Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Ενας ιππότης άνοιξε την κουβέντα

Η εισβολή ενός ιππότη -όχι κατ' ανάγκη σε λευκό άλογο- και η άλωση της διευθυντικής ηγεσίας του μουσείου Μπενάκη άναψε πολλές συζητήσεις στο χώρο του πολιτισμού και της διαχείρισής του.  Ο Γάλλος πολιτικός επιστήμονας Olivier Descotes, ένας 40χρονος φιλόδοξος εκπρόσωπος της νέας γενιάς της ευρωπαϊκής ελίτ, εκφραστής της ανάγκης ανάπτυξης της πολιτιστικής διπλωματίας, γνωστός στην Αθήνα απο τη θητεία του στη θέση του επικεφαλής του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, αναλαμβάνει σε λίγο το τιμόνι του Μουσείου Μπενάκη.



Δεν είναι γνωστό -και ούτε θα μπορούσε- εάν ο ίδιος ο Αντώνιος Μπενάκης θα συμφωνούσε με αυτήν την επιλογή.  Η καθηγήτρια Κλασσικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Λίλα Μαραγκού, που είχε μάλιστα την τύχη να εργαστεί για χρόνια στο Μουσείο Μπενάκη, θεωρεί πως όχι.  Σίγουρα πάντως ο ευεργέτης δεν το είχε σκεφθεί όταν γράφτηκε εκείνη η επιγραφή "τω έθνει δωρείται" στην είσοδο του μουσείου.  


Η αμφιλεγόμενη επιλογή Descotes βρίσκει υπέρμαχους κάποιους Αθηναίους οι οποίοι έχουν γνωρίσει έναν χαρισματικό ευγενή νέο, στο πρόσωπο του γάλλου αξιωματούχου.  Μιλούν για έναν άνθρωπο ευρείας μόρφωσης, στοιχείο απαραίτητο για τη θέση αυτή, έναν άνθρωπο που έχει γνώση του ελληνικού πολιτισμού, εφόσον άλλωστε, προέρχεται απο οικογένεια ελληνομαθών.  Κάποιοι άλλοι ωστόσο οικτίρουν το γεγονός οτι οι κουβέντες του στα αθηναϊκά σαλόνια για τον πολιτισμό δεν έχουν γίνει ποτέ μέχρι σήμερα, στα ελληνικά...


Η θητεία του στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών κρίθηκε επιτυχής καθώς έφερε κάποιον αέρα εξωστρέφειας στο ευγενές ίδρυμα που ως την έλευσή του βημάτιζε σθεναρά και αυστηρά πάνω στη γνωστή γραμμή της francophonie.  Αυτή (η θητεία)  αποτέλεσε και την ομαλή -ομολογουμένως- προσγείωση του κυρίου Descotes στην ελληνική πραγματικότητα σε καλλιτεχνικό και κοινωνικό επίπεδο, όμως τώρα αρκετοί -κυρίως απο τον χώρο του πολιτισμού-  σχολιάζουν με κάποια δυσπιστία, οτι τα τείχη του Γαλλικού Ινστιτούτου είναι "πολύ υψηλά" για να του επιτρέψουν να εξοικειωθεί με την ελληνική πραγματικότητα και θα του φανεί "κάπως δύσκολο" να περάσει στους προθαλάμους κάποιου υπουργείου και να περιμένει συμβούλους και υπουργούς, για να βιώσει την ελληνική πραγματικότητα.



