμα έτρεχε από δωμάτιο σε δωμάτιο. Ένας γιατρός περπατούσε βιαστικός, νεαρός θα ήταν, ίσως ειδικευόμενος. Μια κοπέλα έψαχνε κάποιον δικό της. Ένα ζευγάρι διαπληκτιζόταν μεγαλόφωνα, αναρωτιέμαι, να μαλώνουν άραγε από την ώρα που ξεκίνησαν από το σπίτι τους, από τη στιγμή που έψαχναν για να παρκάρουν, ή να είναι μαλωμένοι από χθες βράδυ…
Δεν είχα ιδέα πόσες ώρες βρισκόμουν ξαπλωμένος σε αυτό το φορείο του διαδρόμου. Ο διάδρομος ήταν μακρύς και τα φώτα έπεφταν ψυχρά επάνω στα μάτια μου. Δίπλα μου κρεμόταν ένας ορός, που ευτυχώς, έγινε αιτία να σταματήσει για να με προσέξει μια νοσηλεύτρια. Με ύφος παγωμένο έκανε έναν γρήγορο έλεγχο και μου έριξε μια κλεφτή ματιά. «Όλα καλά», ψιθύρισε και πριν προλάβω να απαντήσω, χάθηκε στο βάθος του διαδρόμου.
Έκλεισα τα μάτια μου. Στο πρώτο σκούντημα του φορείου τα άνοιξα πάλι. Δεν πρόλαβα να δω το πρόσωπο του ανθρώπου που πέρασε τόσο βιαστικός. Ίσως μπήκε στο δωμάτιο 32. Έβλεπα την πόρτα του 32, λοξά και δεξιά μου. Την έβλεπα να ανοιγοκλείνει κάθε φορά που άνοιγα κι εγώ τα μάτια μου. Μια ολόκληρη οικογένεια θα πρέπει να πέρασε από εκεί. Κι όμως επικρατούσε ησυχία. Περίεργη ησυχία, είναι η αλήθεια.
Ένας σπαραγμός την έκοψε την ησυχία στα δυό. Ένας νοσηλευτής κι ο νεαρός γιατρός πέρασαν τρέχοντας την πόρτα του 32. Έκλεισα τα μάτια μου, λες κι έτσι, κάτι καλό θα έφερνε ο χρόνος. Ένα κλάμα συνεχές κι επίμονο συνόδευε τώρα το θόρυβο που έκαναν οι περαστικοί του διαδρόμου. Εκείνοι συνέχιζαν να βιάζονται αλλά για το 32 ο χρόνος άλλαξε ρότα. Άνοιξα τα μάτια μου και τα έκλεισα πάλι. Δεν ξέρω πόση ώρα αργότερα τα άνοιξα ξανά. Είδα να βγαίνουν από το 32. Σκυφτοί κι αγκαλιασμένοι, η μάνα, ο πατέρας και δυο κορίτσια σαν τα κρύα τα νερά. Θρηνούσαν το παλικάρι τους που έφυγε.
«Τι ώρα είναι;»
Ο νοσηλευτής δεν με άκουσε. Μάλλον πήγαινε βιαστικός να κάνει μια ένεση στο 34. Δεν πειράζει, σκέφτηκα. Δεν είναι επείγον να ξέρω την ώρα. Ούτε και σημαντικό είναι τελικά. Εδώ άλλα είναι τα σημαντικά. Υποθέτω ότι πρέπει πια να έχει πέσει το σούρουπο.
«Δεν έχω ώρα, αλλά πρέπει να είναι περίπου οκτώ» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή. Έστριψα όσο μπορούσα τον πονεμένο αυχένα μου. Είδα μια γυναίκα, σε ώριμη ηλικία, με λευκό πρόσωπο και κοντά μαλλιά να με κοιτά με συμπόνια. «Ευχαριστώ».
Εκείνη δεν μου έδωσε άλλη σημασία. Κοιτούσε με προσμονή προς το βάθος του διαδρόμου. Μια άλλη γυναίκα, εύσωμη κι αυτή, με λευκό πρόσωπο και με τα ίδια κοντά μαλλιά, ερχόταν. Σκέφθηκα ότι κι αυτή θα περάσει με βιασύνη και θα σκουντήσει κατά λάθος το φορείο μου. Όμως όχι. Δεν είχε καμία βιασύνη. Πλησίασε με βήματα σταθερά, και μέσα σε ένα λεπτό είχε πέσει η μια στην αγκαλιά της άλλης κι έκλαιγαν.
Εγώ ξαπλωμένος στο φορείο μου δεν ενοχλούσα τη στιγμή τους. Μόνο σώπαινα. Θα έπαιρνα όρκο πως είναι δίδυμες. Δεν ξέρω αν είχε τώρα πια σημασία στην ηλικία τους, μα θα έδωσαν κάποτε πολύ χαρά στους γύρω τους όταν γεννήθηκαν. Τις φαντάστηκα μωρά. Μου φάνηκε πως μέσα στο βουβό τους κλάμα χαμογέλασαν. «Καλή ανάρρωση» μου είπε η μία. Πήρα θάρρος. «Ευχαριστώ… Συμβαίνει κάτι σοβαρό;»
«Σοβαρό είναι που συναντήθηκα με την δίδυμη αδελφή μου που ήταν είκοσι χρόνια στα ξένα. Σήμερα αναπαύθηκε η ενενηντάχρονη μάνα μας. Ο κρίκος που μας ένωσε κάποτε. Ο ίδιος κρίκος που μας έφερε κοντά σήμερα…»
Είχα μείνει άναυδος. Το σωληνάκι του ορού είχε σταματήσει να οδηγεί το υγρό στις φλέβες μου. Οι δυο όμοιες γυναίκες αποχαιρετούσαν και δόξαζαν τον γεννήτορά τους, όχι με θλίψη, αλλά με χαρά. «Καλό της ταξίδι» ψέλλισα καθώς απομακρύνονταν.
Ύστερα από την ανάπαυλα ερχόταν καταιγίδα. Ένα τρίξιμο πλησίαζε. Ένας νοσηλευτής και μία νοσηλεύτρια έσπρωχναν με ταχύτητα στο διάδρομο ένα φορείο σαν το δικό μου. «Σας παρακαλώ», έκανε ο νοσηλευτής για να παραμερίσουν οι διερχόμενοι. Πίσω τους ακολουθούσε τρέχοντας ένα ζευγάρι νέα παιδιά. Για ένα λεπτό φοβήθηκα τη σύγκρουση. Αποσοβήθηκε.
Οι δυο νοσοκόμοι γνώριζαν καλά τις δυνατότητες του τροχήλατου οχήματος. Πέρασαν δίπλα μου ξυστά. Η στιγμή πάγωσε σαν το παγωμένο ωχρό πρόσωπο της πιτσιρίκας που είδα αναίσθητη στο φορείο. Το βλέμμα μου τη φωτογράφησε. Η στιγμή μου φάνηκε αιώνας.
Η εικόνα της μου έφερε στο μυαλό την Ωραία Κοιμωμένη που μου έλεγε η γιαγιά μου όταν ήμουν μικρός. Εκείνη την πριγκίπισσα που ξύπνησε μετά από μήνες, ή μετά από χρόνια, ύστερα από έναν ύπνο τόσο περίεργο και ύπουλο που η ιατρική επιστήμη δεν μπόρεσε να εξηγήσει ποτέ…
Οι νοσοκόμοι έκαναν νόημα στο ζευγάρι των νεαρών να παραμείνει στο διάδρομο. Για μένα ο διάδρομος ήταν ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Για τα παιδιά ήταν αίθουσα αναμονής.
Όταν το φορείο αποσύρθηκε τους άκουσα να λένε για τον καταχθόνιο, μυστηριώδη ύπνο που είχε απαγάγει την όμορφη φίλη τους. Ανησυχούσαν. Φαίνεται πως είχαν περάσει ώρες που δεν μπορούσε να βγει από το βαθύ λήθαργο. Το κακό είχε τη ρίζα του σε μια βραδιά ακολασίας με πολλά διαφορετικά ποτά.
Όχι. Δεν ήταν ίδιος ο ύπνος της δικής μου Ωραίας Κοιμωμένης. «Σύνηθες» σχολίασε χαμηλόφωνα η νοσηλεύτρια που πλησίασε για να μου αλλάξει τον ορό. Την κοίταξα. «Τι εννοείτε;» τη ρώτησα.
«Το φαινόμενο με τα νέα παιδιά. Είναι σύνηθες» επανέλαβε.
Δεν ξέρω αν θεωρούσε σύνηθες το να χάνεται ένας νέος και να τον θρηνούν οι οικείοι του, ούτε αν θεωρούσε σύνηθες να συναντιούνται δυο δίδυμες αδελφές μετά από χρόνια, με αφορμή τον αποχαιρετισμό της γερόντισσας μάνας τους. Μα σίγουρα θεωρούσε σύνηθες να νοσηλεύεται ένας ασθενής σε διάδρομο. Να γίνεται αυτόπτης μάρτυρας της πραγματικότητας που διαψεύδει τα σχέδια που καθένας μας κάνει για τον εαυτό του.
Μια νύχτα μόνο μου χρειάσθηκε για να καταλάβω τα σημαντικά της ζωής. Μια νύχτα με ιστορίες του διαδρόμου, ιδωμένες πάνω από ένα φορείο.


Μαίρη Σάββα

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Παιχνίδια μυαλού

Τα παιχνίδια του μυαλού πάντα με συγκινούσαν.  Γι αυτό θεωρούσα must για κάποιον εραστή της θεατρικής τέχνης, να δει την παράσταση ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΗ ΝΟΥΒΕΛΑ η οποία βασίζεται στο ομώνυμο έργο του Στέφαν Τσβάιχ.


Το είχα αγαπήσει  πολύ το βιβλιαράκι εκείνο γι αυτό και χάρηκα ιδιαιτέρως που το είδα και πάλι να εκδίδεται  τη χρονιά που πέρασε, απο τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ.  Κείμενο που δεν μακρηγορεί για να κουράσει το μυαλό, ούτε όμως είναι διήγημα για να τελειώσει πάνω που πάει να δώσει λίγη χαρά στον αναγνώστη, αυτή η ιστορία λειτουργεί μαγικά.  Δεν σε αφήνει να την αποχωριστείς, όπως και ο πρωταγωνιστής δεν αφήνει το μυαλό του να διαλυθεί απο τα βασανιστήρια και τον τρόπο ζωής του μέσα σε ένα κελί φυλακής. 

Η παράσταση που παίχθηκε στο θέατρο ΠΟΡΕΙΑ με μοναδικό ερμηνευτή τον εξαιρετικό Γιάννη Νταλιάνη, που "μπαίνει" στο κοστούμι τριών χαρακτήρων και σε σκηνοθεσία Μαριλίτας Λαμπροπούλου, θέτει μια σειρά απο ερωτήματα για τη διανοητική ελευθερία του ανθρώπου και τον αγώνα του για επιβίωση.  

Στην καταιγιστική αφήγηση του Τσβάιχ, ο ήρωας ήταν κρατούμενος των ναζί, κλεισμένος στην απόλυτη απομόνωση και για να μην χάσει τα μυαλό του μπήκε σε μια παράλογη προσπάθεια.  Να διασπάσει τον εαυτό του σε  άσπρο και μαύρο και να παίξει σκάκι ως ο εαυτός του και ταυτόχρονα ως ο αντίπαλός του.

Ελεύθερος πια ο ήρωας ταξιδεύει με πλοίο προς την Βραζιλία και η συνάντηση που έχει εν πλω με έναν πρωταθλητή, διάσημο σκακιστή τον βάζει πάλι στη θέση να βασανίζεται απο το ερώτημα εάν μπορεί ο άνθρωπος να ξεπεράσει τα σημάδια του παρελθόντος.   Όπως διχάζεται ανάμεσα στο λευκό και το μαύρο ο ίδιος , έτσι και η σκακιέρα της Ευρώπης έχει διχαστεί απο τον πόλεμο που συνεχίζεται πλέον μέσα του.   Ως πού φθάνουν τα όρια του ανθρώπου, ως πού φτάνει για να κάνει πράξη την βαθειά του επιθυμία να είναι ελεύθερος και ως πού οι επιπτώσεις του καταναγκαστικού εγκλεισμού...

Η παράσταση ήταν ένας μονόλογος που δεν είναι ακριβώς μονόλογος αφού ο ερμηνευτής  δεν περιορίζεται απλά στο να δρά, μα αντιδρά κιόλας σε αυτά που του λένε οι άλλοι χαρακτήρες, κι ας τους ενσαρκώνει ο ίδιος.  Με λίγα λόγια η παράσταση που έχει πολύ έξυπνη σκηνοθεσία και όσο χρειάζεται λιτό τρόπο παρουσίασης, κάνει το μυαλό σου να θέλει κι αυτό να δοκιμάσει να ασκηθεί στη μέθοδο του  Στέφαν Τσβάιχ...