Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

Το Διπλό Βιβλίο, σαν εικόνα μαγική...



Ξάφνιασε,  κάποτε,  το «Διπλό Βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή, εκείνη η έκφραση της αγωνίας για την Ελλάδα και τους Έλληνες στον σύγχρονο κόσμο.   Ξαφνιάζει και σήμερα ακόμα, όταν επιστρέφεις και το ξαναδιαβάζεις.  Τώρα, ο αναγνώστης  -σα να έχει μπροστά του μια μαγική εικόνα-  γυρίζει τις σελίδες, για να διαβάσει και να ξαναδιαβάσει μερικές από τις παραγράφους του –έκπληκτος- γιατί θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί για το σήμερα.
Ο καιρός της δικτατορίας βρίσκει πολλούς έλληνες μαζεμένους στην Ευρώπη.  Άλλοι κυνηγημένοι που κατάφεραν να ξεφύγουν, άλλοι έτοιμοι με δύναμη να τα ανατρέψουν όλα, άλλοι που ζητούσαν δουλειά για να θρέψουν την οικογένεια, άλλοι μπαγκαμπόντες, άλλοι ψευτοφιλόσοφοι κι άλλοι χαφιέδες του προξενείου.   Ο ήρωας του Δημήτρη Χατζή, ο Κώστας είναι μέρος «του ρωμαίικου της Στουτγκάρδης».  
Ο Κώστας δουλεύει σε ένα εργοστάσιο όπου παράγουν λάμπες για αυτοκίνητα.  Περνάει τις μέρες του μετρώντας κουτάκια, μεταφέροντας κιβώτια,  σπρώχνοντας  ένα καρότσι που κυλάει σε χρόνο που κυλά με μαθηματική ακρίβεια.  Το ασανσέρ ανεβοκατεβαίνει τους ορόφους την ίδια ώρα, το ίδιο λεπτό , κάθε μέρα.
«Ο Γερμανός τις λογάριασε τις διαδρομές μας, τα ‘χει κιόλας κανονισμένα από την πρώτη στιγμή, τα’ ανέβασμα, το κατέβασμα, όλη μας την κίνηση.  Νάτος  κιόλας ο μηχανισμός που στήθηκε κιόλας, λέω με το νου μου.  Τι θα πει μηχανισμός; ιδού λοιπόν, τι θα πει μηχανισμός, που δεν το’ ξερα τόσο καιρό: Χωρίς να μιλήσουμε, να καθίσουμε να τα συμφωνήσουμε κι εγώ και ο άλλος, ο τορεαντόρος με τις φαβορίτες –δεχόμαστε το Γερμανό να μας οδηγεί.  Και μηχανισμός  λοιπόν θα πει πως γίνεται κάτι, πας κι εσύ, μπαίνεις μέσα και δεν σε ρωτάνε, δεν τους ρωτάς.  Και μας οδηγεί σωστά το μπουλντόκ…»   

Τόσο απλά και τόσο καταιγιστικά μας περιγράφει την εικόνα ο Δημήτρης Χατζής. Την εικόνα του έλληνα και του ισπανού που εργάζονται για τον μηχανισμό της ισχυρής Γερμανίας με τις μεγάλες βιομηχανίες που στήριξαν την παραγωγή τους σε ξένους εργάτες.

Σήμερα δεν είναι οι εργάτες, μα είναι οι αγορές.  Οι αγορές χωρών που σήμερα κατάντησαν φτωχές , μα πέρασαν μεγαλεία με ακριβά γερμανικά αυτοκίνητα, ηλεκτρικές συσκευές Miele, Siemens, Bosch, μηχανές κάθε είδους, από χλοοκοπτικά μηχανήματα που βολτάριζαν τους ατέλειωτους κήπους των Βορείων Προαστείων , μέχρι ανεμιστηράκια μέσα σε περίπτερα, από υποβρύχια  για πολέμους που ποτέ δεν έγιναν -γιατί αν είχαν γίνει θα είχαν βουλιάξει λόγω αστοχίας υλικού- μέχρι μπαταρίες για παιχνίδια παιδιών, που τώρα δεν παίζουν κλωτσοσκούφι, αλλά προτιμούν τα play station…..

Ο Κώστας, και οι συνοδοιπόροι του στο βιβλίο, ήταν άνθρωποι χωρίς πατρίδα, άνθρωποι που με αγωνία αναζητούσαν  το ρωμαίικο χαρακτήρα τους.   

Τσαλακωμένος από τα παιδικά του χρόνια, ο ήρωας μεγαλώνει με το φόβο μιας γενιάς που κρυβόταν από τον ίδιο τον εαυτό της.  Στη χαμένη γενιά της αντίστασης ανήκε ο πατέρας του, που δεν μιλούσε σε κανέναν στην οικογένεια για όσα ζούσε έξω από την εστία.   Ο φίλος του ο Σκουρογιάννης, γεμάτος νοσταλγία,  ένας άνδρας που νόμιζε ότι έκρυβε την Ελλάδα μέσα του , όταν επέστρεψε  από τα ξένα για να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα στο χωριό του, δεν την βρήκε πουθενά την Ελλάδα του.
Στις εννέα αφηγηματικές ενότητες, τα μισά τα διηγείται ο συγγραφέας,  που πορεύεται δίπλα στον Κώστα μέσα και  έξω από την Ελλάδα.  Βλέπει όσα δεν βλέπει ο ίδιος και μας τα αφηγείται. Συνδιαλέγεται μαζί του, ανταλλάσουν απόψεις και λυπούνται κι οι δύο βλέποντας να εξαφανίζεται στην ελληνική επαρχία η αδελφή του η Αναστασία, εκπρόσωπος  μιας γενιάς που είχε κι αυτή τα όνειρά της αλλά τα έπνιξε στο ρεαλισμό των συμβιβασμών της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.

Είναι τυχαίο άραγε ότι το βιβλίο, το Διπλό αυτό βιβλίο δεν ολοκληρώνεται?  Σα να περιμένει στο τέλος το επόμενο βιβλίο, εκείνο που μέλλεται να γραφτεί, σαν να ξέρει καλά ο συγγραφέας και συνοδοιπόρος του Κώστα στη Στουτγκάρδη, ότι  το μόνο που θα αλλάξει  είναι ο νέος τρόπος ζωής που θα διαδεχθεί τον παλιό, στο Βόλο, την Αθήνα, τη Στουγκάρδη ή όπου αλλού.
Το «διπλό βιβλίο» περιγράφει την Ελλάδα που καταρρέει.  Ακολουθεί το ρόλο της στην Ευρώπη,  ζει την αλλοτρίωση του μετανάστη, μετατρέπεται σε μετανάστη εσωτερικό και ξένο και σκορπίζεται μαζί με τα θραύσματα μιας μεγάλης έκρηξης που τα συντρίμμια της έφτασαν στις πέντε ηπείρους.
Λέγαν οι βιβλιοκριτικές ότι δεν αγαπήθηκε και πολύ το «διπλό Βιβλίο».  Τελικά η αγάπη είναι πολύ ώριμο συναίσθημα.   Ο χρόνος δούλεψε υπέρ του και ανέδειξε την αξία του.

2 σχόλια:

Κατερίνα Μαλακατέ είπε...

Δεν το έχω διαβάσει και μου κίνησες την περιέργεια....

paramythou είπε...

Εσύ και δεν το έχεις διαβάσει? Εκπλήσσομαι. Είναι παλιό ίσως απο τα πρώτα του Δ.Χατζή. Μετανάστης ο ίδιος πολλά έχει να πεί σήμερα στον έλληνα, κι ας μην εκτιμήθηκε πολύ, τότε που γράφτηκε...