Εφόσον η Ελλάδα θέλει να ανήκει στον πυρήνα της ΕΕ, και να απολαμβάνει την αλληλεγγύη της, θα ήταν λάθος να αποκαλούμε τέτοιους ανθρώπους "ξένους". Ο χαρακτηρισμός αυτός μόνο απο ζήλεια θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί. Άλλωστε θα ήμασταν ιδιαίτερα περήφανοι εάν κάποιος συμπατριώτης μας αναλάμβανε μια τέτοια θέση σε ένα παρόμοι ίδρυμα της Γερμανίας ή της Ιταλίας, έτσι δεν είναι;  Και σίγουρα ο πολιτισμός δεν είναι ιδιοκτησία κανενός, παρα είναι μια κληρονομιά που πρέπει να σεβόμαστε για να την κληροδοτήσουμε μαζί με τη γνώση που τη συνοδεύει, στις επόμενες γενιές.  Μέχρι εκεί όμως ή να πάμε και παρακάτω; Αν συνεχίσουμε τον συλλογισμό θα καταλήξουμε στο οτι δεν πρέπει να διεκδικούμε πλέον τα κομμάτια της Ακρόπολης που βρίσκονται στο Βρετανικό μουσείο.  Μπορεί.  Υπάρχει και η λογική που λέει οτι εκεί που βρίσκεται, την θαυμάζουν εκατομμύρια άνθρωποι κάθε χρόνο, και όταν επιστρέφουν αυτοί στις πατρίδες τους συζητούν με άλλους τόσους για την Ελλάδα και την Ακρόπολή της...

Τα τελευταία χρόνια η τράπουλα των επικεφαλής των μουσειακών ιδρυμάτων της Ευρώπης ανακατεύεται και μοιράζεται συνεχώς.  Πρόσφατα έγινε ντόρος για την μετακίνηση του  βέλγου επικεφαλής της Tate Modern, Chris Derkon στη Γερμανία.  Στο Museo di Capodimonte της Νάπολι μετακόμισε ο γάλλος Sylven Belenge, ενώ μια γερμανίδα, η Σέσιλι Χόλμπεργκ ανέλαβε την Γκαλερία Ντελ Ακαντέμια της Φλωρεντίας. 

Αντί η κουβέντα να περιστρέφεται γύρω απο τον "ξένο" νέο διευθυντή του Μουσείου Μπενάκη, άλλο θα έπρεπε να μας απασχολεί.  Δεν μας λέει άραγε τίποτε ότι όλοι στο χώρο είναι απο την Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία και την Αγγλία, και ως επι το πλείστον, σπουδαγμένοι στο Ηνωμένο Βασίλειο;   Αυτό θα έπρεπε να απασχολεί τους τίμιους και πτωχούς έλληνες.  Το θέμα της εκπαίδευσης και δει, της εκπαίδευσης στη διαχείριση του πολιτισμού.  

Κάθε φορά που οι μεταπτυχιακοί φοιτητές μας της μουσειολογίας έπειτα απο δύο εξάμηνα θεωρίας και εργαστηριακών προσομοιώσεων καλούνται να κρίνουν τις μεθόδους διαχείρισης του πολιτισμού στη χώρα μας και στο εξωτερικό ανακακλύπτουν τη διαφορά.  Είναι άλλο να διδάσκεσαι μέσα σε τέσσερεις τοίχους, κι άλλο να εκπαιδεύεσαι στο πώς θα διαχειριστείς το πολύτιμο πολιτιστικό προϊόν.   Μάλλον γι αυτό το θέμα λοιπόν θα έπρεπε να γίεται ο καυγάς στην Ελλάδα, κι όχι για τον γάλλο ιππότη. Το θέμα της εκπαίδευσης στο χώρο του πολιτισμού. Δε νοείται μια χώρα με τέτοιο παρελθόν να μην παράγει ανθρώπους που θα διατηρήσουν τα μνημεία της και θα διαχειριστούν την ιστορία της.

Μπορεί στη Βρετανία η εκπαίδευση να έχει γίνει μεγάλη επιχείρηση, όμως οι σπουδές είναι απαιτητικές.  Και τί άλλο είναι εκτός απο επιτυχημένη πολιτική στο χώρο, το γεγονός για παράδειγμα οτι οι περιοδικές εκθέσεις στη Royal Academy του Ai Wei Wei , καλλιτέχνη που διώκεται απο το κινεζικό καθεστώς, συνέπεσαν με την επίσημη επίσκεψη του κινέζου πρωθυπουργού Xi Jinping στο Λονδίνο.  Ηταν μόνο η πρόθεση των τοπικών αρχών να απευθυνθούν σε μια διαπολιτισμική κοινότητα; Οχι βέβαια. Ήταν ταυτόχρονα αποτέλεσμα και του σύγχρονου τρόπου άσκησης της διπλωματίας μέσω μιας πιο ολοκληρωμένης και διαθεματικής πολιτικής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: