Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Απόβαση στο νησί των σκλάβων

«Το νησί των σκλάβων» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι το 1725, ως ιδέα μιας ομάδας ιταλών ηθοποιών.  Αμέσως, προκάλεσε τον θαυμασμό του Μπωμαρσαί που προφανώς αποφάσισε να διακωμωδίσει την αθηναϊκή (και όχι μόνον βέβαια) Δημοκρατία.  Το έργο, που αρχικά περιλάμβανε έντεκα σκηνές, ήταν μια κοινωνική σάτιρα με ηθικοπλαστικά στοιχεία που επιστράτευε τη μορφή σάτιρας της Commedia dell’ Arte (lazzi [1]) για να μεταφέρει το κοινό σε μιαν ουτοπία: κύρια χαρακτηριστικά αυτού του επινοημένου νησιού -που ήταν θέματα επίκαιρα στις αρχές του 18ου αιώνα, λόγω της δημοσίευσης του Ροβινσώνα και του Γκιούλιβερ- ήταν η αλλοτρίωση της ανθρώπινης υπόστασης από την εξουσία και η απογύμνωση των τάξεων από το περίβλημα των κοινωνικών τους ρόλων. 
alt
εργο του Αντουάν Βατώ
Το κείμενο είναι διαχρονικό, άρα επίκαιρο, επειδή διαδραματίζεται σε χώρο αθωότητας,αμόλυντο από την κοινωνική υποκρισία και τη βία των ανισοτήτων -που το εικαστικό του ανάλογο είναι ο πίνακας του Βατώ «Προσκύνημα στο νησί των Κυθήρων». Ο Ιφικράτης και η Ευφροσύνη, πλούσιοι αριστοκράτες της αρχαίας Αθήνας, έχουν μαζί τους στο πλοίο που τους μεταφέρει εκτός από τις βαλίτσες, τους υποτακτικούς τους, τον Αρλεκίνο και την Κλεάνθη. Ένα ναυάγιο τους ρίχνει σ’ ένα locum idealis, ένα νησί όπου ζουν μόνο σκλάβοι. Ποιοι είναι, όμως, οι «σκλάβοι»;

Ιφικράτης:  "Δούλοι της Ελλάδας! Πριν απο έναν αιώνα, έκαναν επανάσταση κι εγκαταστάθηκαν σε κάποιο νησί.  αυτό πρεπει να είναι.  Κι εκείνα εκεί τα σπίτια τους.  Λένε, αγαπητέ μου Αρλεκίνε, πως το χουν συνήθειο να σκοτώνουν ή να σκλαβώνουν όποιον αφέντη φέρνει εδώ η μοίρα"

Εδώ ο Μαριβώ ασκεί κριτική στην αθηναϊκή (και στην ευρωπαϊκή της εκδοχή βεβαια) Δημοκρατίας με πικρό χαμόγελο ειρωνείας.  Δεν είναι ακριβώς κωμικό το έργο λοιπόν.
Ιφικράτης:
«Ξεδιάντροπε δούλε!»
Αρλεκίνος:
«Να λοιπόν που θυμάστε πώς μιλάνε στην Αθήνα!»

Ο Τριβελίνος, επικεφαλής του νησιού, επιβάλλει νέους κανόνες στη νέα αυτήν πραγματικότητα: πρέπει και οι μεν και οι δε να διδαχθούν αυτά που πρέπει, ώστε να τους επιτραπεί η επιστροφή στην πατρώα γη. «Εκτός ορίων», λοιπόν, στο γνωστό «μεταβατικό» προς την Αγριότητα σημείο όπου η αριστοκρατική δόμηση της κοινωνίας δεν ισχύει, οι παραδεδομένοι ρόλοι (υποβαλλόμενοι από το κοστούμι του ηθοποιού) αντιστρέφονται, οι δούλοι δικαιούνται να υποτάσσουν τους κυρίους, επιδιδόμενοι σε μια fête champêtre άνευ προηγουμένου και ασκώντας βία λεκτική και σωματική στους έως τότε βασανιστές τους. Ο σαρκασμός ενσαρκώνεται στην απέκδυση του ενός ρόλου και στην ταυτόχρονη υπόδυση του άλλου:
Ιφικράτης:
«Δεν το ξέρεις λοιπόν; Σ' αγαπώ!»
Αρλεκίνος:
«Το ξέρω, πώς, όμως οι αποδείξεις της αγάπης σας είναι πάντα στην πλάτη μου. Θέλω να πω: σε λάθος μεριά τις καταθέτετε».

Το χιούμορ είναι βαρύ, μαύρο και αισθαντικό, ακριβώς γιατί εκπορεύεται από τον πολυπιεσμένο ψυχισμό του συμπλεγματικού δούλου. Αυτή είναι μια υπεροπτική αλλά και πραγματιστική διαπίστωση του συγγραφέα, που οδηγεί νοερά στα δυο ζευγάρια maîtresclave του «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ και στον «Αγώνα Νέγρου και Σκύλων» του Κολτές, ως άξιος προκάτοχός τους. Η υπεροψία του ξίφους και ο ευτελισμός του «ευγενούς» ανδρισμού κυριαρχούν ως μοτίβα της πανάρχαιας μάχης της εξουσίας, μα και της ειρωνείας της ίδιας της ζωής. Επίσης, η ματαιοδοξία του υποταγμένου σκλάβου που κολακεύεται από τη στιγμιαία σεξουαλική του επιβολή πάνω στον κύριο, σε ένα πλαίσιο εκδικητικής ταπείνωσης. Οι valets είναι γεμάτοι συμπλέγματα και ελαττώματα, όμως η κακία του σκλάβου δεν ενεργοποιείται απο την ανθρώπινη φύση του αλλά από την κοινωνική θέση του. 



Ο Μαριβώ χρησιμοποιεί με αριστοτεχνικό τρόπο ένα ζευγάρι κοινωνικά υποδεέστερων, φτωχων υπηρετών, για να υπαινιχθεί, να υποδηλώσει και να διακηρύξει τελικά τη μάχη της ζωής στην συγκεκριμένη χρονική στιγμή που όμως, μετατράπηκε σε αιωνιότητα, μιας και η αντιπαλότητα αυτή έχει πολλαπλά απασχολήσει θεατρικούς συγγραφείς έκτοτε, και μέχρι σήμερα.... 

«Α, εγώ σας το λέω: σας λυπάμαι ολοψύχως!»
Αρλεκίνος:
"Εσύ όμως που έγινες ελεύθερος και ευτυχισμένος δεν θα γίνεις τώρα και κακός, έτσι δεν είναι;"

Το έργο ανεβαίνει στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης σε μετάφραση και σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: